₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η Κυανόλευκη Μεραρχία


 Το πρώτο καλοκαίρι της Κατοχής, το 1941, προέκυψε ένα σοβαρό πολιτικοστρατιωτικό θέμα που ταλάνισε την τότε κυβέρνηση Τσολάκογλου. Αυτό είχε να κάνει με την συγκρότηση μίας ελληνικής λεγεώνας εθελοντών που θα πολεμούσε στο πλευρό των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο κατά των σοβιετικών.
  Αυτό ήταν ιδέα του υποστράτηγου Γεώργιου Μπάκου, που ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης στην κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο Μπάκος ήταν σίγουρος για την γερμανική νίκη και θεωρούσε ότι η συγκρότηση του ελληνικού εθελοντικού σχηματισμού θα ήταν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο για την Ελλάδα μεταπολεμικά, όταν πλέον θα είχε επικράτησει η Γερμανία. Επίσης πίστευε ότι θα βοηθούσε στο να γίνει ηπιότερη η γερμανική κατοχή.
  Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου δεν ήταν καθόλου θετικός σε αυτό το ενδεχόμενο και ήταν εξαρχής αντίθετος. Αντίθετα, άλλοι υπουργοί όπως π.χ. ο μετέπειτα πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος, ή στρατιωτικοί όπως ο συνταγματάρχης Κουρκουλάκος ήταν υποστηρικτές της συγκρότησης της Κυανόλευκης Μεραρχίας.
Η ιδέα της ελληνικής μεραρχίας ενθουσίασε τους Γερμανούς, οι οποίοι με καταχωρήσεις στον κατοχικό Τύπο άφηναν να εννοηθεί πως η λεγεώνα μετά τη “σίγουρη γερμανική νίκη” θα ήταν ένα σοβαρότατο επιχείρημα υπέρ της Ελλάδας. Προς αυτή την κατεύθυνση εργάζονταν και φιλογερμανικές οργανώσεις της Αθήνας και της συμπρωτεύουσας, τα κατοχικά Τρία Έψιλον και η ΕΣΠΟ. Συνήγορος στην προσπάθεια αυτή ήταν και ο ελληνομαθής Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος φον Κλεμ, ο οποίος είχε αγαστή συνεργασία με τον Μπάκο.

Έτσι,  σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει ο Τσολάκογλου τουλάχιστον 2.000 άνδρες είχαν εγγραφεί εθελοντές στη Θεσσαλονίκη για το Ανατολικό Μέτωπο, ενώ στην Αθήνα είχαν ετοιμασθεί 200 αιτήσεις για τη συγκρότηση της λεγεώνας.
Τα περισσότερα ξενοδοχεία της περιοχής Ομονοίας στην Αθήνα ήταν τότε κατειλημμένα από εθελοντές που περίμεναν να εγγραφούν στους καταλόγους της ελληνικής λεγεώνας, ενώ υπήρχε ένα συγκροτημένο σώμα από φοιτητές και νεολαίους της Κρήτης που ανέμενε να αποσταλεί στο Ανατολικό Μέτωπο. Τα γραφεία ”εθελοντών ρωσικού Μετώπου” βρίσκονταν στο Σύνταγμα, στην οδό Φιλελλήνων.
 Η ανταπόκριση λοιπόν, δεδομένων των συνθηκών, δεν ήταν καθόλου κακή και η προσπάθεια έδειχνε να καρποφορεί, αλλά η δεδομένη αντίθεση του Τσολάκογλου ήταν καταλυτική.  Ήταν αποφασισμένος να ματαιώσει με οποιοδήποτε τίμημα την δημιουργία και την αποστολή της ελληνικής λεγεώνας. Γενικότερα, ο Τσολάκογλου δεν επιθυμούσε να μπλέξει την Ελλάδα σε περαιτέρω στρατιωτικές περιπέτειες. Παράλληλα είχε αρνηθεί να κυρήξει , έστω και για καθαρά τυπικούς λόγους, τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ μετά την γερμανική εισβολή.
 Έτσι, έβαλε ανθρώπους του και διοχέτευσαν στους Ιταλούς την "πληροφορία" ότι "οι προθυμοποιούμενοι δια να ενδυθούν και να εξοπλισθούν (σ.σ. της λεγεώνας) προτίθενται να λιποτακτήσουν εις τα βουνά δια να κτυπούν εκείθεν τους Ιταλούς κυρίως και δευτερευόντως τους Γερμανούς".
 Ο Ιταλός πρεσβευτής έντρομος έσπευσε να μεταβεί στη γερμανική πρεσβεία για να συζητήσει την αναβολή της αποστολής. 
Στις 12 Αυγούστου 1941 ο Αλτενμπουργκ τηλεγράφησε στο Βερολίνο για να πάρει τις τελικές οδηγίες σχετικά με τη συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας. Ανέφερε στους προϊσταμένους του στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι “η Ελληνική Κυβέρνησις είχε προχωρήσει στις προετοιμασίες της τόσο, που μένει πλέον να κάνει την πρέπουσα διαφήμισιν μέσω του Τύπου για την δημιουργίαν της Λεγεώνας”.

Την ίδια ημέρα που το τηλεγράφημα έφθανε στη γερμανική πρωτεύουσα ο εκεί Ιταλός επιτετραμμένος Κοσμέλι επέδιδε διάβημα εκ μέρους της Ρώμης στον Ρίμπεντροπ ζητώντας να μην επιτραπεί η αποστολή Ελλήνων εθελοντών στο Ανατολικό Μέτωπο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. 
Ο Ρίμπεντροπ  θέλοντας να ικανοποιήσει  -κατά την σύνηθη τακτική του- την ιταλική πλευρά ενημέρωσε τον Άλτενμπουργκ στην Αθήνα ότι η οριστική απόφαση του Βερολίνου στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι να μην επιτραπεί η συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας.

