₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ο Χο Τσι Μινχ ήταν στρατιώτης στην Έδεσσα!


Ο πατέρας του βιετναμέζικου έθνους και ο άνθρωπος που κέρδισε τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Χο Τσι Μινχ ήταν στρατιώτης στην Έδεσσα κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο!...

Αυτό τουλάχιστον ανέφερε ο πρώτος πρέσβης του Βιετνάμ στην Ελλάδα, Μπιν Βου που επισκέφθηκε την Έδεσσα μετά από πρόσκληση του δημάρχου Δημήτρη Γιάννου, κατά τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου. 



Συγκεκριμένα, όπως έγινε γνωστό, κατά τις επαφές που είχε ο Μπιν Βου με εκπροσώπους του δήμου, αλλά και της αντιπεριφέρειας Πέλλας, ο Χο Τσι Μινχ υπηρέτησε στον Γαλλικό στρατό και πέρασε από την Έδεσσα και την Σκύδρα.

Μάλιστα, στο πλαίσιο της αναζήτησης σχετικών πληροφοριών, ο πρέσβης επισκέφθηκε μαζί με τον δήμαρχο, τον βετεράνο Τρύφωνα Σιβένα (107 χρονών σήμερα), ο οποίος επιβεβαίωσε το γεγονός με μοναδικές λεπτομέρειες. Λίγο πριν την επιστροφή του, ο πρέσβης του Βιετνάμ φύτεψε συμβολικά μαζί με τον δήμαρχο Έδεσσας, το δέντρο της φιλίας των λαών, στην αυλή του παλιού γαλλικού νοσοκομείου (σημερινό ΚΑΠΗ & Δημόσια Βιβλιοθήκη) πάνω στην οδό που άνοιξαν οι γάλλοι στρατιώτες. Και αναχώρησε τελικά από την Έδεσσα υποσχόμενος ότι, όπως η Ελλάδα βοήθησε το Βιετνάμ στις δύσκολες στιγμές του, έτσι και το Βιετνάμ θα κάνει ό,τι είναι δυνατό για ξεπεράσει η χώρα μας την κρίση. 
ΠΗΓΗ: ΑΜΠΕ 

 http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2012/10/blog-post_4802.html#more

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Βιβλία που διαβάσαμε και σας τα προτείνουμε

1) Χριστιανισμός και Ισλάμ - Μια νέα προσέγγιση Joachim Gnilka
Δείτε το εδώ σε ηλεκτρονική μορφή από το scribd

2) Δημογραφικό και Λαθρομετανάστευση - Ποιοί και πως μοθοδεύουν την εξαφάνιση των Ελλήνων από την Ελλάδα, Στέφανος Σωτηρίου εκδόσεις Τήνος
Το αγοράσαμε από εδώ και το βρήκαμε σε ηλεκτρονική μορφή από το scribd εδώ

3) Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο - Άρτουρ Σοπενχάουερ Εκδόσεις Πατάκη

4) Mεγάλες μορφές, Εξερευνητές και θαλασσοπόροι Μεγάλοι Ηγέτες Διάσημες Γυναίκες, Εκδόσεις Αρσενίδης


Η ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία του Ιωάννη Μεταξά έναντι της Ιταλίας (1936-1940)



γράφει ο Αρχιμανδρίτης κ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ  ΚΕΦΑΛΟΠΟΥΛΟΣ σε πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση στο http://www.istorikathemata.com/ )
 Το 1936, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς κήρυξε την δικτατορία της 4ης Αυγούστου και εξ αιτίας του εσωτερικού κομμουνιστικού κινδύνου και της αναταραχής στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος, στον διεθνή χώρο είχαν ήδη εκδηλωθεί τα πρώτα σημάδια του επερχομένου πολέμου ( ενσωμάτωση Ρηνανίας στην Γερμανία, κατάκτηση Αβυσσηνίας από τους Ιταλούς, ιταλική παρουσία στην Αλβανία, ισπανικός εμφύλιος). Οι επεκτατικές διαθέσεις της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής στην ανατολική Μεσόγειο γίνονταν εύκολα αντιληπτές. Σε αυτές τις δυσμενείς διεθνείς συνθήκες κύριο μέλημα της εξωτερικής πολιτικής του Μεταξά ήταν να διατηρήσει την ουδετερότητα της Ελλάδος. Έτσι, προσπαθεί να αποφύγει τις ιταλικές προκλήσεις ώστε να αποτραπεί ο πόλεμος, και ταυτόχρονα επιζητεί την βρετανική υποστήριξη ως αντιστάθμισμα της ιταλικής διεισδυτικότητας στην νοτιοανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια και Μεσόγειο. Επιπλέον, φροντίζει να προετοιμάσει πολεμικά την χώρα για το ενδεχόμενο ενός πολέμου. Είναι ενδεικτικό ότι την τετραετία 1936-1940 δαπανήθηκαν 12 δις δρχ. για τον εξοπλισμό και την οχύρωση της χώρας [i].

