₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

-"Παράδοση ειναι ο δρομος τον οποίο ο άνθρωπος ανοίγει
καθε φορά για να βρει τον εαυτό του".

Στην πανέμορφη ελληνική Σμύρνη πριν το 1922,

τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά
ηταν μια επισημη απο τις επισημότητες σκόλες της χρονιάς
με ιδιομορφία δραστηριότητας και εκδηλώσεων πραγματικά χαρακτηριστικής.

Ας ζήσουμε για λιγο στη Σμύρνη τις άγιες τούτες μέρες.


"...Από την παραμονή των Χριστουγέννων ανάστατη ολη η οικογένεια στο σμυρναϊκό σπιτι. Απο νωρίς το απογευμα αρχίζαν τα λουσίματα και η καθαριότητα, πρώτα των παιδιων. Θα μεταλαβαίνανε του "Χριστού τη μέρα" που ξημέρωνε, γι' αυτό ήπρεπε να γινει "ειδική καθαριότητα". "Σώμα και ψυχή", οπως έλεγε η μητέρα/ σαν φέρνανε αντίρηση τα παιδιά. Λούσιμο, χτένισμα με το ψιλό χτένι/ κόψιμο σύριζα τα νύχια και σαπούνισμα γερό ουλο το κορμί για να μπουν τα παστρικά μοσκομυρισμένα ασπρόρουχα. Νηστεία κρατούσανε ολο το σαρανταήμερο, αλλα για τη μετάληψη έπρεπε να γινει "τρίμερο" με σκέτο νερόβραστο.


Αφου γινούτανε η γενική καθαριότητα στο σώμα, η μητέρα φώναζε ένα - ένα παιδί χωριστά και τόκλεινε στην κρεββατοκάμαρη. "Τώρα και τάλλα σου χρέη", έλεγε σοβαρή - σοβαρή, "τα χρέη της ψυχής, οπως τάπαμε"/ Αυτά ητανε: - Να πούνε το πιστεύω, τρεις φορές/ το πατερ ημων και να κάνουνε δέκα μετάννοιες μπροστά στα εικονίσματα. Οταν τελειώνανε κι αυτά τα χρέη/ ερχότανε η σειρά για τα χειροφιλήματα της συγχώνευσης. "Πρώτα τον παππουλη και τη νενέ/ και μη ξεχάσεις να κάνεις μετάνοια,/ αρμήνευε σιγανά η μητέρα. Παντα, τις γιορτινές μερες, απο τις παραμονές, ερχόντουσαν οι παππουληδες στα παντρεμένα τους παιδιά, για να περάσουν μαζί τους τα πατροπαράδοτα έθιμα. Οταν ερχόταν η ώρα να δώσουν την ευχή τους, για να πανε να μεταλάβουνε τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, άπλωναν με συγκίνηση το γέρικο χέρι τους να το φιλήσουν και έδιναν χιλιες ευκές με τρέμουλη απο τη συγκίνηση φωνη, για υγεία, προκοπή και προ παντων για γνώση.



Το ιδιο γινότανε κι αυτό απο τον πατέρα και τη μητέρα και οσους θειους και θειες βρισκόντουσαν κοντά. Ποτέ ομως δεν ξεχνούσανε τη νονά. Απο πολυ μικρά τα πήγαινε η μάνα τα παιδια στη νουνά, για να τα ευχηθεί τη μέρα που θα μεταλαβαίνανε. Σαν μεγαλώνανε πηγαίνανε προθυμα μόνα τους. Γιατι, η συγχώρευση της νουνάς, είχε μια ιδιαίτερη χαρά. Παντα μετά το χειροφίλημα και τις ευχές "να γίνουν καλοί Χριστιανοί", ήβαζε κάμποσα μεταλίκια στις τσέπες των βαφτισιμιών της, λέγοντας: "για να ανάψετε κερι αύριο που θα μεταλάβετε". Μετά τη μετάληψη η μητέρα είχε έτοιμο στο σπιτι, σ' ένα ρακοποτηρο, μοσχάτο κρασί κι έδινε στα παιδια, να πιούνε μια γουλια/ "για να πάει η αγία κοινωνια κάτω"/ και συνάμα παρέγγελνε, οσο πειστικα μπορούσε: "Προσέξτε παιδια, να μη φτύστε καθόλου σήμερα/ να μη χτυπήστε και ματώστε/ και προ πάντων/ να μη πειτε ασκημο λογο/ προσέξτε! έχετε μεταλάβει μη το ξεχάστε!" Οι μέρες απο τα Χριστουγέννα ισαμε τον Αγιο Βασίλη ητανε σωστό αναστάτωμα, για μικρούς και μεγάλους στην αξέχαστη πατρίδα. Τα σκολειά κλειστά και τα σπιτια ολο ετοιμασίες.


Οι νοικοκυράδες μπαινοβγαίνανε φουριόζες κι ολο μουρμουρίζανε για τα παιδιά, που μπερδεύανε μέσα στα ποδάρια τους και δεν περνούσε μέρα που να μη τα καταχερίσουνε. Μα ανήμερα την Πρωτοχρονιά τα παντα ηταν εντάξει. Τα σπιτια "πετούσαν" απο πάστρα και μοσκοβολουσαν κανέλλα και καριοφύλλι, περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο. Ούλα τα πατροπαράδοτα αντέτια, ήπρεπε να γινουν οπως τα βρήκανε απο τσι γονιοί τους. Πρωί - πρωί ξεκινούσε ολη η οικογένεια, με τα κατάκαλά τους, να πανε στην εκκλησία. Ο νοικοκύρης κρατούσε στην τζέπη του το ροδι, που θα σπούσε στην πορτα