Δυο μέρες αργότερα ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, κόμης  Άλτενμπουργκ, απάντησε στον στρατηγό Τσολάκογλου πως “επειδή συγκεντρώθηκαν πολλές λεγεώνες στη Ρωσία, δημιουργήθηκε θέμα ανεφοδιασμού και προς το παρόν δεν τίθεται θέμα”. Η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών Κατοχής έλεγε πως για “λόγους τεχνικούς δεν είναι δυνατόν να σταλεί η Λεγεών εις την Ρωσίαν”.
  Κάπως έτσι έληξε άδοξα η υπόθεση της Κυανόλευκης Μεραρχίας. Η αρνητική θέση του Τσολάκογλου ήταν σίγουρα κομβική, όπως εξίσου μεγάλο ρόλο έπαιξε και η δεδομένη ανασφάλεια των Ιταλών απέναντι στο ενδεχόμενο του εξοπλισμού Ελλήνων (μία αντίστοιχη αρνητικότητα επέδειξαν οι Ιταλοί και δύο χρόνια αργότερα για τα Τάγματα Ασφαλείας που ήταν βέβαια τελείως διαφορετική περίπτωση απ'την κυανόλευκη μεραρχία). Είναι προφανές ότι οι Ιταλοί δεν ήθελαν με τίποτα να διακινδυνεύσουν την πιθανότητα ελληνικών στρατιωτικών επιτυχιών στο ανατολικό μέτωπο, διότι αυτό θα ενίσχυε την θέση της Ελλάδας.
 Το εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης είναι πως αν και εφόσον υλοποιείτο αυτή η ιδέα και αποστελλόταν η Κυανόλευκη Μεραρχία στο ανατολικό μέτωπο, τότε θα ήταν η δεύτερη -χρονολογικά- εθελοντική μονάδα στο πλευρό του Γ’ Ράιχ. Οι πρώτοι εθελοντές ήταν οι της 5ης Μεραρχίας SS Viking που προέρχονταν από στην Σκανδιναβία και τις Κάτω Χώρες. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων εθελοντών στον γερμανικό στρατό προσήλθε απ’ το 1943 και μετά.
 Τα κυριότερα στοιχεία για την ανάρτηση είναι από την μονογραφία του Ιάκωβου Χονδροματίδη "Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα".
 

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ
                         http://static.panoramio.com/photos/original/49563268.jpg
 
Το 480 π.Χ. στη Σαλαμίνα δύο μεγάλοι πολιτισμοί έρχονται αντιμέτωποι: της Ελλάδας και της Περσίας. Και οι δύο ήταν στρατιωτικά ανεπτυγμένοι. Αν καταστρεφόταν ο περσικός στόλος, η Αθήνα θα μπορούσε να κατακτήσει τη δύναμη και τον πλούτο για να δημιουργήσει ένα χρυσό αιώνα. Αν αποτύχαινε, η κλασική Ελλάδα θα έχανε τη λάμψη, τον πολιτισμό και τους θεσμούς οι οποίοι θα αποτελούσαν την ιστορία του μετέπειτα κόσμου. Η εποποιία της Σαλαμίνας προσφέρει μια δραματική γνώση των πολεμικών τεχνών, της ευφυΐας, της στρατηγικής, των τεχνασμάτων και των αντι-τεχνασμάτων
 
Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ, στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο, κοντά στην Αθήνα) μεταξύ των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας αποτέλεσε σημαντική μάχη της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία άρχισε το 480 π.Χ. Για να σταματήσουν την περσική προώθηση, μια μικρή δύναμη Ελλήνων έφραξε το πέρασμα των Θερμοπυλών, καθώς ο ελληνικός στόλος (κυρίως Αθηναίοι) αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στα στενά του Αρτεμισίου. Στη μάχη των Θερμοπυλών, η οπισθοφυλακή των Ελλήνων εκμηδενίστηκε, ενώ στη ναυμαχία του Αρτεμισίου οι Έλληνες υπέστησαν βαριές απώλειες και υποχώρησαν μετά την ήττα στις Θερμοπύλες. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική. Οι Σύμμαχοι ετοιμάστηκαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου καθώς ο στόλος αποσύρθηκε στο κοντινό νησί της Σαλαμίνας.
Παρά την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες Σύμμαχους να ξαναντιμετωπίσουν σε μάχη τον περσικό στόλο, με την ελπίδα ότι μια νίκη θα απέτρεπε περαιτέρω θαλάσσιες επιχειρήσεις κατά της Πελοποννήσου. Ο Πέρσες βασιλιάς Ξέρξης Α' ήταν επίσης αποφασισμένος για αποφασιστική μάχη. Ως αποτέλεσμα του τεχνάσματος του Θεμιστοκλή, ο περσικός στόλος έπλευσε για τα Στενά της Σαλαμίνας και προσπάθησε να κλείσει και τις 2 εισόδους. Στον περιορισμένο χώρο των Στενών της Σαλαμίνας οι μεγάλοι αριθμοί των Περσών ήταν ενεργό πρόβλημα, καθώς τα πλοία ήταν ανοργάνωτα και δεν μπορούσαν να πολεμήσουν με ελιγμούς. Αξιοποιώντας την ευκαιρία, ο ελληνικός στόλος διαμορφώθηκε σε μια γραμμή και πέτυχε μια σημαντική νίκη, καταστρέφοντας 300 περσικά πλοία.
 Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ
 Σημαντικότατο σταθμό στην Αρχαία Ελληνική και Παγκόσμια Ιστορία αποτελούν οι αγώνες των Ελλήνων εναντίον των Περσών για την προάσπιση της ελευθερίας τους. Οι λαμπρές νίκες κατά των εκάστοτε εισβολέων επέτρεψαν στο Ελληνικό έθνος να περάσει από την εφηβική ηλικία στην ωριμότητα, ν' αποκτήσει συνείδηση της δύναμής του και να δημιουργήσει τον κλασικό πολιτισμό του οποίου οι αρχές και τα ιδεώδη αποτέλεσαν τα θεμέλια του σημερινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, επειδή ακριβώς οι αρχαίοι έλληνες έζησαν και δημιούργησαν σε μια ελεύθερη κοινωνία.
Οι μεγάλοι αυτοί εθνικοί πόλεμοι καθαρά αμυντικοί, τους προκάλεσαν οι Πέρσες στην προσπάθειά τους να υποτάξουν τη ΝΑ Ευρώπη. Από την πλευρά της Ελληνικής ιστορίας τα Μηδικά, όπως καθιερώθηκε να ονομάζονται αυτές οι συγκρούσεις, είναι κυρίως οι τρείς περσικές εκστρατείες:

Α) του Μαρδόνιου στη Θράκη και τη Μακεδονία (492π.Χ.)
Β) του Δάτη και του Αρταφέρνη στο Αιγαίο και την Αττική (490π.Χ.) και
Γ) του Ξέρξη στην Κεντρική Ελλάδα (480 - 479π.Χ.).

Οι σημαντικότεροι σταθμοί της τρίτης αυτής εκστρατείας εναντίον της Ελλάδας ήταν η μάχη των Θερμοπυλών, η ναυμαχία του Αρτεμισίου, η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη των Πλαταιών.