Η ελληνική εξωτερική πολιτική του Μεταξά, που δεν διέφερε ουσιαστικά από αυτήν που είχε ακολουθηθεί τα προηγούμενα έτη, είχε στόχο την διατήρηση της ελληνικής ουδετερότητας. Αυτή η ουδετερόφιλη πολιτική προς τις ξένες δυνάμεις είχε δύο κατευθύνσεις, την βαλκανική και την μεσογειακή. Θεμέλιο της πρώτης ήταν το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934 μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας, που συσπείρωνε τις βαλκανικές χώρες σε μία συμμαχία που σκοπούσε στην εξασφάλιση της ειρήνης και την αντιμετώπιση της βουλγαρικής κατά κύριο λόγο επιθετικότητας. Ωστόσο, στρατιωτικές υποχρεώσεις δεν προέκυπταν για τις βαλκανικές χώρες σε περίπτωση επιθέσεως από μία εξωβαλκανική Μεγάλη Δύναμη. Έτσι, π.χ. σε μία ιταλική επίθεση κατά ενός βαλκανικού κράτους, τα άλλα κράτη θα παρέμεναν ουδέτερα. Έτσι όμως δεν διασφαλιζόταν πλήρως η ειρήνη ούτε και η Ελλάδα από την ιταλική απειλή, η οποία το 1934 δεν ήταν εμφανής.

Βασιλιάς Γεώργιος Β΄
Η έλλειψη σχετικής πρόβλεψης το 1934 θα δεσμεύει και την πολιτική Μεταξά, που δεν προσδοκά στρατιωτική ενίσχυση από τα βαλκανικά κράτη. Άλλωστε, η βαλκανική του πολιτική βασιζόταν στον άξονα φιλίας Ελλάδος και Τουρκίας, και στην πρόταξη της βουλγαρικής απειλής (πρβλ. αμυντική γραμμή οχυρών Μεταξά)[ii]. Έναντι των άλλων εξωβαλκανικών δυνάμεων και των επιδιώξεών τους στην Βαλκανική, η πολιτική της Ελλάδος θα ήταν εξισορροπητική και ίσων αποστάσεων. Ως προς την μεσογειακή πολιτική, ο Μεταξάς επιζητούσε την ναυτική συνεργασία της Βρετανίας για να αντισταθμίσει την ιταλική απειλή στην ανατολική Μεσόγειο. Ο ίδιος ο Μεταξάς από τον Ιούλιο του 1936 είχε σπεύσει να διαβεβαιώσει τους Βρετανούς ότι η Ελλάδα θα τηρήσει όμοια πολιτική με την βρετανική στον χώρο της Μεσογείου. Αλλά και μετά την 4η Αυγούστου διαβεβαίωνε τον Βρετανό πρέσβυ Waterlow  για την φιλοβρετανική του στάση. Ανάλογες ήσαν και οι θέσεις του βασιλέως Γεωργίου Β' [iii]. To 1937 o Μεταξάς θα δώσει έμπρακτο δείγμα της στάσης του όταν υπογράφθηκαν ή αναθεωρήθηκαν συμβάσεις της ελληνικής κυβερνήσεως με βρετανικές εταιρίες, στις οποίες είχαν παραχωρηθεί προνόμια στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

Αλλά και αργότερα, το 1938 ο Μεταξάς επαναλαμβάνει ανάλογες βεβαιώσεις. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο δήλωνε ότι ''σε περίπτωση πολέμου η Ελλάδα θα τηρούσε στάση φιλικής ουδετερότητας προς την Βρετανία'', ενώ τον Οκτώβριο του ιδίου έτους έλεγε στον Waterlow ότι θα ήθελε πιο στενές διμερείς σχέσεις. Στα τηλεγραφήματα του Βρετανού πρέσβεως προς την κυβέρνησή του αναφέρονται τα επιχειρήματα του Μεταξά υπέρ μιας διακρατικής συμμαχίας ( γεωγραφική θέση της Ελλάδος, δυνατότητα ελιμενισμού του βρετανικού στόλου στα ελληνικά ύδατα, παροχή βρετανικής οικονομικής ενίσχυσης σε αντιστάθμισμα της γερμανικής οικονομικής διείσδυσης στην Ελλάδα κ.ά.).