του σπιτιού σαν θα γυρνούσαν. Για το καλό του χρόνου και για πολλά μπερικέτια, οπως λεγανε. Μετά απ' αυτό ήπρεπε να μπει με το δεξί στο σπιτικό και να ευχηθεί σ' ολη τη φαμίλια του "καλη χρονιά", φιλωντας έναν - εναν σταυρωτά. Σαν τέλειωναν οι ευχές, ολη η φαμίλια καθότανε με τάξη γύρω στο αηβασιλιάτικο τραπέζι. Η μητέρα έφερνε αμεσως το θυμιατό, και θυμιαζε με μοσκολιβανο, πρώτα την πίττα και μετά έναν - έναν κάνοντας το σημείο του σταυρού. Ο πατέρας ήκοβε την βασιλιόπιττα με την ιδια κάθε χρόνο σειρά. Το πρώτο κομμάτι του Χριστού,/ της Παρθένου/ και μετά κατά ηλικία, αρχίζοντας απο τους παπουλήδες. Το νόμισμα ήτανε παντα μεταλλίκι χρυσό και σ' εκείνον που θάπεφτε θάφερνε μεγάλο γουρι. Πολλες φορές τύχαινε, την ώρα που κόβανε την πιττα, να έρθουν τα παιδια του μαχαλά να τα πούνε. Το σήμαντρο χτυπούσε με τέχνη και το ντουμπελέκι κρατούσε το ισιο. Οι παιδικές φωνές συμπληρωναν τη χαρούμενη ατμόσφαιρα του σπιτιού και τα λόγια τους έφερναν στον καθένα ένα καλό μήνυμα:


Αρχή μηνια κι αρχή χρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ' άγιο θρόνο τραγουδούσαν τα παιδόπουλα, μα τόνιζαν ιδιαίτερα τις ευχές για τον νοικοκύρη του σπιτιού: χρόνια πολλά να ζήσει, ποντάροντας σ' ένα καλύτερο μπαξίσι. Δεν πρόφταινε καλά - καλά να τελειώσει το κόψιμο της πιττας/ και το μοίρασμα των μπουναμάδων/ κι αρχίζανε να καταφτάνουν τα πρώτα βίζιτα./ Παλιό αντένι κι αυτό. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, συγγενείς και φίλοι/ μονο άντρες/ ανταλάανε βίζιτα για να ευχηθούν "τα έτη πολλά". Ακόμη και άγνωστοι μπαίνανε απο μέσα, για να πουνε τις ευχές τους. Οι πόρτες του σμυρναιικου σπιτιού, ούλη μέρα της Πρωτοχρονιάς εμεναν ανοιχτές, για ολο τον κόσμο. Μονοι οι γιατροί,/ σαν γιατροί/ πηγαίνανε/ τη χρονιάρα μέρα/ στα σπιτια. Και ανάγκη να ήτανε αποφεύγανε να τους καλέσουνε. Ολοι οι επισκέπτες ήπρεπε να σερβιριστούν απο το μεγάλο τραπέζι της σάλας/ που ηταν ανοιγμένο περα για πέρα. Στρωμενο με το άσπρο λινο τραπεζομάντηλο/ απο τα προυκιά της νοικοκυράς/ με κεντημένα στη μέση τα ψημια της. Ολα τα καλά του Θεού βρισκόντουσαν, για το καλό της χρονιας, απανω σε εκείνο το τραπεζι. Βαλμένα με τάξη στα καλά σερβίτσια, που φύλαγαν για τις χρονιάρες μέρες.


Μεσ' τη μεση η μεγάλη φρουτιέρα με το "Χριστό". Ετσι λέγανε τη μέρα εκεινη τα λογιών - λογιών ξερά φρούτα. Σωστό φρουτατζίδικο ητανε ο λεγόμενος "Χριστός". Τίποτα δεν έλειπε. Και τι δεν είχε σε κεινη την πελώρια κρυστάλινη φρουτιέρα. Ο,τι ήθελες και τραβούσε η όρεξή σου. Δαμάσκηνα, φουντούκια, τζίτζιφα, κουκουνάρια, σουλτανιές σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια, ως και κουντουρούδια. Μα ποτέ δεν ήλιπε το μανα τ' ουρανού. Ούλα αυτά στολισμένα με πρασινάδες και ου, δείχνανε πραγματικά την ευλογία του Χριστού. Ασε πια εκεινα που είχανε φτιάξει τα άξια χέρια της νοικοκυράς. Μια στοιβα σεκέρ λουκούμια/ πασπαλισμένα με άχνη/ μοιάζανε με χιονισμένο βουνό. Δίπλα τα φοινίκια ποτισμενα στο μελι. Βασιλοπιττάκια λογιών λογιών. Αστρουλάκια καρδίτσες, αετουδάκια, ολα με το καρεφυλάκι στη μέση που μοσκομυρίζανε και θρούσανε μολις τάβαζες στο στόμα. Μα στην πρώτη γραμμή, απ' ολα τα κατασκευάσματα ερχούντανε η Βασιλόπιττα. Κάθε Σμυρνιά νοικοκυρά, ήβαζε ουλα τση τα δυνατά να στολίσει καλύτερα απο τσ' άλλης την πιττα του σπιτικού της. Στη μέση ήπρεπε να μπει / απαραίτητα/ ο δικέφαλος αετός και γύρω - γύρω μικρότερα αετουδάκια και λογιών - λογιών πλουμιά. Αστρα, πουλουδάκια και ο,τι άλλο κατέβαζε το γούστο της για να γίνει πιο όμορφη.