 
ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ

Πριν τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας
Μετά την κατάληψη του στενού των Θερμοπυλών απ' τους Πέρσες και την λήξη της Ναυμαχίας του Αρτεμισίου χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα, ο Ελληνικός στόλος εγκατέλειψε την θαλάσσια περιοχή στα Βόρεια της Εύβοιας κατευθυνόμενος προς τις ακτές της Αττικής και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την κατάκτηση ολόκληρης της Κεντρικής Ελλάδας από τον στρατό του Ξέρξη. Σ' αυτή την περίσταση ο ρόλος του Θεμιστοκλή υπήρξε οπωσδήποτε αποφασιστικός, κατόρθωσε να πείσει τους Αθηναίους να εκκενώσουν την Αττική με την προστασία του Ελληνικού στόλου ο οποίος αγκυροβόλησε στη Σαλαμίνα για να προστατεύσει αυτήν την επιχείρηση.

Οι δυνάμεις των Αντιπάλων
Για τη δύναμη του Περσικού στόλου οι πηγές μάς δίνουν διάφορες πληροφορίες, ασφαλώς υπερβολικές στο σύνολο τους, όχι όμως και τελείως αντιφατικές. Ο Αισχύλος στους "Πέρσες" αναφέρει ότι ο εχθρός διέθετε 1.207 πλοία, αριθμό τον οποίο δίνει και ο Ηρόδοτος για τον στόλο όμως που συγκεντρώθηκε στην αρχή της εκστρατείας. Επειδή όμως μεταξύ αυτού του χρονικού σημείου και της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας οι Πέρσες είχαν για διάφορους λόγους απώλειες της τάξεως των 670 περίπου πλοίων, οι οποίες αναπληρώθηκαν μόνο με 125 νέα, οι δυνάμεις που παρέταξαν στη Σαλαμίνα ήταν περίπου 670 πλοία. Εάν όμως αφαιρέσουμε τα Περσικά πλοία που περιπολούσαν στην άλλη άκρη της Σαλαμίνας πριν από τη Ναυμαχία τότε η υπεροχή του Περσικού στόλου πρέπει να ήταν 2:1.
Ο Ελληνικός στόλος που αγωνίσθηκε στη Σαλαμίνα υπολογίζεται από τον Ηρόδοτο σε 378 τριήρεις, αν και το άθροισμα των πλοίων που ο ίδιος αναφέρει ανέρχεται μόνο σε 366 τριήρεις. Απ' αυτές οι Αθηναίοι πρόσφεραν 200, οι Κορίνθιοι 40, οι Αιγινήτες 30, οι Μεγαρείς 20, οι Λακεδαιμόνιοι 16, οι Σικυώνοι 15, οι Επιδαύριοι 10, οι Αμβρακιώτες 7, οι Ερετριείς 7, οι Τροιζήνιοι 5, οι Νάξιοι 4, οι Ερμίονες 3, οι Λευκάδιοι 3, οι Κείοι 2, οι Στυρείς 2, οι Κυθνίοι 1 και οι Κροτωνιάτες επίσης 1.

Η συνέχεια εδώ

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

O Έλληνας κατάσκοπος που πέρασε 30 χρόνια στις φυλακές της Αλβανίας - Βίντεο.

H ιστορία του Λουκά Χρηστίδη, του Θεσπρωτού Έλληνα κατασκόπου που πέρασε 30 χρόνια στις πιο σκληρές φυλακές της Αλβανίας




Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα σήμερα




Οι θεσμικές και νομοθετικές προβλέψεις για τη γλώσσα στην Ελλάδα, δείχνουν ότι το γλωσσικό ζήτημα στην χώρα μας απετέλεσε στον 20ό αιώνα πολιτικοκοινωνικό και ιδεολογικό ζήτημα, όχι απλώς φιλολογικό και εκπαιδευτικό πρόβλημα. Γι’ αυτό και χρειαζόταν να παρεμβαίνει η Πολιτεία, κατά καιρούς, ρυθμίζοντας το θέμα με προβλέψεις είτε στο Σύνταγμα είτε σε επί μέρους για την Παιδεία νόμους. Πρώτη φορά η ανάγκη θεσμικής προβλέψεως για τη γλώσσα γίνεται αισθητή στην περίοδο οξύτητας του γλωσσικού ζητήματος, αμέσως μετά τη δεκαετία των Ευαγγελιακών και των Ορεστειακών και του όλου κλίματος που είχε διαμορφωθεί τότε. Έτσι το 1911 στο Σύνταγμα που ψηφίζει η Αναθεωρητική Βουλή με τον Ελευθέριο Βενιζέλο προβλέπεται: Άρθρον 107: «Επίσημος γλώσσα του Κράτους είναι εκείνη, εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής νομοθεσίας τα κείμενα. πάσα προς παραφθοράν ταύτης επέμβασις απαγορεύεται».

 Στα Συντάγματα του 1952 και του 1968 διατηρείται αυτολεξεί η πρόβλεψη περί της γλώσσας, ενώ δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στα Συντάγματα του 1927 και του 1975. Τέλος, ο δρόμος που επιλέγεται για την οριστική ρύθμιση του θέματος είναι όχι η συνταγματική πλέον θέσπιση αλλά η ψήφιση νόμου «περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως», του νόμου 309/1976, ο οποίος προβλέπει στο άρθρο 2: «Γλώσσα διδασκαλίας, αντικείμενον διδασκαλίας και γλώσσα των διδακτικών βιβλίων εις όλας τας βαθμίδας της Γενικής Εκπαιδεύσεως είναι από του σχολικού έτους 1976-77 η Νεοελληνική. Ως Νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα εις πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του Ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του Έθνους Δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων». Έξι χρόνια αργότερα, το 1982, με Προεδρικό Διάταγμα της Κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου, το Π.Δ. 207/1982, θεσπίστηκε (πάλι σε νόμο για την Εκπαίδευση: «Περί εγγραφής μαθητών στα Λύκεια της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης») η χρήση του μονοτονικού συστήματος γραφής της ελληνικής γλώσσας στην Εκπαίδευση. 