Ευλόγως  τίθεται το ερώτημα γιατί ο Μεταξάς εμφανίζεται να ακολουθεί φιλοβρετανική πολιτική, ενώ πιο αναμενόμενη θα ήταν μία φιλοαξονική στάση, την στιγμή μάλιστα που και οικονομικές δεσμεύσεις υπήρχαν προς την Γερμανία και ιδεολογικές συγγένειες με το καθεστώς της. Η συμπάθεια του Μεταξά προς την Γερμανία υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο ίδιος είχε εκπαιδευθεί στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου, και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε ως πρότυπο το εθνικοσοσιαλιστικό γερμανικό κράτος και το ιταλικό φασιστικό, των οποίων η ιδεολογία και οι θεσμοί έγιναν προσπάθειες να εφαρμοσθούν στην Ελλάδα. Παρά τις ιδεολογικές συγγένειες των καθεστώτων, ο Μεταξάς ήταν υποχρεωμένος εκ των πραγμάτων να ακολουθήσει φιλοβρετανική πολιτική. Η βρετανική επιρροή στην Ελλάδα ήταν μεγάλη και βασικός της προωθητής ήταν ο βασιλεύς Γεώργιος ο Β', αγγλόφιλος, για την παλινόρθωση του οποίου το 1935 ο βρετανικός παράγων υπήρξε καίριος. Ο Μεταξάς δεν διέθετε ισχυρά ερείσματα στον λαό και τον στρατό και ουσιαστικά βρισκόταν σε μειονεκτική θέση έναντι του βασιλέως [iv]. Πάντα φοβόταν μήπως οι Βρετανοί αποσύρουν την υποστήριξη στο καθεστώς του και τον ανατρέψουν[v]. Ο φόβος αυτός θα τον διακατέχει ως το 1940. Επιπλέον, Βρετανοί ομολογιούχοι ήλεγχαν μέρος του ελληνικού δημοσίου εξωτερικού χρέους και έτσι ασκούνταν πίεση οικονομική, όπως συνέβη το 1937.

Ο κυριότερος όμως λόγος της φιλοβρετανικής στάσης του Μεταξά ήταν γεωπολιτικός. Ήδη από το 1934, πριν δηλ. ανέλθει στην εξουσία, είχε διατυπώσει το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για τον μεσογειακό χώρο. Σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών την 3η Μαρτίου 1934 (για τις διαβουλεύσεις για το περιεχόμενο του Βαλκανικού Συμφώνου) είχε πει: ''Η Ελλάς δεν είναι μία χερσόνησος περιβρεχομένην από θάλασσαν, αλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη υπό ξηράς…η Ελλάς δεν δύναται λοιπόν να τα βάλη ως εκ της γεωγραφικής της θέσεως με καμμίαν απολύτως ναυτικήν Δύναμιν Μεγάλην. Είναι πράγμα το οποίον ουδέ δύναται να σκεφθή… Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτικήν να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου, εις το οποίον θα ευρίσκεται η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο ν ατο θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι''[vi]. Εξετάζοντας επίσης συσχετικά το ενδεχόμενο μιας πολεμικής αντιπαράθεσης στην ευρύτερη περιοχή με την Ιταλία, που ήταν μία ναυτική δύναμη, πρότεινε πολιτική ουδετερότητας έναντι αυτής.