Αυτά ητανε αντέτια που τα κρατούσανε, ανάλογα, ολα τα σπιτικά της Σμύρνης, πλούσια και φτωχά. Οι νοικοκυρές δεχόντουσαν τα βίζιτα στολισμένες με ούλα τα καλά τους/ για να τιμήσουν τους αντρες τους/ και να φανεί η αγάπη που τους εχουν. Μεγάλη τιμή για τη νοικοκυρά ηταν/ τα βίζιτα να πάρουν απ' ούλα τα καλούδια που είχε φτιαξει και να τα παινέψουν. Το σμυρναιϊκο σπιτι ηταν φιλόξενο και οι Σμυρνιές τόχανε καμάρι να ρετσιβάρουν τους μουσαφιραίους. Τα φαγιά τους ητανε μιλημένα. Ο χριστουγεννιάτικος διανος ηθελε ολόκληρη επιστήμη για να γινει οπως πρέπει. Παραγεμισμενος με καβουρντισμένο κυγμά με ψιλό - ψιλό κρεμμυδάκι, και ξεροψημένα κάστανα στη χόβολη του μαγκαλιού. Μπόλκο μαύρο πιπερι και κουκουναράκια. Ροδοκοκκινισμένος και γαρνιρισμένος με ολόκληρες πατετούλες, άνοιγε σ' ολους την όρεξη. Ολα τα φαγια που ψήνανε οι Σμυρνιές νοικοκυράδες ητανε σωστός πειρασμός. Οποιος έτυχε να φάει το στιφάδο τους, ποτέ δεν το ξεχνά. Με μπολικα ολόκληρα κρεμμυδάκια και ολων των λογιών τα μπαχαρικά μέσα. Το κρέας, όμως, ήπρεπε νάναι γουρουνίσιο, με το συμπαθειο, ή αγριογούρουνο, άμα ητανε η εποχή του. Αμ οι γιαπρακιένιες ντολμάδες με κυμα η γιαλαντσί, τι σου λενε! 'Η το ατζέμ πιλάφι πούμενε κουκι - κουκί, ακομη και την άλλη μέρα. Ασε πια τα σουτζουκάκια! με το σκορδάκι και το μπολικο κίμινο, που μύριζαν δυο μαχαλάδες πέρα. Στα γλυκίσματα και τα ρετσέλια πια, δεν τις έφτανε κανείς. Σαν έτρωγες απ' αυτά, ηταν να γλύφεις και τα δάχτυλά σου, που λέει ο λόγος...


Οι γυναίκες στη Σμύρνη, δεχοντουσαν μόνο ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και κανανε τα βίζιτά τους την άλλη μέρα ή την παραπανω. Σκέτο "γυναικείο" οταν το λέγανε. Στα βιζιτα αυτά πια, γινούτανε και το "μορστράρισμα" των μποναμάδων. Ο,τι ήθελε να τους δωρήσουν την Πρωτοχρονιά, ήπρεπε να το φορέσουν στο βιζιτο εκεινο. Προ πάντων οι παντρεμένες και αρραβωνιασμένες. Ο,τι χρυσαφικό παίρνανε απο τσι άντρες τους και αρραβωνιαστικούς, για καμάρι το βάζανε κι ας είχαν άλλα τόσα. Κι ήβλεπες μάτια μου χρυσαφικά/ σαν να βρισκόσουνα στα κουγιουμτζίδικα του καπαλι τσαρσιού. Κορδόνια, μακριά και κοντά και Κωσταντινάτα. Μαλαματένια βραχιόλια, λογιών - λογιών. Στριφτα, μάπες ή βέργες. Σκουλαρίκια καφασωτά που λαμποκοπουσανε. Δαχτυλίδια μονόπετρα με διαμάντια σα ρεβύθι. Στα καρέ τους φιγουράρανε ρέστες - ρέστες τα μαργαριτάρια. Πολλές φορές ανακατωμένες με αληθινά κοράλια. Καταστόλιστες ξεκινούσαν για τα βίζιτα οι Σμυρνιές της καλής τάξης οπως τις λεγανε, με τα πιο καλά τους λούσα και στολιδια. Μπουάδες, μανσόν και παπούτσι λουστρίνι καϊκάκι να τρίζει. Απαραίτητο ομως ηταν το καπελλο με φτερό. Κορδωμένες στα αστραφτερά "λαντώ", κάνανε πιο πρωτοχρονιατικο αντέτι στα συγγενικά και φιλικά σπιτια.

Αγαπημένοι φίλοι και συμπατριωτες, δεν ξέρω κατά ποσο τα κατάφερα να σας μεταφέρω νοερά, για λίγο στην αγαπημένη μας Σμύρνη, στις γιορτινές μέρες Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιας. Αλλα προσπαθησα. Η μνήμη οσο παει και θολώνει με τα χρόνια, γι' αυτό, οπως είπαμε, ειναι ανάγκη να γίνονται συχνά τέτοιες προσπαθειες αναδρομής/ για να μη σβήσει ποτέ.
Ας μη κόψουμε τα αόρατα νήματα που μας δένουν με τις σκλαβωμένες μας πατρίδες και που δεν ειναι άλλα απο τις μνήμες/ εστω και θολωμένες...


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑ

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Οι μυστικές συναντήσεις και οι συνομιλίες του βασιλιά Κωνσταντίνου για επιστροφή στο Θρόνο


Συνάντηση με Πιπινέλη, Ασλανίδη και συνομιλίες με Παττακό στην Ουάσινγκτον, κατόπιν παρεμβάσεως του Σάχη της Περσίας