Πρόκειται για την κατάργηση της χρήσης τριών διαφορετικών σημείων (οξείας, βαρείας, περισπωμένης) για τη δήλωση του τονισμού μιας λέξης και την καθιέρωση ενός μόνον, κοινού για όλες τις περιπτώσεις, δηλωτικού σημείου, της οξείας. Παράλληλα, καταργήθηκε εντελώς η δήλωση των πνευμάτων (δασείας και ψιλής).
Ανασκοπώντας το γλωσσικό ζήτημα σήμερα με τη νηφαλιότητα που εξασφαλίζει η απόσταση από τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τα πράγματα και με την πείρα από τα αποτελέσματα και τις συνέπειες που είχε για τη χώρα μας στο πέρασμα του χρόνου, εκτιμούμε ότι η διπλή γλωσσική παράδοση, εξελίχθηκε σε γλωσσικό εμφύλιο διχασμό. Κρίνοντας εκ των υστέρων, μπορούμε σήμερα να εκτιμήσουμε πόση σπατάλη πνευματικών και παιδευτικών δυνάμεων της χώρας προκάλεσε, ιδίως τους τελευταίους δύο αιώνες, το γλωσσικό ζήτημα. Η όλη γλωσσική επικοινωνία των Ελλήνων και ό,τι αυτή συνεπάγεται –παιδεία, επιστήμη, γράμματα, κοινωνική εξέλιξη κ.ά.- δοκιμάστηκε σκληρά και ανώφελα εξαιτίας του γλωσσικού διχασμού. Αν η ελληνική γλώσσα δεν είχε υποστεί από νωρίς αυτόν τον διχασμό, αυτή τη διχογλωσσία, η οποία στην Ελλάδα υπερέβη πέρα από κάθε σύγκριση τη φυσική διαφορά που γενικότερα υφίσταται μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου, πιθανότατα θα ήταν διαφορετική η κατάσταση των επιστημών, των γραμμάτων και της παιδείας. Η ανυπαρξία λ.χ. κλασικών συγγραφέων του Νέου Ελληνισμού δεν είναι άσχετη με τη μη έγκαιρη ανάπτυξη και αποδοχή της φυσικής γλώσσας ως επίσημης και καθολικής έκφρασης του έθνους.

 Έτσι οι πνευματικοί δημιουργοί, εκτός των άλλων δυσχερειών που δημιούργησαν οι εθνικές περιπέτειες του ελληνικού έθνους (στέρηση ελευθερίας, δημοκρατίας, παιδείας, ανάπτυξης θεσμών κ.λπ.) είχαν να αντιμετωπίσουν και την καχυποψία και επιφυλακτικότητα μέχρι την αποδοκιμασία και την απόρριψη, όταν δεν εκφράζονταν στην καθιερωμένη γλωσσική μορφή. Το ίδιο και οι επιστήμονες. Ειδικότερα μάλιστα η επιστήμη της γλώσσας, η γλωσσολογία, αντί να ασχοληθεί εντατικά και δημιουργικά με μοναδικό στόχο τη σπουδή και την ανάλυση της ελληνικής γλώσσας στη διαχρονική και τη συγχρονική της διάσταση (σύνταξη γραμματικών, συντακτικών, λεξικών, έργων διδασκαλίας κ.λπ.), αναγκάστηκε να ενταχθεί στη διαμάχη περί το γλωσσικό ζήτημα στηρίζοντας τη μία ή την άλλη πλευρά και αφιερώνοντας πολύτιμο χρόνο στην αντίκρουση των αντιπάλων απόψεων. Έτσι λ.χ. το κύριο βάρος στην επιστημονική έρευνα, συγγραφή και την όλη δραστηριότητα του Γ. Ψυχάρη και περισσότερο του Μ. Τριανταφυλλίδη πέφτει στο γλωσσικό ζήτημα. το ίδιο συμβαίνει, σε μικρότερο συγκριτικά βαθμό, και με τον Γ. Χατζιδάκι και με όλους σχεδόν τους Έλληνες γλωσσολόγους μέχρι πριν από μερικά χρόνια.


Ως προς την υφή του γλωσσικού ζητήματος και την τροπή που έλαβε στην Ελλάδα, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής. Η διαφοροποίηση στη γλώσσα ενός έθνους είναι μία πραγματικότητα που συνδέεται με την ίδια τη φύση της γλώσσας και μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Συνηθισμένη και καθολική στη γλώσσα είναι η διαφοροποίηση στην ομιλία των ατόμων ανάλογα με την ηλικία, τη μόρφωση, τις επικοινωνιακές ανάγκες, τις ευαισθησίες κάθε ατόμου κ.ο.κ. Πρόκειται για κοινωνική διαφοροποίηση της γλώσσας. Εξίσου συνήθης είναι η γεωγραφική διαφοροποίηση κάθε εθνικής γλώσσας σε διαλέκτους και ιδιώματα, που ποικίλλουν ανάλογα με τις συνθήκες χρήσεως κάθε εθνικής γλώσσας. Η ιδιαιτερότητα στο γλωσσικό, όπως εξελίχθηκε στην ελληνική γλώσσα, είναι η μεγάλη διαφοροποίηση που υπήρξε ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο, η επικοινωνιακή διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση αυτή, νοούμενη ως διαφορά ύφους (επικοινωνιακής στρατηγικής, επιλογής και ενεργοποίησης διαφορετικών στοιχείων του συστήματος της γλώσσας), είναι τρέχον νόμισμα για όλες τις γλώσσες. Υπάρχει παντού και πάντοτε ως υφολογική διαφοροποίηση. Η καθαρεύουσα του Κοραή, επηρεασμένη από την προκοραϊκή καθαρεύουσα του Θεοτόκη (έχοντας η ίδια πολύ έντονη εκκλησιαστική επίδραση), θα μετεξελιχθεί στην κατ’ εξοχήν καθαρεύουσα, τη μετακοραϊκή καθαρεύουσα του Σπυρ. Τρικούπη, έχοντας πάρει ήδη επί Κοραή και στους μετέπειτα χρόνους πολλά στοιχεία από την αρχαΐζουσα, ιδίως σε λεξιλογικό επίπεδο. Αυτή η καλλιεργημένη και πολυπαραγοντική καθαρεύουσα θα αντιπαρατεθεί, με τη σειρά της, σε μία εξελιγμένη μορφή της λαϊκότερης Κοινής, στηριγμένης στην πελοποννησιακή διάλεκτο και στη διάλεκτο των Ιονίων νήσων και της Κρήτης, μία μορφή γλώσσας που αντιπροσωπεύεται από τη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών, που καλλιεργείται στη λογοτεχνία από φωτισμένους πρωτοπόρους και που επηρεάζεται (μετά τον Γ. Ψυχάρη) από ρυθμιστικές τάσεις αναπόφευκτες για μία μορφή γλώσσας, η οποία μέχρι τότε είχε προφορικό κυρίως χαρακτήρα.