Ταυτόσημη ήταν τότε και η πολιτική που πρότεινε ο Ελευθ. Βενιζέλος, και την οποία είχε ακολουθήσει ως τότε: ''η πολιτική αύτη συνίστατο εις την αποκατάστασιν σχέσεων με την μεγάλην μεσογειακήν Δύναμιν, την γείτονά μς Ιταλία, σχέσεων όσον είναι δυνατόν εγκαρδίων και αναλόγων με εκείνας τας οποίας έχει η Ελλάς επί έναν όλον αιώνα με την Γαλλίαν και την Αγγλίαν''[vii]Θα μπορούσε να ειπωθεί συμπερασματικά ότι η φιλοβρετανική πολιτική του Μεταξά δεν ήταν απλώς μία επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων ακολουθητέα πολιτική, αλλά και μία συνειδητή επιλογή βασισμένη στην εκτίμηση των στρατηγικών και γεωπολιτικών δεδομένων, ενταγμένη στην συνολικότερη ελληνική εξωτερική πολιτική στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, που ελάμβανε υπ' όψιν της τον ιταλικό παράγοντα. Το δόγμα αυτό διακηρυγμένο από το 1934, τμήμα της πολιτικής Βενιζέλου, θα ακολουθήσει με συνέπεια ο Ιω. Μεταξάς. Επομένως, η φιλοβρετανική του στάση διαμορφώνεται σε σχέση με την ιταλική παρουσία και επιθετικότητα, και στοχεύει αφ' ενός στην αμυντική εξασφάλιση της Ελλάδος και αφ' ετέρου στην διατήρηση των λεπτών ισορροπιών στις σχέσεις ενός κράτους που επιθυμεί να παραμείνει ουδέτερο στον μεσογειακό ανταγωνισμό των δύο ναυτικών δυνάμεων, της Βρετανίας και της Ιταλίας. Η μεσογειακή πολιτική της Ελλάδος εξηρτάτο από την στάση των δύο αυτών δυνάμεων και τις μετξύ τους σχέσεις.

Η Βρετανία σαφώς ήθελε να υπάρχει στην Ελλάδα φιλοβρετανικό καθεστώς, και γι' αυτό στήριζε τον Μεταξά. Ο Waterlow στις αναφορές του διαβεβαίωνε για την φιλική στάση του Μεταξά και την χρησιμότητά του για την βρετανική πολιτική, ενώ ο υπουργός εξωτερικών Sir Antony Eden δήλωνε στην βρετανική βουλή ( 28 Απριλίου 1937) ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας του στηρίζεται σε φιλικά καθεστώτα ασχέτως ιδεολογίας[viii] . Ωστόσο η Βρετανία δεν επιθυμούσε να αναλάβει συμμαχικές υποχρεώσεις έναντι της Ελλάδος ούτε να εγγυηθεί τα σύνορά της. Έτσι απέρριπτε τις σχετικές προτάσεις του Μεταξά. Αιτία ήταν η προσπάθειά της να κρατήσει τις καλές 
Η Ευρώπη το 1939
σχέσεις με την Ιταλία, καθώς μία πιο στενή συμμαχία με την Ελλάδα θα ενοχλούσε την Ρώμη. Για τα βρετανικά συμφέροντα σημαντικότερη ήταν η διατήρηση της ισορροπίας ισχύος των στόλων των δύο χωρών στην Μεσόγειο. Άλλωστε, υπήρχε η ιταλοβρετανική ''συμφωνία κυρίων'' (Gentlemen's agreement) του Ιανουαρίου 1937, με την οποίαν αναγνωρίζονταν αμοιβαίος σεβασμός στα συμφέροντα των μεσογειακών αυτών δυνάμεων και στο υπάρχον status quo[ix].

Παρ' όλες τις βρετανικές προσπάθειες κατευνασμού της Ιταλίας, η τελευταία παρέμενε σταθερή στην φιλόδοξη πολιτική της στην νοτιοανατολική Ευρώπη και Μεσόγειο. Οι εταίροι του Άξονα είχαν συμφωνήσει, σε συνάντηση του Ιταλού υπ. Εξωτερικών κόμητος Ciano με τον  Hitler στις 24 Οκτωβρίου 1936, ότι η Αλβανία, Γουγκοσλαβία, Ελλάδα και Μεσόγειος θα αποτελούσαν ιταλική ζώνη επιρροής, και ότι κάθε ανατροπή του μεσογειακού status quo θα απέβαινε υπέρ των ιταλικών συμφερόντων. Η ιταλική διπλωματία δραστηριοποιείτο για να ενισχύσει την παρουσία της στις περιοχές που της είχαν ''παραχωρηθεί'' από την σύμμαχό της Γερμανία. Με διάφορες ενέργειες, όπως το σύμφωνο φιλίας με την Γιουγκοσλαβία ( 25 Μαρτίου 1937) και η πολιτική επιρροή στην Αλβανία, που από το 1926 ουσιαστικά ήταν προτεκτοράτο της, προωθούνταν η ιταλική διείσδυση στα Βαλκάνια, ενώ τα Δωδεκάνησα ήταν έξοχη ιταλική ναυτική βάση στην Μεσόγειο.