Του Τάσου Κ. Κοντογιανννίδη
akontogiannidis@yahoo.gr

Στις 13 Δεκεμβρίου 1967, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με μια απεγνωσμένη προσπάθεια προσπαθεί με έμπιστους αξιωματικούς να ανατρέψει τους συνταγματάρχες για να επαναφέρει την δημοκρατική ομαλότητα στη χώρα. Το κίνημά του αυτό απέτυχε γιατί ο Παπαδόπουλος που γνώριζε πλέον τις κινήσεις του αφού τον ενημέρωναν έμπιστοι αξιωματικοί που βρίσκονταν πλησίον του βασιλιά και υπέκλεπταν τις συνομιλίες του και έτσι έλαβε τα μέτρα του.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, μετά το αποτυχημένο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου έφυγε - όπως είναι γνωστό- με στρατιωτική ντακότα από την Καβάλα για την Ρώμη. Προσγειώθηκε τις πρωϊνές ώρες με τα μέλη της βασιλικής οικογενείας. Λίγο πριν το μεσημέρι, ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης που βρισκόταν στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες για την τακτική Σύνοδο με τον αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως και υπουργό Εθνικής Αμύνης στρατηγό Γρηγόριο Σπαντιδάκη, τηλεφώνησε στην Αθήνα και μίλησε στον Παπαδόπουλο.
- Θα ήθελα κύριε πρόεδρε διερχόμενος από την Ρώμη να συναντήσω τον βασιλέα και να βολιδοσκοπήσω τας προθέσεις του ...
- Αν νομίζετε οτι θα είναι χρήσιμη μία συνάντηση μαζί του έχετε την έγκριση μου, απάντησε ο Παπαδόπουλος, που ήθελε πάση θυσία ανοικτές γέφυρες με τον βασιλιά, για να καθησυχάσει τους βασιλόφρονες αξιωματικούς, διπλωμάτες, βιομηχάνους και εφοπλιστικούς κύκλους που περίμεναν εναγωνίως τις εξελίξεις.
Κατά βάθος δεν πίστευε οτι ο Πιπινέλης θα φέρει κανένα αποτέλεσμα, γιατί γνώριζε ότι ο βασιλιάς θα έθετε όρους και εκείνος δεν ήταν διατεθειμένος να τους δεχθεί. Έτσι και έγινε. Οταν ο Πιπινέλης γύρισε στην Αθήνα ενημέρωσε τον Παπαδόπουλο:
- Ο βασιλεύς αρνείται να επιστρέψει, εκτός αν η κυβέρνηση δεχθεί τους όρους που θέτει: επιστροφή των αξιωματικών στους στρατώνες, προκήρυξη εκλογών και αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Φυσικά οι όροι του απορρίφθηκαν και η προσπάθεια επιστροφής στο θρόνο του απέτυχε. Η αποτυχία όμως αυτή, δημιουργούσε προβλήματα στον Παπαδόπουλο, και ενέτεινε τις πιέσεις των φιλοβασιλικών. Ενας από αυτούς ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, που όρκισε την κυβέρνηση Παπαδοπούλου με όρους. Τότε ο Παπαδόπουλος πήρε τον Ιερώνυμο, πήγαν στην Σχολή Ευελπίδων και μετά την ομιλία του στους έκπληκτους μαθητές και αξιωματικούς, φώναξε: “Ζήτω ο βασιλεύς!” Ηταν η πιο καθησυχαστική ενέργεια προς τους βασιλόφρονες.
Άλλη σοβαρή προσπάθεια για επιστροφή του βασιλιά έγινε επι αμερικανικού εδάφους. Στις 28-3-1969, πέθανε ο στρατηγός Αϊζενχάουερ και στην κηδεία του την ελληνική κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Στυλιανός Παττακός. Παρών στην Ουάσινγκτον και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.
Δύο φορές ο πρεσβευτής της Ελλάδος στις ΗΠΑ Χρήστος Ξανθόπουλος - Παλαμάς, είπε στον Παττακό ότι είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία να δει τον Κωνσταντίνο, αλλά εκείνος, αν και φιλοβασιλικός, αρνήθηκε λέγοντας οτι δεν συντρέχει λόγος να το πράξει. Στη δεξίωση που δόθηκε στον Λευκό Οίκο από τον πρόεδρο Νίξον, προς τιμήν των ξένων προσκεκλημένων, τον Παττακό πλησίασε ο Σάχης της Περσίας και συνομίλησε μαζί του. Στο τέλος του είπε ότι στην αίθουσα βρίσκεται ο Κωνσταντίνος και θα ήταν καλό να συναντηθούν.
Ο Παττακός πιεζόμενος πανταχόθεν, τηλεφώνησε στον Παπαδόπουλο και τον ενημέρωσε. Εκείνος τον παρότρυνε και η συνάντηση βασιλιά-Παττακού κλείστηκε να γίνει το μεσημέρι της επομένης στην ελληνική πρεσβεία, όπου ο Ξανθόπουλος - Παλαμάς θα παρέθετε γεύμα προς τιμήν τους.
-Τι θα προτιμούσατε, ρώτησε ο Ξανθόπουλος - Παλαμάς. Η συνάντηση να γίνει πριν ή μετά το φαγητό ; «Καλύτερα πρίν», είπε ο Παττακός και συμφώνησε κι ο Κωνσταντίνος. Οι δυο άνδρες κλείστηκαν στο γραφείο του πρεσβευτή και άρχισαν να συνομιλούν.
Τρείς φορές κτύπησε την πόρτα ο Ξανθόπουλος- Παλαμάς, για να τους προσκαλέσει στο γεύμα. Και οι δύο αρνήθηκαν λέγοντας «αργότερα»… Η δραματική εκείνη συνάντηση κράτησε τρείς ολόκληρες ώρες! Στο τέλος, κατάκοποι, απογοητευμένοι και με κατεβασμένα τα κεφάλια, βγήκαν από το γραφείο χωρίς να πούν λέξη, αλλά και ούτε να καθίσουν στο τραπέζι για να φάνε, αφού τους κόπηκε η όρεξη… Σε κάποια στιγμή της συζητήσεως, διαφάνηκε οτι κάπου υπήρχε σημείο επαφής και ίσως τα πράγματα θα εξελίσσονταν θετικά για τον Κωνσταντίνο. Προσέκρουσαν στην επιμονή του: Επιστροφή του στρατού στους στρατώνες και εκλογές!
Μια άλλη επαφή που δεν καρποφόρησε έγινε στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972. Ο Κωνσταντίνος έκανε την απονομή του αργυρού μεταλλίου στον Πέτρο Γαλακτόπουλο που κέρδισε στην πάλη και λίγο μετά, τον πλησίασε ο υφυπουργός Αθλητισμού Κων. Ασλανίδης, χαιρέτησε δια χειροφιλήματος τη βασίλισσα Αννα Μαρία και άνοιξε κουβέντα που την έκλεισε γρήγορα ο Κωνσταντίνος λέγοντας: « Αι απόψεις μου είναι γνωσταί απο τας οποίας είμαι αμετακίνητος».

