₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Η δεύτερη Μάχη των Θερμοπυλών (1941)


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η Μάχη των Θερμοπυλών του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου έλαβε χώρα το 1941, συνέπεια της υποχώρησης των συμμαχικών στρατευμάτων από τα περάσματα του Ολύμπου και των Σερβίων. Τα στρατεύματα της βρετανικής κοινοπολιτείας άρχισαν να στήνουν αμυντικές θέσεις στο ιστορικό πέρασμα των Θερμοπυλών. Ο στρατηγός Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ έλαβε εντολή να υπερασπιστεί το παράκτιο πέρασμα ενώ ο στρατηγός Μακκέι να κρατήσει το χωριό Μπράλος. Από την πλευρά των Νεοζηλανδών η 5η Ταξιαρχία αναπτύχθηκε κατά μήκος του παραλιακού δρόμου, στις παρυφές των λόφων νότια της Λαμίας και στον ποταμό Σπερχειό.
Η 4η Ταξιαρχία τοποθετήθηκε στα δεξιά όπου ανέλαβε παράκτιες περιπολίες και η 6η Ταξιαρχία τέθηκε σε εφεδρεία. Στον Αυστραλιανό τομέα η 19η Ταξιαρχία, που αποτελούνταν από τα 2/4 και 2/8 τάγματα, ανέλαβε την υπεράσπιση του Μπράλου. Στις 19 Απριλίου τα 2/1ο και 2/5 τάγματα τέθηκαν υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Τζορτζ Βάσεϊ και την ίδια μέρα το 2/11 τάγμα επανενώθηκε με την ταξιαρχία. Οι στρατηγοί Φρέιμπεργκ και Μακκέι ενημέρωσαν τους υφισταμένους τους ότι δεν θα υπάρξουν άλλες υποχωρήσεις, αγνοώντας τις συζητήσεις που πραγματοποιούνταν σε ανώτερο επίπεδο για τις προοπτικές εκκένωσης. Μετά τη μάχη ο Μακκέι είπε[1]:

    Θεωρούσα ότι θα κρατούσαμε για περίπου ένα δεκαπενθήμερο και θα καταρρέαμε υπό το βάρος των αριθμών[2][1]

Όταν έφτασαν οι εντολές της υποχώρησης το πρωί της 23ης Απριλίου αποφασίστηκε ότι οι δύο θέσεις θα προστατεύονταν από μία ταξιαρχία έκαστη. Αυτές οι ταξιαρχίες, η Αυστραλιανή 19η και η Νεοζηλανδική 6η, θα κρατούσαν τα περάσματα όσο το δυνατόν περισσότερο, επιτρέποντας στις άλλες μονάδες να αποσυρθούν. Ο στρατηγός Βάσεϊ, διοικητής της 19ης Ταξιαρχίας είπε:

    Εδώ είμαστε και εδώ θα μείνουμε[3][1]

Αυτό μεταφράστηκε από τον υποδιοικητή της ταξιαρχίας ως «η ταξιαρχία θα κρατήσει τις παρούσες αμυντικές της θέσεις ανεξάρτητα από το θα επακολουθήσει»[4][1]. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στις 11.30 πμ της 24ης Απριλίου, συνάντησαν ισχυρή αντίσταση, έχασαν δεκαπέντε άρματα και είχαν σημαντικές απώλειες[5]. Με την επίτευξη του στόχου να καθυστερήσουν τα γερμανικά στρατεύματα υποχώρησαν προς την κατεύθυνση των παραλίων εκκένωσης και έστησαν μία οπισθοφυλακή στη Θήβα[6].

H απουσία του ελληνικού στρατού από τη μάχη προκάλεσε δυσφορία σε μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων στρατιωτών. Μετά την απελευθέρωση τη χώρας, σε έναν από τους λόγους του ο Άρης Βελουχιώτης απεκάλεσε το γεγονός "αιώνια ντροπή" για την Ελλάδα και για το καθεστώς που διηύθυνε τον πόλεμο.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Το ντοκιμαντέρ Ελληνοαμερικανού για το Άγιον Όρος του CBS [βίντεο]

Ο Bob Simon, ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ για το «CBS» περιγράφει πως στα μοναστήρια, οι μοναχοί περνούν τον περισσότερο καιρό τους με προσευχές ενώ είναι αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Δύο χρόνια χρειάστηκαν ώστε ένα τηλεοπτικό συνεργείο να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα από τα πιο ιερά μέρη της Ελληνικής Ορθοδοξίας, τα μοναστήρια του Αγίου Όρους.