Έτσι θα φθάσουμε και πάλι στον διπολισμό καθαρεύουσας και δημοτικής, σε δύο μορφές δηλαδή της ελληνικής γλώσσας σύνθετες, δυναμικά διαφοροποιημένες και οι δύο και αναπτυγμένες από διαφορετικές ανάγκες. της γραφομένης γλώσσας της διοικήσεως, της εκπαίδευσης και της επιστήμης η μία (καθαρεύουσα), της προφορικής γλώσσας, του τραγουδιού, της καθημερινής ομιλίας και βαθμηδόν της λογοτεχνίας η άλλη (δημοτική). Τόσο η προέλευση όσο και η υφή και εξέλιξη των δύο αυτών γλωσσικών μορφών της Ελληνικής, της καθαρεύουσας και της δημοτικής, της γραπτής και της προφορικής, όπως ήταν επί αιώνες η διαφορά, δεν δικαιολογεί να μιλούμε για δύο γλώσσες, για διγλωσσία. Πρόκειται προφανώς για δύο μορφές μίας και της αυτής γλώσσας, της Ελληνικής. Πρόκειται για διμορφία γλωσσική, για ό,τι ο  Γ. Χατζιδάκις προσπάθησε να διακρίνει χρησιμοποιώντας τον όρο «ομόχρονη διγλωσσία»: η χρήση αυτού ή εκείνου του όρου, στην προκειμένη περίπτωση, έχει σημασία. Η μεν διγλωσσία (ο ξένος όρος είναι bilingualism) αναφέρεται σε δύο διαφορετικές γλώσσες (πβ. τη διγλωσσία του Βελγίου, όπου χρησιμοποιείται η Γαλλική και η Φλαμανδική / Ολλανδική). Είναι η διμορφία (ο ξένος όρος είναι diglossia, πλασμένος ακριβώς από τα ισχύοντα στην Ελληνική) αναφέρεται σε δύο μορφές της ίδιας γλώσσας, όπως είναι η περίπτωση της Ελληνικής.

 Οι υπερβολές και ο φανατισμός στη διάρκεια του γλωσσικού εμφυλίου καθαρεύουσας και δημοτικής απέκρυψαν αυτή την αλήθεια, που δεν συνιστά απλό ζήτημα ορολογίας αλλά ουσίας.
Η τάση προς άρση της διαφοροποίησης, η τάση προς σύγκλιση ή ενιαιοποίηση ήταν και είναι άλλη μία καθολική τάση της δομής των γλωσσών, που οδηγεί τελικά στην ύπαρξη κοινής γλώσσας εν μέσω των διαφορών των διαλέκτων και μέσα από αυτές. Πρόκειται για δυναμική τάση ενοποίησης της γλώσσας, όταν οι διαφορές είναι ιδιαίτερα έντονες. Η τάση για ενοποίηση και σύγκλιση είναι μία κεντρομόλος δυναμική της γλώσσας έναντι της κεντρόφυγος (ή φυγόκεντρης) δυναμικής, που οδηγεί στη διαφοροποίηση και την απόκλιση. Απόρροια της κεντρομόλου ενοποιητικής τάσης υπήρξε κάθε μορφή Κοινής που διαμορφώθηκε στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας και, φυσικά, της Νεοελληνικής Κοινής ή Κοινής Νεοελληνικής ή Νεοελληνικής, η οποία και καθιερώθηκε νομοθετικά το 1976 ως επίσημη γλώσσα, οριζόμενη ως «δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων» (Ν. 309/1976). Η Νεοελληνική Κοινή που αναγνωρίστηκε τελικά ως επίσημη γλώσσα είναι, στην πραγματικότητα, μια δυναμική σύνθεση της μητροδίδακτης δημοτικής –όπως διαμορφώθηκε από την καλλιέργειά της στον γραπτό λόγο (λογοτεχνία, δημοσιογραφία, επιστήμη, εκπαίδευση), δηλαδή μίας αστικής δημοτικής που ξεπέρασε τις ρυθμίσεις του ψυχαρικού ηρωικού δημοτικισμού, υπακούοντας στις ρεαλιστικές συμβιβαστικές απόψεις του εκπαιδευτικού δημοτικισμού- με στοιχεία της λόγιας παράδοσης, της απλουστευμένης καθαρεύουσας, όπως διαμορφώθηκε υπό την πίεση του δημοτικισμού που κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Από τη σύνθεση της καλλιεργημένης δημοτικής με την απλουστευμένη καθαρεύουσα προήλθε βαθμηδόν στην προφορά και, λιγότερο, στη γραφή του μέσης μορφώσεως Έλληνα μία συγκλίνουσα μορφή γλωσσικής έκφρασης, που, αν δεν είχε το χαρακτηριστικό της επιλογής και ήταν προϊόν τυχαιότητας (ανύπαρκτης στη διαμόρφωση των πάσης φύσεως γλωσσικών συστημάτων), θα δικαιολογούσε την ονομασία μικτή γλώσσα και όχι σύνθετη γλώσσα.

Δικαίως, θα αναρωτηθεί κανείς πώς, αν είχε πράγματι ωριμάσει το θέμα, εγέρθηκαν τόσες συζητήσεις και ηπιότερες έστω διαμάχες και αντιγνωμίες για τη Νεοελληνική που άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα και επίσημα μετά τη ρύθμιση του νόμου 309/1976. Εδώ έχουμε ζήτημα τακτικής παρά ουσίας: πώς προετοιμάστηκε η γενίκευση της Νεοελληνικής στον γραπτό λόγο της Εκπαίδευσης και της Διοίκησης, δηλαδή στους δύο νευραλγικούς τομείς; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση για τη ρύθμιση προηγήθηκε κάθε ανάλογης προετοιμασίας! Ούτε η κατάλληλη γραμματική, ούτε το κατάλληλο συντακτικό, ούτε το απαραίτητο λεξικό, ούτε τα κατάλληλα βιβλία, ούτε η κατάλληλη ενημέρωση των πολιτών υπήρξε πριν από την αιφνίδια νομοθετική ρύθμιση. Εξού και η σύγχυση που προέκυψε αμέσως μετά την εφαρμογή του νόμου και η ύπαρξη αντιδράσεως, που αφορούσαν περισσότερο στην αιφνίδια και απροετοίμαστη εφαρμογή της ρύθμισης παρά στην ίδια τη ρύθμιση. (Η πρόσφατη γλωσσική μεταρρύθμιση στη Γερμανία π.χ. πραγματοποιήθηκε έπειτα από συστηματική προετοιμασία δέκα ετών!).