Οι κινήσεις της Ιταλίας αποτελούσαν προμηνύματα απειλητικά για την Ελλάδα. Ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του καταγράφει την ανησυχία του[x]. Ωστόσο, η ιταλική πλευρά φροντίζει να καθησυχάσει τις ελληνικές ανησυχίες. Στο τηλεγράφημα της 2ας Νοεμβρίου 1938  του Έλληνος πρέσβεως στην Ρώμη, διαβάζουμε τις φιλικές διαβεβαιώσεις του Μουσολίνι προς τον Έλληνα ομόλογό του και τις εγγυήσεις του για μετριοπαθή στάση προς τους Δωδεκανησίους[xi]Αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να βασισθεί στις καθησυχαστικές δηλώσεις του Μουσσολίνι. Οι φήμες και τα τηλεγραφήματα της πρεσβείας στην Ρώμη μιλούν για πιθανή ιταλική εισβολή στην Αλβανία. Ο Μεταξάς, ανήσυχος από τις πληροφορίες, γράφει στο ημερολόγιο: ''τι εβδομάδα! Τώρα θα κινηθή ο Μουσσολίνι; μπορεί να μην κινηθή; και τι έχουμε να υποστούμε εμείς; Ανησυχίες μου σοβαρές απόψε'' ( 17 Μαρτίου). Την επομένη γράφει:  ''Φοβερά απόφασίς μου εν περιπτώσει ιταλικής απειλής''[xii]. Οι υποψίες του Μεταξά επιβεβαιώνονται. Στις 7 Απριλίου οι Ιταλοί καταλαμβάνουν την Αλβανία και διώχνουν τον βασιλιά της Αχμέτ Ζώγο, που καταφεύγει στην Ελλάδα.

Ο ψυχολογικός αντίκτυπος του γεγονότος στην Ελλάδα υπήρξε τεράστιος. ''θα έλεγε κανείς ότι ο ελληνικός λαός είχε προαισθανθεί ότι η μεταβολή εκείνη στις σχέσεις της Ιταλίας και της Αλβανίας, δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ο πρόλογος της φοβερής τραγωδίας που, ούτε καν δύο χρόνια αργότερα, θα σάρωνε την Ελλάδα'' σημειώνει ο Εμμ. Γκράτσι, Ιταλός πρέσβυς στην Αθήνα[xiii].
Η ιταλική επιθετικότητα, που αρκετοί υποψιάζονταν, τώρα ήταν απτή. Η κατάληψη της Αλβανίας δημιουργούσε κοινά σύνορα με την Ελλάδα. Οι ιταλικές στρατιές ήσαν στραμμένες προς την Ελλάδα. Ο Γκράτσι σπεύδει να δηλώσει ότι η χώρα του θα σεβασθεί την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος. Ο Μεταξάς, δύσπιστος, είχε ήδη πάρει την ''φοβεράν απόφασιν'' να αμυνθεί σε περίπτωση ιταλικής απειλής. Γνωρίζει τα δεινά ενός πολέμου που, συν τοις άλλοις, θα επέφερε την πτώση του καθεστώτος του. Είναι αναγκασμένος να προετοιμάσει την χώρα και για να ισχυροποιήσει την θέση της αναζητεί διεθνή στηρίγματα και συμμαχίες. Την 1η Απριλίου, πριν την επικείμενη εισβολή στην Αλβανία, τηλεγραφεί στο Λονδίνο: ''επιθυμούμεν ζωηρώς να μείνωμεν μακράν των διενέξεων αυτών…πλην δεν δυνάμεθα να παραβλέψωμεν την μεσογειακήν μας θέσιν και την ζωτικήν ανάγκην να μην ευρεθώμεν ποτέ αντιμέτωποι των Άγγλων''[xiv].