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Σουλιώτισσες οι Σπαρτιάτισσες της Επανάστασης


Οι σχέσεις των φύλων στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη.
Οι άντρες σέβονταν τις γυναίκες τους και συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις.
Οι σεβαστότερες απ΄ αυτές αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών.
Αντίθετα, ουδέποτε άνδρες ανακατεύονταν σε γυναικείους καβγάδες.Μερικές καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα στρατιωτικά συμβούλια, όπου οι γνώμες τους υπολογίζονταν όσο και των καπεταναίων. Στο σπίτι, τέλος, οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες αφέντρες.

Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός Όταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.

Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα-ηρωίδα που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά «τη γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα». «Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Η πρώτη σέρνει το χορό, φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη… Γύρω ακούγεται το μουγκρητό του ανέμου, που στροβιλίζει το χιόνι κι ανακατεύεται με το τραγούδι…

Την ίδια χρονική στιγμή(Δεκ. 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

Από τις Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες, καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου»,είπε χαρακτηριστικά στον πασά. Μια άλλη γυναίκα φυσιογνωμία που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.

 

Η περηφάνια που ένιωθαν οι Σουλιώτες και οι Σουλιώτισσες για τη Χάιδω φαίνεται στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι, το οποίο την εξισώνει με τους κορυφαίους άνδρες αγωνιστές:


Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Οι «φυλές» των Αλβανών. Ας τις γνωρίσουμε...



*Χάρτης της Αλβανίας


*Γκέγκηδες, Μαλισώροι, Μιρδίτες,
Τόσκηδες, Λιάπηδες και Τσάμηδες

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης


Οι Αλβανοί είναι γείτονές μας, αλλά ουσιαστικά δεν αποδείχθηκαν ποτέ καλοί γείτονες και αυτό το γνωρίζουμε και από την ιστορία, αλλά και από την τρέχουσα φοβερή καθημερινότητα, εξαιτίας της παρουσίας τους στη χώρα μας, που μας κατατυραννεί όλους.
Κράτος, κατόρθωσαν να γίνουν μόλις το 1912. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και το οιονεί άνοιγμα των συνόρων, πολλές χιλιάδες Αλβανών κατέφυγαν στην Ελλάδα, όπου η πλειονότητά τους δημιούργησε σειρά προβλημάτων κοινωνικής μορφής (ροπή προς την εγκληματικότητα κ.λπ.) Αυτά βέβαια, δεν αφορούν την ιστορία, αλλά την κοινωνιολογία. Αξίζει πάντως να γνωρίζουμε, ποιοι είναι αυτοί οι γείτονες που έχουν αναστατώσει τη χώρας μας ποικιλοτρόπως, αφού πέραν της καθημερινότητάς τους, που συνήθως κινείται στη σφαίρα του ποινικού νόμου ή τις παρυφές του, έχουμε και επίσημες εκδηλώσεις μεγαλοϊδεατισμού, που στρέφονται ευθέως κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας.


Το Αλβανικό Έθνος λοιπόν, χωρίζεται σε ορισμένες «φυλές» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η κάθε μια. Οι «φυλές» αυτές είναι οι ακόλουθες:

Αλβανός μπέης της Σκόδρας

* Οι Γ κ έ γ κ η δ ε ς: Ζουν στα βόρεια της χώρας, στην κοιλάδα του ποταμού Δρίνου (Μέλανος και Λευκού), κυρίως στην περιοχή της Σκόδρας. Κατά κανόνα είναι ανοιχτόχρωμοι με γαλανά μάτια. Σκληροί, βίαιοι και φιλοπόλεμοι. Οι Γκέγκηδες είναι ψηλοί και περισσότερο μεγαλόσωμοι από τους Τόσκηδες. Μιλούν την γκεκική διάλεκτο και είναι περισσότερο ατίθασοι και αυθόρμητοι απ` ό,τι οι Τόσκηδες. Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Δημιουργούν ισχυρές οικογένειες (πατριές), και δείχνουν απόλυτη υποταγή στον αρχηγό. Ακολουθούν πιστά τα ήθη, έθιμα και τις παραδόσεις τους και δεν διστάζουν να έρθουν σε σύγκρουση με το κράτος και το νόμο. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Γκέγκηδες αποτελούσαν τάγματα ατάκτων του τουρκικού στρατού, που τον ακολουθούσαν με στόχο τη λαφυραγωγία.
* Οι Μ α λ ι σ ώ ρ ο ι: Είναι ορεσίβιοι Γκέγκηδες που κατοικούν στην περιοχή των Αλβανικών Άλπεων προς τα σύνορα με το Μαυροβούνιο και είναι χριστιανοί (ορθόδοξοι ή καθολικοί) ή μουσουλμάνοι.
* Οι Μ ι ρ δ ί τ ε ς: Αυτοί ζουν στην κοιλάδα του ποταμού Μάτι και είναι κατά κανόνα καθολικοί. Αποτελούν παρακλάδι των Γκέγκηδων και θεωρούνται ως οι πιο πολιτισμένοι Αλβανοί.
* Οι Τ ό σ κ η δ ε ς: Απαντώνται στην Κεντρική και Νότια Αλβανία και είναι μουσουλμάνοι ή χριστιανοί ορθόδοξοι. Τα ήθη και τα έθιμά τους είναι όμοια με τα ελληνικά. Είναι σχετικά κοντοί, μιλούν την τοσκική διάλεκτο της αλβανικής γλώσσας, η οποία έχει θεσμοθετηθεί ως η επίσημη γλώσσα της Αλβανίας, είναι λιγότερο εκδηλωτικοί, ενώ οι περισσότεροι απ` αυτούς ασχολούνται με την πολιτική, τις επιστήμες και τα γράμματα. Οι Τόσκηδες θεωρούν τους Γκέγκηδες ως τραχείς, πρωτόγονους, ασυμβίβαστους και ευέξαπτους, που δεν δέχονται εύκολα τους καταναγκασμούς και τις συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
* Οι Λ ι ά π η δ ε ς: Είναι μουσουλμάνοι, που κατοικούν στην περιοχή της Μουζακιάς, μεταξύ των εκβολών των ποταμών Σκούμπι και Σεμένη. Ο Σεμένης ή Σεμάν, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός της Αλβανίας. Ο Σκούμπι ή Γενούσος με μήκος 100 χλμ. περίπου πηγάζει από τα νότια Κανδανούια, δυτικά του Πόγραδετς. Οι Λιάπηδες διακρίνονται για την αγριότητα, την πανουργία και την θρασύτητά τους. Αυτά τα γνωρίσματα, οι ίδιοι τα θεωρούν ως ενδεικτικά της γενναιότητάς τους. Λιάπης ήταν ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων (από το Τεπελένι) και ο βεζίρης του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β΄ ο Φερίτ πασάς Βλιώρας (από τον Αυλώνα). Η περιοχή τους ονομάζεται Λιαπουριά.