Η άμεση εφαρμογή της απόφασης και η ακαριαία επέκταση της χρήσης «της δημοτικής χωρίς ακρότητες» στη Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, την Εκπαίδευση και την Επιστήμη (ιδίως μέσω της ανωτάτης Εκπαίδευσης) χωρίς υποδομή, χωρίς προετοιμασία, χωρίς ενημέρωση έγιναν αιτία να αρχίσει αμέσως μετά το 1976 μία βεβιασμένη, πρόχειρη, ρυθμιστική, ακραία συχνά, απρόσεκτη και κακή χρήση της Νεοελληνικής, που εξέθεσε τη δημοτική γλώσσα και μείωσε ή και διέστρεψε τη σημασία της νομοθετικής ρύθμισης. Δεν ήταν, βεβαίως, η Νεοελληνική ως δομή γλώσσας ή ως δυνατότητα επαρκούς επικοινωνίας που έπασχε, όπως την κατηγόρησαν πολλοί, αλλά η άγνοια της χρήσης της, συνεπεία των ελλείψεων που αναφέραμε, γεγονός που οδήγησε αρχικά εν ονόματι της δημοτικής σε μία φτωχή, άκομψη, ανέκφραστη, ξύλινη και κακοποιημένη γλώσσα που φορτωνόταν τις αδυναμίες του σχεδιασμού της εφαρμογής της και της άγνοιας ή περιορισμένης γνώσης και χρήσης της από απροετοίμαστους σε γραπτή εφαρμογή της δημοτικής χρήστες.
Δύο σύγχρονες ρυθμίσεις ήλθαν να επιδεινώσουν την κατάσταση και να δημιουργήσουν σειρά παρεξηγήσεων, οι οποίες άμεσα ή έμμεσα συνδέονταν με το γλωσσικό ζήτημα. Ήταν: α) η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976, που παράλληλα με την καθιέρωση της Νεοελληνικής ως υποχρεωτικής σε όλη την εκπαίδευση καταργούσε και τη διδασκαλία του αρχαίου ελληνικού λόγου από τη β’ βαθμίδα της υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, από το Γυμνάσιο (η διδασκαλία θα γινόταν εφεξής μόνο από μετάφραση) και β) η καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος στη γραφή. 

Και η μεν κατάργηση της διδασκαλίας του αρχαίου λόγου και, κατ’ επέκτασιν, η πλήρης αποσύνδεση των μαθητών από τη γλωσσική παράδοση, από τα παλαιότερα Ελληνικά μας (αρχαία γλώσσα, βυζαντινή – εκκλησιαστική, λόγια γλώσσα) επέφερε την αποκοπή των μαθητών από την κατανόηση των πιο απαιτητικών στοιχείων της Νεοελληνικής (των λόγιας προελεύσεως στοιχείων) και υποβάθμισε ακόμη περισσότερο το γλωσσικό τους αίσθημα και τη γλωσσική τους ικανότητα, σε συνδυασμό και με το ότι οι μέθοδοι διδασκαλίας της Νεοελληνικής που χρησιμοποιήθηκαν πειραματικά (και βιαστικά) στο σχολείο –εν μέσω όλων των άλλων δυσχερειών- δεν μπορούσαν ακόμη να αποδώσουν, ούτε είχαν την κατάλληλη υποστήριξη σε εκπαιδευτικό υλικό. Η δε καθιέρωση του μονοτονικού παρασυνδέθηκε με την κακοδαιμονία της γλώσσας, ενώ η ίδια η χρήση της γλώσσας δεν είχε, φυσικά, σχέση με τη χρήση των τόνων.

Αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξε η πτώση της ποιότητας στη χρήση της δημοτικής, πράγμα αναμενόμενο και για έναν άλλο σημαντικό λόγο: η χρήση της δημοτικής από τους λογοτέχνες και τους συνειδητοποιημένους δημοτικιστές που τη χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε ως αποτέλεσμα επιλογής, ευαισθησίας και προεργασίας στη γραπτή μορφή της δημοτικής, πέρασε ξαφνικά στη γενικευμένη από όλους χρήση και λειτουργία της ως γλώσσας εξουσίας (γλώσσας της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της πολιτικής, των μέσων ενημέρωσης, της επιστήμης και, προπάντων, της Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων). 

Η ευρεία κακοποίηση της γλώσσας και η χρήση της από πολλούς κατά τρόπον που να προκαλεί το ευρύτερο γλωσσικό αίσθημα, προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια και αντιδράσεις, δημιουργώντας την αίσθηση ενός προβλήματος γλώσσας. Έτσι από το γλωσσικό ζήτημα, που λύθηκε με τη νομοθετική ρύθμιση του 1976, περάσαμε στο γλωσσικό πρόβλημα, που είχαμε έντονο παλαιότερα και έχουμε δυστυχώς και σήμερα. Οι διορθωτικές κινήσεις που έγιναν και γίνονται σε όλα τα επίπεδα (επαναφορά της διδασκαλίας της παλαιότερης γλωσσικής μας παράδοσης στο Γυμνάσιο, βελτίωση των σχολικών βιβλίων και της όλης διδασκαλίας, ενημέρωση του λαού για τη σωστή χρήση της Νεοελληνικής Γλώσσας, ετοιμασία υποστηρικτικού υλικού – γραμματικών, συντακτικού, λεξικών κ.ά.) έχουν βελτιώσει την κατάσταση, που είναι αλήθεια ότι οφείλεται και σε άλλους γενικότερους λόγους, οι οποίοι συνδέονται με τη ζωή και τις αντιλήψεις του σύγχρονου ανθρώπου (υποτίμηση της γλώσσας ως αξίας, παραγωγή ανεπεξέργαστου, βιαστικού λόγου, επίδραση της εικόνας ως μορφής επικοινωνίας, μείωση της επαφής με πρότυπα γλώσσας κ.λπ.).
Είναι επιτακτική ανάγκη λοιπόν να συζητηθεί και να ερευνηθεί συστηματικά το υπάρχον σήμερα γλωσσικό πρόβλημα. Είναι καιρός πλέον να λάβει θέση στο ελληνικό γλωσσικό πρόβλημα η Ακαδημία Επιστημών ως πρωτίστως αρμόδια.

Δρ. Παναγιώτης Νταβαρίνος

Βιβλιογραφία

Eideneier H. 1999:              Von Rhapsodie zu Rap. Aspekte der griechischen Sprachgeschichte von Homer bis heute (Tuebingen: Gunter Narr).
Μπαμπινιώτης Γ. 1979:      Νεοελληνική Κοινή (Αθήνα: Εκδ. Γρηγόρη)
Χατζιδάκις Γ. 1967Β:            Σύντομος ιστορία της ελληνικής γλώσσης (Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Σιδέρης).

Το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Περί λακωνικότητας

cebbceb1cebacf89cebdceb9cf83cebccf8ccf82
Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες εφημίζοντο για το γεγονός ότι ήσαν φειδωλοί στον λόγο (ολιγομίλητοι) και χρησιμοποιούσαν όσο δυνατόν λιγότερες λέξεις προκειμένου να αποδώσουν το νόημα της σκέψης τους. Αντιθέτως στην Αθήναη ικανότητα να πείθεις την Συνέλευση του δήμου, ή τους ενόρκους σε μία δίκη, εκφωνώντας έναν «πλούσιο» λόγο αποτελούσε προσόν και δείγμα «δύναμης» – «επιρροής». Ο Περικλής και ο Αλκιβιάδης αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτικών, που απέκτησαν πολιτική δύναμη χάριν σε αυτό το «προσόν».