Παράλληλα, από τις 8 Απριλίου είχε διαταχθεί πολεμική ετοιμότητα της χώρας για ενδεχόμενη επίθεση στην Ήπειρο ή την Κέρκυρα. Γράφει ο Μεταξάς στο ημερολόγιο: ''έχω απόφασιν να αντισταθώ μέχρις εσχάτων. Προτιμώ την τελείαν καταστροφήν διά τον τόπον μου παρά την ατίμωσιν''[xv]. Προσπαθεί πάντως να μην προκαλεί την Ιταλία. Έτσι, ενημερώνει τηλεγραφικά τον Τσιάνο ότι δεν θα επιτρέψει πολιτική δραστηριότητα του εκπτώτου Αχμέτ Ζώγου που να διαταράξει τις καλές σχέσεις με την Ιταλία. Ο Μουσολίνι ανταπαντά ( 9 Απριλίου) με ευχαριστίες τηλεγραφικές για τον περιορισμό του Ζώγου και επιβεβαιώνει ότι ''στενάς φιλικάς σχέσεις αι οποίαι συνδέουν τας δύο χώρας και των οποίων η διατήρησις θα είναι η βάσις της πολιτικής μου εις το παρόν και το μέλλον''[xvi]Ο Μεταξάς ανακοινώνει στον λαό τις εγγυήσεις του Μουσολίνι  Αυτό, σε συνδυασμό με την αγγλογαλλική εγγύηση των συνόρων της Ελλάδος (και της Ρουμανίας), που δόθηκε στις 13 Απριλίου, συμβάλλουν στον καθησυχασμό της ελληνικής κοινής γνώμης. Αλλά η εγγύηση της 13ης Απριλίου ήταν μία δήλωση αλληλεγγύης που δεν δημιουργούσε ρητές υποχρεώσεις των εγγυητών έναντι της Ελλάδος. Ήταν μάλλον θεωρητική παρά στρατιωτική η '' εγγύηση'', και είχε χαρακτήρα προειδοποιητικό προς την Ιταλία, η οποία είχε τώρα παραβιάσει την ''συμφωνία κυρίων'' της 2ας Ιανουαρίου 1937 ανατρέποντας μονομερώς υπέρ της το status quo της Μεσογείου[xvii].

Μετά την αλβανική κρίση, επιχειρήθηκε να αποκατασταθούν οι ελληνοϊταλικές σχέσεις και να μειωθεί η ένταση. Ήταν κάτι που επιθυμούσε η Βρετανία, πιστή στην κατευναστική της στάση προς την Ιταλία, η ίδια η Ιταλία (φραστικά τουλάχιστον και προς το παρόν) και ο Μεταξάς. Η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων είχε σημασία, καθώς αυτές βασίζονταν στο μεταξύ τους σύμφωνο φιλίας του 1928, που έληγε την 1η Οκτωβρίου 1939. Ο Μεταξάς, συνεπής στην ουδετερόφιλη και καλών σχέσεων πολιτική, πήρε την πρωτοβουλία και, μιλώντας στις 21 Αυγούστου στον Γκράτσι, του τόνισε την σημασία που απέδιδε στην ελληνοϊταλική φιλία, και βεβαίωσε ότι δεν είχε παραχωρηθεί δικαίωμα χρήσης  ελληνικών λιμένων από τον βρετανικό στόλο. Παράλληλα διαμαρτυρήθηκε για κάποιες ενέργειες, εχθρικά δημοσιεύματα, ενοχλητικές ιταλικές πτήσεις[xviii]. Είχαν προηγηθεί (Μάιος 1939) παραστάσεις Μεταξά στον Γκράτσι για υπερβολική συγκέντρωση ιταλικού στρατού στην Αλβανία.

Οι γραπτές προτάσεις του Μουσολίνι από πέντε σημεία ήρθαν στις 12 Σεπτεμβρίου, προτάσεις φιλικές και βεβαιώσεις ειρήνης και μη επιθέσεως. Μάλιστα, περιλαμβάνονταν πρόταση απόσυρσης ιταλικών στρατευμάτων στα 20 χλμ. από την αλβανική μεθόριο. Οι προτάσεις Μουσολίνι σήμαιναν επιθυμία ανανεώσεως του συμφώνου του 1928. Ο Μεταξάς δέχθηκε εγκαρδίως τις προτάσεις, και στις 20 Σεπτεμβρίου κοινό ανακοινωθέν ανέφερε ότι οι διμερείς σχέσεις ''εξακολουθούν να είναι ειλικρινώς φιλικαί και να εμπνέωνται υπό πνεύματος πλήρους και αμοιβαίας εμπιστοσύνης''. Παράλληλα ο Μεταξάς είχε ειδοποιήσει την βρετανική κυβέρνηση για να γνωρίζει την θέση της προτού προβεί σε ανανέωση του συμφώνου με την Ιταλία. Αυτή όμως επιθυμούσε ένα σύμφωνο χωρίς ουσιαστικές δεσμεύσεις της Ελλάδος, δηλαδή να μην υποχρεώνεται αυτή σε ουδετερότητα σε περίπτωση ιταλοβρετανικής ρήξης, η οποία φαινόταν πιθανή στο μέλλον, καθώς ο πόλεμος είχε αρχίσει (εισβολή Χίτλερ σε Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου), και η Ιταλία, αν και ουδέτερη ακόμη, συνδεόταν με την Γερμανία με το ''Χαλύβδινο Σύμφωνο'' (22 Μαΐου 1939) που προέβλεπε αμοιβαία στρατιωτική συνεργασία. Τα βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα εν όψει μιας ευρείας σύρραξης εξυπηρετούνταν καλύτερα από μία φιλικά ουδέτερη Ελλάδα που δεν είχε δεσμεύσεις ούτε προς την Βρετανία ούτε προς την Ιταλία ακόμη περισσότερο. Γι' αυτόν τον λόγο, το Foreign Office ήταν αντίθετο προς την ανανέωση του ελληνοϊταλικού συμφώνου[xix]. Ο Μεταξάς πιεζόμενος από την αποθαρρυντική στάση της Βρετανίας, δεν ανανέωσε το σύμφωνο. Οι δύο πλευρές περιορίσθηκαν σε ανακοινώσεις ότι θα διατηρούσαν σχέσεις συνεργασίας και εμπιστοσύνης.