*Τσάμηδες υποστηρικτές του Ιταλικού φασισμού

* Οι Τ σ ά μ η δ ε ς: Είναι μουσουλμάνοι που κατοικούν σήμερα στη Νότια Αλβανία. Η περιοχή τους ονομάζονταν Τσαμουριά. Η ονομασία «Τσαμουριά» προέρχεται από την παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις… Θυαμουριά… Τσαμουριά.


Γενικώς...

Οι Βόρειοι Αλβανοί διαφέρουν χαρακτηριστικά από τους Νότιους Αλβανούς. Οι Γκέγκηδες, οι Μαλισώροι και οι Μιρδίτες πιστεύεται ότι είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Αντίθετα οι Τόσκηδες, οι Λιάπηδες και οι Τσάμηδες, θεωρούνται απόγονοι Ελλήνων, με εμφανή τα σημεία της επιμειξίας τους με τους Γκέγκηδες. Στους Τόσκηδες, υπερέχουν τα ελληνικά χαρακτηριστικά, ενώ στους Λιάπηδες και τους Τσάμηδες υπερέχουν τα γκέγκικα χαρακτηριστικά. Στη διαμόρφωση όλων των παραπάνω αλβανικών φυλών σημαντική επίδραση είχε και η επιμειξία των παλαιών Αλβανών με διάφορα ξένα φύλα ρωμαϊκά, βενετικά, σερβικά και τουρκικά.
Στις νότιες επαρχίες της Αλβανίας, στην περιοχή που είναι ευρύτερα γνωστή ως Βόρεια Ήπειρος, κατοικούν αμιγώς ελληνικοί πληθυσμοί, με γνήσια ελληνική καταγωγή και συνείδηση. Η Βόρεια Ήπειρος απελευθερώθηκε από τους Έλληνες δύο φορές μέσα στον 20ο αιώνα (το 1912 και το 1940) αλλά τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων απέδωσαν την Βόρεια Ήπειρο στην Αλβανία.

Η περίπτωση των Τσάμηδων

Οι Τσάμηδες, αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι, ζούσαν συγκεντρωμένοι κυρίως στη Θεσπρωτία και ιδιαίτερα στις περιφέρειες Ηγουμενίτσας, Μαργαριτίου, Φιλιατών και Παραμυθιάς. Όταν άρχισε ο πόλεμος του 1940 ήταν περίπου 23- 24.000 άτομα.
Στη διάρκεια της Κατοχής συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς αρχικά και τους Γερμανούς στο τέλος, διαπράττοντας σωρεία εγκλημάτων εις βάρος των Ελλήνων. Μάλιστα, με διάταγμα της Ιταλικής φασιστικής κυβέρνησης διορίστηκαν οι αδελφοί Νουρή Ντίνο και Ναζάρ Ντίνο από την Παραμυθιά, ο μεν πρώτος ύπατος αρμοστής Θεσπρωτίας, ο δε δεύτερος συνταγματάρχης της «Μιλίτσια», δηλαδή της Πολιτοφυλακής. Αργότερα, με έγκριση των Ιταλών, δημιούργησαν την οργάνωση «Κσίλι Νασιονάλ Σκιπετάρ» (Εθνική Αλβανική Επιτροπή), ένα είδος τοπικής κυβερνήσεως, που για λόγους συντομίας λεγόταν «Ξίλια» (K.S.I.L.I.A) . Η οργάνωση αυτή δημιούργησε 14 τάγματα που έκαναν φοβερά εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής. Ειδικότερα οι ηγέτες των Τσάμηδων, μπέηδες μεγαλοτσιφλικάδες από την εποχή της Τουρκοκρατίας, συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές και συμμετείχαν σε διώξεις, καταστροφές, και μαζικές εκτελέσεις. Γνωστότερη είναι η εκτέλεση 49 προκρίτων της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο 1943, που έκαναν οι Γερμανοί με υπόδειξη των Τσάμηδων.

*Τσάμηδες παρουσιάζουν όπλα σε Γερμανό αξιωματικό.


Οι Τσάμηδες εκδιώχτηκαν τελικά στην Αλβανία από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ, του ναπολέοντα Ζέρβα. Οι αντάρτες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή της Ηπείρου, προέβησαν σε βίαια αντίποινα, τα οποία κορυφώθηκαν με τη μαζική εκδίωξη των Τσάμηδων στην Αλβανία, τον Σεπτέμβριο του 1944.
Στα ιταλικά αρχεία, διασώζεται ένα υπόμνημα του Τουρκαλβανού Τσάμη, Ντίνο προς τον Μπενίτο Μουσολίνι (που τον προσφωνεί AL CAVALIERE) με το οποίο επικαλείται την βοήθεια των Ιταλών, εκδηλώνοντας την αφοσίωση των Τσάμηδων προς την Ιταλία.
«Όλοι οι Έλληνες- έγραφε μεταξύ άλλων ο Ντίνο Μπέης- είναι οπλισμένοι, και μέρα με τη μέρα περιμένουν την πολυπόθητη άφιξη των Άγγλων, απευθύνοντας μας συχνά απειλητικά υπονοούμενα. Οι Τσαμουριώτες εν τω μεταξύ μου έχουν συχνά απευθύνει την ερώτηση: «Η Ιταλία πολέμησε την Ελλάδα για την Τσαμουριά, γιατί τώρα δεν υπολογίζει την πίστη μας και μας αφήνει στο έλεος των κοινών μας εχθρών;».
Και κατέληγε:
«Αυτός ο κόσμος οπλισμένος δυνατός και γεναιόδωρος θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη γη του, και να πεθάνει για την αφοσίωσή του στην Ιταλία».
Το υπόμνημα αυτό έχει ημερομηνία, 26 Φεβρουαρίου 1943.
Οι Τσάμηδες και σήμερα, διεκδικούν την επιστροφή τους στην Ελλάδα και την απόδοση των περιουσιών τους.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Όταν τα χιλιόμετρα τα έλεγαν σχοινίδια