ελαιογραφία του Foltz ο περικλής αγορεύει στην πνύκα
Σε αντίθεση οι Σπαρτιάτες, εκτιμούσαν την απλότητα στον λόγο όπως εκτιμούσαν την απλότητα στην ενδυμασία και την αρχιτεκτονική. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα Λακωνικού λόγου που διαπνέονται από σαφήνεια και πειθώ – ενώ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η αναφορά του Ξενοφώντα στο προσόν της Σπαρτιατικής νεολαίας………..«να μην ομιλούν παρά μόνον όταν τους απευθύνουν τον λόγο». Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της Σπαρτιατικής αποστροφής στην «φλυαρία» είναι η ιστορία των πρέσβεων της Σάμου όταν αιτήθηκαν την βοήθεια της Σπάρτης στον πόλεμο εναντίον του Πολυκράτη. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Σάμιοι εκφώνησαν έναν πολύ μακρύ λόγο στο τέλος του οποίοι οι Σπαρτιάτες παραπονέθηκαν ότι είχαν ξεχάσει τα λεχθέντα στην αρχή του λόγου. Όταν δε οι Σάμιοι έφεραν έναν σάκο λέγοντας ότι χρειάζεται να γεμίσει με αλεύρι …..τότε οι Σπαρτιάτες απάντησαν ότι η λέξη σάκος ήταν πλεονασμός (εφόσον υπήρχε ο σάκος και αναφερόντουσαν σε αυτόν) και κατόπιν συμφώνησαν να δώσουν την αιτούμενη βοήθεια. (Ηρόδοτος 3:46).

Διάσημο παράδειγμα λακωνικότητας αποτελεί η απάντηση του Λεωνίδα στην απαίτηση του Ξέρξη…….όπως οι Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες παραδώσουν τα όπλα τους. Με βάση τις ομιλίες των Αθηναίων στρατηγών που καταγράφονται στο Θουκυδίδη, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τι θα είχε απαντήσει ένας Αθηναίος στρατηγός. Αναμφίβολα θα είχε εκφωνήσει έναν μακρύ και πλούσιο λόγο για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την τιμή, καθώς και πόσο όμορφο είναι να πεθαίνει κάποιος για την πατρίδα του. Ο Λεωνίδας όμως απαντά με δύο λέξεις «Μολών λαβέ».
Επειδή ο Σπαρτιατικός λόγος χαρακτηρίζεται από την χρήση ελάχιστων λέξεων, καθιερώθηκε ο όρος «Λακωνικός» όταν αναφερόμαστε στην μινιμαλιστική ομιλία. Ωστόσο, ενώ η Σπαρτιατική κουλτούρα της μείωσης του λόγου στα ουσιώδη και της ομιλίας μόνο όταν είναι απαραίτητο, περιγράφονται με θαυμασμό από τους αρχαίους μελετητές, οι λόγοι για την καθιέρωση της «λακωνικότητας» είναι ελάχιστα γνωστοί.
Ο W. Lindsay Wheeler στο άρθρο του «Δωρική Κρήτη και Σπάρτη, ο οίκος της Ελληνικής Φιλοσοφίας» (Σπάρτη: Εφημερίδα της Αρχαίας Σπάρτης και Ελληνική Ιστορία, τόμος 3, # 2) δίνει μια πιθανή απάντηση. Τονίζει ότι «η σιωπή ήταν ένα ουσιώδες συστατικό τού Σπαρτιατικού εκπαιδευτικού συστήματος, διότι δίδασκε τους νέους να εκφράζουν τις σκέψεις τους συμπιεσμένες, με σαφήνεια και ουσία». Δίδασκε τους Σπαρτιάτες η ομιλία τους να είναι «σύντομη, περιεκτική και στοχευμένη στο νόημα» όπως οι βολές με το δόρυ τους. Εμβαθύνει στις αρχές της φιλοσοφίας βάσει των οποίων είχε δομηθεί η Σπαρτιατική κοινωνία και πολιτισμός. Ισχυρίζεται ότι μια κοινωνία η οποία βασίζεται στην παρατηρητική φιλοσοφία, πρέπει να περιφρονεί την φλυαρία συμπεραίνοντας ότι στην Σπάρτη ομιλούσαν μόνο όταν είχαν κάτι να πουν. Γενικώς στην Σπάρτη εκτιμούσαν τους φιλοσόφους και όχι τους σοφιστές.
Μία ακόμη ειδοποιός διαφορά μεταξύ Σπάρτης & Αθήνας είναι ότι στην μεν Αθήνα  οι άνδρες κέρδιζαν σεβασμό, επιρροή και δύναμη από την ικανότητά τους να επηρεάζουν την Αθηναϊκή Συνέλευση (εκκλησία του δήμου) με τα λόγια, ενώ οι Σπαρτιάτες είχαν περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν σεβασμό αποδεικνύοντας τις ικανότητες τους στην μάχη.
Όπως τονίζει ο Helmuth Karl Bernhard Graf von Moltke (διάσημος στρατηγός και υπεύθυνος για τις στρατιωτικές νίκες της Πρωσίας επί της Αυστρίας και της Γαλλίας κατά τον 19ο αιώνα) είναι πολύ πιο δύσκολο να διατυπώσει κάποιος τις σκέψεις του συνοπτικά, παρά να τις εκφράσει μακρηγορώντας (φλυαρώντας). Πράγματι, είναι πολύ εύκολο να μιλά κάποιος ασυνάρτητα επί ώρες χωρίς στην ουσία να λέει το παραμικρό. Η Σπαρτιατική μορφή μινιμαλιστικής έκφρασης απαιτούσε εξίσου έλεγχο της γλώσσας, όπως η αθηναϊκή ρητορική παράδοση των μεγάλων πολιτικών ομιλιών και θεατρικών μονολόγων…….αλλά ταυτόχρονα πολύ περισσότερη πειθαρχία.
Όσο για τη σιωπή, είναι σίγουρο ότι μπορεί και αυτή να μεταδώσει έννοιες και ορισμένες φορές με περισσότερη έμφαση απ’ ότι ο λόγος. Η σιωπή μπορεί να εκφράζει απειλή, συμπάθεια, αποδοκιμασία, αδιαφορία, δυσφορία, αποδοχή και όταν συνδυάζεται με πράξεις, μπορεί να είναι ακόμη πιο εύγλωττη. Αυτό ακριβώς το είδος έκφρασης εκτιμούσαν στην αρχαία Σπάρτη.
http://chilonas.wordpress.com

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η καταδίκη του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού το 1994-1995 δια μέσω της δίκης των «5» της Ομόνοιας!