Η μη ανανέωση του συμφώνου δεν επηρέασε αρνητικά τις διμερείς σχέσεις. Ασφαλώς η ανανέωσή του δεν θα αποτελούσε εμπόδιο στην σταθερά προσανατολισμένη επεκτατική πολιτική της Ιταλίας ούτε θα απέτρεπε την επίθεση του 1940. Είναι γεγονός ότι εκείνο το διάστημα ο Μουσολίνι έδειχνε φιλικές διαθέσεις έναντι της Ελλάδος. Δεν ένοιωθε ακόμη έτοιμος για πόλεμο ούτε επιθυμούσε να ανοίξει την συγκεκριμένη στιγμή βαλκανικό μέτωπο, κάτι που και ο Χίτλερ δεν ήθελε. Ο Μεταξάς πάλι, δέσμιος του βρετανικού παράγοντα στα ελληνικά πράγματα, δεν θα μπορούσε να ενεργήσει ενάντια στην θέλησή τους. Η επιλογή των αμοιβαίων φιλικών ανακοινώσεων ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της ουδετερότητας: δεν δυσαρεστούσε την Βρετανία και διατηρούσε τις καλές σχέσεις με την Ιταλία[xx].

Το καλό κλίμα στις ελληνοϊταλικές σχέσεις διατηρήθηκε ως την άνοιξη του 1940. Στο διάστημα αυτό, δημοσιεύματα εφημερίδων και των δύο χωρών τόνιζαν τις καλές σχέσεις. Στα ίδια πλαίσια ο Μεταξάς, στα εγκαίνια της εκθέσεως ιταλικού βιβλίου στις 18 Δεκεμβρίου 1939, μιλά ενθέρμως για την κοινή ελληνοϊταλική πνευματική κληρονομιά[xxi]. Στο ίδιο διάστημα παρατηρείται στενότερη συνεργασία της Ελλάδος με την Βρετανία στον τομέα της οικονομίας και της ενίσχυσης της παράκτιας άμυνας και αεροπορίας[xxii]. Αλλά προς το παρόν, δεν υπήρχε διάθεση για άνοιγμα ενός βαλκανικού πολεμικού μετώπου.

Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις άρχισαν πάλι να δοκιμάζονται (Απρίλιος 1940) από τις συχνές πτήσεις ιταλικών αεροπλάνων πάνω από την αλβανική μεθόριο και από διαδόσεις για σχέδιο κατάληψης της Κέρκυρας. Δημοσιεύματα προκλητικά ιταλικών εφημερίδων συντηρούσαν την καχυποψία στις σχέσεις των δύο χωρών με το να αναφέρονται σε επικείμενη αγγλική επέμβαση στην Ελλάδα. Για άλλη μία φορά ο Γκράτσι σπεύδει να διασκεδάσει τα δημοσιεύματα και να καθησυχάσει τον Μεταξά. Αυτός όμως έχει πλήρη επίγνωση της δύσκολης κατάστασης. Καθώς η θέση της Γαλλίας στο πολεμικό μέτωπο είναι δυσχερής, ο Μουσολίνι δείχνει να αποφασίζει οριστικά την είσοδό του στον πόλεμο. Στο ημερολόγιο του Μεταξά (Μάιος 1940) διαβάζουμε την ανησυχία του τόσο για τον διεθνή περίγυρο όσο και για την χειροτέρευση της υγείας του σε τόσο κρίσιμες στιγμές για την χώρα. Ορισμένες διαβουλεύσεις με τους Βαλκάνιους για συνεργασία των στρατιωτικών τους επιτελείων με σκοπό την αποτροπή της φημολογούμενης ιταλικής επιθέσεως, δεν απέδωσαν  Ο Μεταξάς ως προληπτικό μέτρο διατάζει την επιστράτευση μιας μόνο κλάσεως (η γενική επιστράτευση θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση προς την Ιταλία).