Ακόμα ο Simon χαρακτήρισε το Άγιο Όρος ως το πιο «αναλλοίωτο» μέρος που κατοικείται από ανθρώπους. Τόσο ο Bob Simon, παρουσιαστής της εκπομπής, όσο και ο Ελληνοαμερικανός Μιχάλης Καρζής, παραγωγός της, έφτιαξαν ένα εκπληκτικό οδοιπορικό στον Άθωνα.



Πηγή Pronews.gr

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Ο Όρκος της Φιλικής Εταιρίας.

Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της, μήτε να σταθώ κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.

Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους, θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήσει.

Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο, γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος, με κανένα συνάδελφον.

Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω, καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.

Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν, να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το Έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα εσφραγισμένα γράμματα.

Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να αποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.
Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς ! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. 

Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. 

Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου».

Με το πέρας του όρκου ο μυητής ακουμπούσε το δεξί του χέρι στον ώμο του μυούμενου και δήλωνε με κάθε επισημότητα:

«Ενώπιον του αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Του Νεκρού Αδελφού, η Ταινία.

Σίγουρα όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν το ποίημα του Νεκρού Αδερφού. Ίσως όμως να μην το θυμάστε, έτσι θα σας το θυμίσουμε εμείς. !

 Η παραλογή του νεκρού αδελφού ανήκει στις παραλογές που σχετίζονται με τις λαϊκές παραδόσεις και δοξασίες. Το τραγούδι αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα δημιουργήματα της ελληνικής δημοτικής ποίησης και το βρίσκουμε σε διάφορες παραλλαγές στον Ελληνικό χώρο. 

Σίγουρα οι νεότεροι δεν θα γνωρίζουν ότι το παρακάτω ποίημα έχει γυρισθεί και σε ελληνική ταινία το έτος 1969. Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά της παραλογής "Του νεκρού αδερφού "από τον Ηλία Καμπίτη. Η διάρκεια της είναι 75 λεπτά και το σενάριο, αφηγείται τα του όρκου που έδωσε ο Κωνσταντής στη μάνα του, να φέρει πίσω την αδελφή του, από τα ''ξένα'' που την είχαν παντρεψει με τον άντρα της καρδιάς της, αν συνέβαινε κάποιο άσχημο γεγονός. Ο ίδιος, όπως και τα οχτώ αδέρφια του, πεθαίνει και αφήνει μόνη τη μάνα, η οποία τον καταριέται. Εκείνος σηκώνεται από τον τάφο του για να κρατήσει την υπόσχεσή του....(εδώ είναι που μας σηκώνετε η τρίχα)!

Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί
Άννα Ιασωνίδου , Γιώργος Οικονόμου, Βιολέττα Σούλη , Ρούλα Κωστάρα , Μαρίκα Μαυροπούλου , Γιώργος Γιαννιώτης , Αντώνης Κουφογιάννης , Ανδρέας Τσακαλής

Αφού διαβάσετε ακόμη μια φορά αυτό το δραματικό ποίημα, δείτε τα τρία μέρη της ταινίας στο τέλος του άρθρου...

 Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονών και ήλιος δε σου την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.


Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.
Μάνα μου κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμε εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
Φρόνιμος είσαι Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογηθης.
Κι α’ μο `ρτει γιε μου θάνατος κι α’ μο `ρτει γιε μου αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;


Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους Αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω.

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα
κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό και οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωνσταντίνου το μνημιό μοιρολογάει και λέει.


"Ανάθεμά σε Κωσταντή και μύρια ανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου `ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό έβαλες κριτή και τους Αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις".
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχθηκε και ο Κωνσταντής εβγήκε.


Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά την χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
Άιντε αδερφή να φύγουμε, στη μάνα μας να πάμε.
Αλίμονο αδερφάκι μου και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να `ρθω.
Έλα Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσαι όπως κι αν είσαι.
Κοντολογίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.


Στην στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κελαηδούσαν,
δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μον’ κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία:


"Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει πεθαμένος"!
Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε.
Και παρακεί που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:


"Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους"!
Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους.
Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.


Φοβούμαι σ’ αδερφάκι μου και λιβανιές μυρίζεις.
Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αϊ Γιάννη
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγανε κι άλλα πουλιά τους λένε:
"Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή και ράγισε η καρδιά της.
Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Άφησ’ Αρέτω τα πουλιά κι ό,τι κι α’ θέλ’ ας λέγουν.


Πες μου πού είναι τα κάλλη σου και πού είναι η λεβεντιά σου
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου!

Αυτού σιμά αυτού κοντά, στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της `χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.


Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δένδρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
και τα σπιτοπαράθυρα, σφιχτά μανταλωμένα.


Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
Αν είσαι φίλος διάβαινε κι αν είσαι εχτρός μου φύγε
κι αν είσαι ο πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
Σήκω μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα.
Ποιος είναι αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάνα;
Άνοιξε μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου.

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.














Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...