Η καταδίκη του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού το 1994-1995 δια μέσω της δίκης των «5» της Ομόνοιας!
Του Κώστα Κυριακού

Θα αναφερθούμε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Αλβανία την περίοδο μετά την πτώση της δικτατορίας Χότζια - Αλία. Αυτήν την περίοδο περισσότερο από ποτέ τα ανθρώπινα δικαιώματα, προσφέρθηκαν για εκμετάλλευση από τους ισχυρούς του κόσμου. Όλοι τα προασπίζονται και καταγγέλλουν την παραβίασή τους και αν χρειαστεί και παρεμβαίνουν εφόσον βέβαια δεν θίγονται τα συμφέροντά τους. Παρεμβαίνουν όχι για την επίλυση του προβλήματος αλλά για να επιβάλλουν η δική τους τάξη πραγμάτων.

Οι Βορειοηπειρώτες δεν μπορούν τον σεβασμό των Αξιών και τα ανθρώπινα δικαιώματα, μετά και από την μεγάλη δοκιμασία της περιόδου 1994-95, να εμπιστεύονται στην κάθε μορφής εξουσίας που τις πιο πολλές φορές τα αντιμετωπίζει καθ’ υπαγόρευση.

Με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων πραγματοποιούνται κοσμογονικές ανακατατάξεις, Στα παρασκήνια προετοιμάζονται και γίνονται απίστευτες αλλαγές. Το μέλλον βέβαια είναι άγνωστο, αλλά μετά βεβαιότητας διαπιστώνεται από παντού όξυνση σοβινισμού.

Η Αλβανία περνούσε βαθιά κρίση. Η νέα «δημοκρατική» ηγεσία της χώρας, στην πλειοψηφία της αποτελούμενη από γνήσια τέκνα βγαλμένα από τα σπλάχνα του πρώην καθεστώτος, στην προσπάθεια αντιμετώπισης ποικίλων εσωτερικών προβλημάτων, διέβλεπαν παντού εξωτερικούς εχθρούς που σε συνεργασία με ντόπιους προδότες απέβλεπαν στην απώλεια αλβανικών εδαφών, συγκεκριμένα της Β. Ηπείρου. Αυτή η αδικαιολόγητη καχυποψία δημιουργούσε προβλήματα στις Έλληνο-Αλβανικές σχέσεις. Οι καιροί απαιτούσαν επαγρύπνηση.

Τότε η Εθνική Ελληνική Μειονότητα εκπροσωπείτο στο εσωτερικό και εξωτερικό από την πολιτική οργάνωση ΟΜΟΝΟΙΑ. Στην Ομόνοια αρχικά ήταν ενταγμένο το 100% του Ελληνισμού της Β. Ηπείρου και της ευρύτερης Αλβανικής επικράτειας.

Στις αρχές του 1991, οι περισσότεροι πρώην Πολιτικοί κρατούμενοι βρέθηκαν στην Ελλάδα. Αμέσως ίδρυσαν το σωματείο τους με την επωνυμία «Ένωση πρώην Πολιτικών Φυλακισθέντων Βορειοηπειρωτών» με έδρα την Αθήνα, το οποίο τον Μάιο του ίδιου έτους αναγνωρίσθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών.

Ο κόσμος προσδοκούσε πολλά από αυτούς τους ανθρώπους και αυτοί ακόμα περισσότερα από την Μητέρα Πατρίδα. Η παρουσία αυτών των δοκιμασμένων Ελλήνων στον τόπο καταγωγής τους ήταν επιβεβλημένη. Σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, ο καθένας επέλεξε την στάση που θα κρατούσε απέναντι στην μεγάλη αυτή πρόκληση. Οι πρώην φυλακισθέντες είχαν πάρει την απόφαση να υποστηρίξουν δυναμικά και να ενθάρρυναν την Ομόνοια.

Επιδίωκαν - χωρίς ίχνος εκδικητικών τάσεων εναντίον διαφόρων στελεχών της Ομόνοιας, οι οποίοι μέχρι πριν ολίγων μηνών ήταν τυφλά όργανα της δικτατορίας - αλλαγές στο πρόγραμμα και αντικατάσταση κάποιων ανάξιων στελεχών της ηγεσίας της Οργάνωσης.

Υπενθυμίζουμε ότι βάσει του πρώτου καταστατικού της Ομόνοιας, οι πρώην φυλακισθέντες αποκλείονταν από την Οργάνωση.

Αλλά για το καλό όλων η ηγεσία της Ομόνοιας έπρεπε να οπλίζονταν με αγωνιστικό φρόνημα το οποίο θα εμπνέονταν από την αγάπη για την Ελλάδα, τη Β. Ήπειρο και την πίστη στην Ορθόδοξη Εκκλησία. ‘Έπρεπε να τους χαρακτήριζε η ανιδιοτέλεια, η αυταπάρνηση και το πνεύμα θυσίας.

Τον Φεβρουάριο του 1992 έγιναν εκλογές στην Ομόνοια στις οποίες αναδείχτηκαν αρκετά νέα πρόσωπα. Πρόεδρος εκλέχτηκε ο Σωτήρης Κυριαζάτης (πρώην πολιτικός κρατούμενος), Γενικός Γραμματέας ο Βαγγέλης Παπαχρήστος, (γιος κατατρεγμένου), Γραμματέας Νομού Αργυρόκαστρου ο Θωμάς Κυριακού, (αδερφός πρώην πολιτικού κρατούμενου). Μετά από αυτές τις εκλογές η Αλβανική ηγεσία ήταν περισσότερο καχύποπτη. Με κάθε ευκαιρία «εγκαλούσε» τους Έλληνες για προσπάθεια «Ελληνοποίησης» της Νότιας Αλβανίας, όπως την αποκαλούσε.

Από το 1992 και μέχρι το 1994 η Ομόνοια σε συνεργασία με τους πρώην φυλακισθέντες, είχε οργανώσει με επιτυχία αρκετά συλλαλητήρια και διαμαρτυρίες. Οι Αλβανικοί παράγοντες παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα όλες αυτές τις δραστηριότητες.

Έτρεμαν από τις μαζικές συγκεντρώσεις, φοβούνταν μήπως οι Βορειοηπειρώτες μεθοδευμένα θα διεκδικούσαν Αυτονομία. (Όπως π.χ. συνέβη στις 30/06/1993 στη διαμαρτυρία που έγινε στο Αργυρόκαστρο, μετά τον διωγμό Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Μαϊδόνη).

Αυτά τα σενάρια καλλιεργούνταν από βετεράνους του Χότζα-Αλία, οι οποίοι διατηρούσαν ακόμα σημαντικές θέσεις και πολλοί από αυτούς ήταν σύμβουλοι για τα εθνικά θέματα στην κυβέρνηση Μπερίσα. (Βλέπε δηλώσεις του Σ. Μπερίσα στο δημοσιογράφο Καραγιάννη στην εφημερίδα «Εσπρέσο» (22/02/2005), όπου δηλώνει:

H συνέχεια εδώ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...