Εργασίες για την κατασκευή της οδού Αθηνών – Πειραιώς (1835-1836) από εργάτες, ενώ επιβλέπουν άνδρες του Μηχανικού του Στρατού.
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Οι πρώτοι τροχονόμοι ονομάζονταν «οδοφύλακες», τα πεζοδρόμια «παραπάτια», οι αποστάσεις μετριόνταν με «σχοινίδια», τα πρόστιμα για παραβάτες, πεζούς και τροχοφόρα, ήταν ιδιαίτερα τσουχτερά και ο πρώτος κώδικας οδικής κυκλοφορίας είχε τίτλο «περί της καθ’ οδόν απαντήσεως των αμαξών, εφίππων κ.λπ.». Πρόκειται για σειρά τριών νομοθετημάτων που θέσπισε η αντιβασιλεία και σκόπευαν να καλλιεργήσουν οδική συνείδηση στους Έλληνες και να θέσουν τα θεμέλια για τη λειτουργία του νέου οδικού δικτύου.
Πότε συνέβαιναν όλα αυτά; Μα όταν φτιάχτηκαν οι πρώτοι δρόμοι, στα τέλη 1836! Τότε, αποφασίστηκε η λήψη μέτρων, τα οποία αποσκοπούσαν στην προστασία των δρόμων ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση αφού κατασκευάσθηκαν «δια τοσούτων δημοσίων δαπανών». Ήταν η εποχή, που οι μόνοι έτοιμοι δρόμοι, ήταν η οδός Πειραιώς, που οδηγούσε από την πρωτεύουσα στο λιμάνι της και ο δρόμος από την πρώτη πρωτεύουσα το Ναύπλιο προς Άργος. Όσο γραφικά φαντάζουν σήμερα, στην εποχή τους τα μέτρα αυτά ήταν πρωτοποριακά και αποτελούσαν αντιγραφή θεσμικών μέτρων που ίσχυαν στις σημαντικότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης.
Μονάδα ελαφρού πεζικού που δημιουργήθηκε μετά την άφιξη του Όθωνα.
Επιστάτες – Οδοφύλακες:
Οι πρώτοι τροχονόμοι!
Η επιτήρηση των δρόμων ανατέθηκε σε ειδική υπηρεσία, την πρώτη «τροχαία» που συστήθηκε στη χώρα μας. Μία για την οδό Πειραιώς και μία για την οδό Ναυπλίου – Άργους. Επικεφαλής τέθηκε ο «επιστάτης», ο οποίος εκλεγόταν μεταξύ των αξιωματικών των αποκαλούμενων «ελαφρών στρατευμάτων». Ο «επιστάτης» τέθηκε στη διάθεση του νομομηχανικού και είχε υπό τις διαταγές του τους τροχονόμους της εποχής, οι οποίοι αποκαλούνταν «οδοφύλακες». Οι τελευταίοι ήταν επιφορτισμένοι με την επιτήρηση και την προφύλαξή των δρόμων από τυχόν βλάβες. Εντάχθηκαν κανονικά στο προσωπικό «δημόσιας ασφάλειας», δηλαδή στο αστυνομικό σώμα της εποχής.
Οι επιστάτες είχαν το δικαίωμα να οπλοφορούν, ενώ οι οδοφύλακες φορούσαν περιβραχιόνιο με την ένδειξη «Βασιλικός Οδοφύλαξ». Ταυτοχρόνως βέβαια παρέμεναν υπεύθυνοι οι χωροφύλακες και οι δημοτικές αρχές για τη μύνηση των παραβατών. Και λόγω αδυναμίας των τότε αστυνομικών αρχών να προβαίνουν σε εξακρίβωση των στοιχείων όσων παραβατών δεν γνώριζαν οι ίδιοι, είχαν επίσης το δικαίωμα να προβαίνουν σε κρατήσεις και να οδηγούν τους παραβάτες στον ειρηνοδίκη για τα περαιτέρω.
Το Ναύπλιο, η πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.
«Παραπάτια» και «χάνδακες»
«Παραπάτια» ονομάζονταν τα πρώτα χρόνια τα πεζοδρόμια, ενώ το μέσον του δρόμου αποκαλούνταν «χάνδακας», προφανώς γιατί ήταν κάτι τι χαμηλότερα. Έτσι εξάλλου αποκαλούνταν ακόμη και στα επίσημα Βασιλικά Διατάγματα. Σύμφωνα λοιπόν, με το πρώτο εξ αυτών, «τα παραπάτια είναι προσδιωρισμένα δια τους πεζούς, το δε μέσον των μεγάλων οδών δια την διάβασιν των ζώων και των αμαξών». Επομένως απαγορευόταν «το να πηγαίνη έφιππος, με αμάξας ή με χειράμαξας ή να διέρχεται τις εις τα παραπάτια, ή να περνά εκείθεν ζώα, ωσαύτως και εις τους πεζούς εμποδίζεται να κατέρχωνται εις τους χάνδακας της οδού». Οι άμαξες της εποχής έπρεπε «να παραμερίζωσιν αμοιβαίως ώστε να διαβαίνουν πάντοτε δεξιά η μία της άλλης».
Εφόσον δε προβλεπόταν κατά μήκος των μεγάλων δρόμων να μπαίνουν δενδροφυτείες, απαγορευόταν αυστηρά στους ιδιοκτήτες των ζώων να τους επιτρέπουν να πλησιάζουν δένδρα. Επίσης απαγορευόταν «ν’ αφίνουν επί των οδών αμάξια, οχήματα και άλλα τοιαύτα, είτε φορτωμένα, είτε αφόρτωτα και μάλιστα την νύκτα∙ εις περίστασιν δε όταν τύχη να συντριφθή άμαξα τις, πρέπει να μεταφερθή πριν νυκτώση έξω της οδού αυτή τε και το φορτίο της∙ ή αν τούτο δεν ήναι δυνατόν χρεωστεί να ανάπτη φως»!
Τσουχτερά πρόστιμα και προσωπική εργασία
Απαγορευόταν να κατεβαίνουν ζώα «εις τους χάνδακας της οδού», να πορίζονται στο δρόμο και να περνούν κατά μήκος. Ιδιαίτερη μνεία γινόταν στους βοσκούς, ώστε να αποφεύγουν να περνούν τα κοπάδια τους από τους δρόμους, αλλά να δημιουργούν ειδικά περάσματα (γέφυρες), σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές. Επίσης, απαγορευόταν αυστηρά οι βλάβες στα κάγκελα των δρόμων, στους μιλιοδείκτες ή στα δημόσια μνημεία.
Τα πρόστιμα για τους παραβάτες ήταν ιδιαίτερα τσουχτερά και χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία, η οποία πλήρωνε πρόστιμο έως 20 δραχμές, υπάγονταν όσοι είχαν παραβεί τις διατάξεις για τα «παραπάτια», την κυκλοφορία στο δρόμο και τις βλάβες στις δενδροστοιχίες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν όσοι στάθμευαν φορτωμένα κάρα και άφηναν τα κοπάδια τους να κυκλοφορούν στους δρόμους ή προκαλούσαν βλάβες στις ταμπέλες. Αυτοί τιμωρούνταν με πρόστιμο από δέκα έως πενήντα δραχμές. Το πρόστιμο αποφασιζόταν από τον ειρηνοδίκη και τα χρήματα έμπαιναν στα δημοτικά ταμεία, ενώ ο παραβάτης ήταν υποχρεωμένος να διορθώσει τυχόν βλάβες ή να αποζημιώσει ανάλογα το δημόσιο. Και όταν δεν είχε να πληρώσει κρατούνταν και εργαζόταν για τη διόρθωση των οδών τόσες ημέρες, όσες απαιτούνταν για να πληρώσει το χρέος του ανάλογα με το ημερομίσθιο κάθε εποχής!
Φορτωμένα ζώα διασχίζουν δρόμο.
Ο άτυπος κώδικας οδικής κυκλοφορίας
Το τρίτο κατά σειρά Διάταγμα εκδόθηκε τις πρώτες ημέρες του 1837, αφορούσε την οδική συμπεριφορά στους δρόμους του ελληνικού βασιλείου και θεωρήθηκε από αρκετούς ερευνητές ως ο πρώτος κώδικας οδικής κυκλοφορίας. Επαναλάμβανε πως τα τροχοφόρα, οι έφιπποι κ.λπ. έπρεπε να πηγαίνουν δεξιά «και να μένη ούτως η δίοδος ελευθέρα απ’ αμφότερα τα διαβαίνοντα μέρη», ενώ όποτε εμφανίζονταν ταχυδρόμοι που σάλπιζαν υποχώρηση όλοι έπρεπε να παραμερίσουν! Οι παραβάτες δε τιμωρούνταν με πρόστιμα, τα οποία προσδιορίζονταν από τον ειρηνοδίκη στον οποίο έστελνε τους πρώτους ο εκάστοτε δήμαρχος.
ΑΘΗΝΑ 1836 ΠΙΝΑΚΑΣ LUDWIG LANGE
Οι πινακίδες και οι αποστάσεις
Στις άκρες των δρόμων στήνονταν πάνω σε πασσάλους μαύρες πινακίδες, όπου με λευκά γράμματα γράφονταν –συνοπτικά– οι οδηγίες για τις παραβάσεις! Υπήρχε όμως και η δημόσια σήμανση των δρόμων που αφορούσε το μήκος των διαδρομών σύμφωνα με το μετρικό σύστημα που ίσχυε στο νεοσύστατο κράτος. Τα διαστήματα των δρόμων μετρούνταν με στάδια (χίλια μέτρα = ένας βασιλικός πήχυς), σχοινίδες (χίλια μέτρα = ένας βασιλικός πήχυς) και ½ σχοινίδα ή λεύγα (5.000 μέτρα). Έτσι αναφέρει ένα ξεχωριστό Διάταγμα που εκδόθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου (1836).
ΟΘΩΝ
Υπήρχαν όμως και πέτρινες σκαλισμένες πινακίδες που έδειχναν τις αποστάσεις! Τοποθετούνταν σε τακτά διαστήματα, τριάντα πόντους μέχρι ένα μέτρο πάνω από τη γη με σκαλισμένα τα αρχικά του μέτρου [ΣΧ (σχοινίδες), ΩΡ (λεύγες) και ΣΤ (στάδια)] και δίπλα την απόσταση. Η αρίθμηση των αποστάσεων (στάδια, λεύγες, σχοινίδες) άρχιζε από την πρωτεύουσα προς τις πλησιέστερες πόλεις. Από εκεί άρχιζε πάλι νέα αρίθμηση προς όλες τις διευθύνσεις. Το αρχικό σημείο (Α) ήταν η συμβολή των οδών Ερμού και Αιόλου. Από εκεί γίνονταν μετρήσεις και τοποθετούνταν πινακίδες στους δρόμους: α) προς Πειραιά, β) προς Ελευσίνα, Μέγαρα, Καλαμάκι και Κόρινθο και γ) προς Θήβα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...