Παρ' ότι τηρεί τα προσχήματα, γνωρίζει πως δύσκολα η ελληνική ουδετερότητα θα διαφυλαχθεί. Χωρίς βαλκάνιους συμμάχους και χωρίς να ελπίζει σε βοήθεια από τους Αγγλογάλλους ('' οι Άγγλοι και οι Γάλλοι μας άφησαν αόπλους και σχεδόν ανυπεράσπιστους'', γράφει στις 31 Μαΐου στο ημερολόγιό του), αναμένει πλέον  την ιταλική επίθεση ( ''κατά πάσαν πιθανότητα πόλεμος Ιταλίας, ας μας βοηθήσει ο Θεός! Θέσις Ελλάδος δύσκολος'', γράφει στις 20 και 21 Μαΐου . Η Γαλλία σύντομα θα συνθηκολογήσει και η Βρετανία δεν διαθέτει επαρκείς δυνάμεις στην ανατολική Μεσόγειο για να υπερασπίσει την Ελλάδα ή να υπερισχύσει της Ιταλίας στην θάλασσα. Η Ελλάδα ουσιαστικά μένει μόνη της για να αντιμετωπίσει την απειλή. Η αγγλογαλλική εγγύηση της 13ης Απριλίου 1939 των συνόρων της Ελλάδας αποδεικνύεται καθαρά θεωρητική ενώ πρακτικά είναι ανύπαρκτη.

Η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο κατά των Αγγλογάλλων (10 Ιουνίου) και ταυτόχρονα εξαρτά την στάση της έναντι της Ελλάδος από την ίδια την ελληνική στάση. Στις 11 Ιουνίου 1940 ο Μεταξάς δηλώνει ότι η Ελλάδα θα παραμείνει αυστηρά ουδέτερη και δεν θα επιτρέψει στον βρετανικό στόλο να εισέλθει στα ελληνικά λιμάνια[xxiii]. Ο σκοπός της δήλωσης είναι να αφαιρέσει από τον Μουσολίνι την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ως πρόφαση το ενδεχόμενο της βρετανικής επέμβασης, που θα σήμαινε παραβίαση της ελληνικής ουδετερότητας, ώστε να της κηρύξει τον πόλεμο. Η δήλωση αυτή δεν ανέκοψε την ιταλική προκλητικότητα, η οποία αντιθέτως ενισχύθηκε μετά την αποτυχία του Μουσολίνι να πετύχει ευνοϊκούς όρους για την χώρα του μετά την γαλλική συνθηκολόγηση. Αρχίζουν να αποστέλνονται στην Ελλάδα σκηνοθετημένα ιταλικά διαβήματα που αναζητούν το πρόσχημα της επέμβασης. Στις 18 Ιουνίου ανακοινώνεται στον Έλληνα πρέσβυ στην Ρώμη ότι η παρουσία πλοίων του βρετανικού στόλου στα λιμάνια της Κρήτης παραβιάζει την ελληνική ουδετερότητα. Ύστερα από διαμαρτυρίες του Μεταξά και του Έλληνα πρέσβεως, η ιταλική πλευρά αναγνωρίζει ότι οι πληροφορίες της ήταν λανθασμένες[xxiv]. Νέο διάβημα της 26ης Ιουνίου κατηγορεί τον Έλληνα πρέσβυ στην Άγκυρα για δράση εναντίον του Άξονα, ενώ στις 3 Ιουλίου ο Τσιάνο διαμαρτύρεται στον Ι. Πολίτη (πρέσβυ στην Ρώμη) γιατί έχει, ως ισχυρίζεται, αποδείξεις ότι αγγλικά πολεμικά πλοία χρησιμοποιούν τα ελληνικά λιμάνια και παρενοχλούν τα ιταλικά πλοία. ''η διδόμενη εις τον αγγλικόν στόλον βοήθεια, είπε ο Τσιάνο, σημαίνει πόλεμον προς την Ιταλίαν και την Γερμανία''. Ακολουθούν οι ελληνικές διαψεύσεις από την πρεσβεία στην Ρώμη. Ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του σημειώνει την ανησυχία του[xxv].


Το ζητούμενο της ιταλικής κυβέρνησης δεν είναι η αλήθεια, αλλά η πρόφαση πολέμου, ένα προσχηματικό casus belli. Οι προκλήσεις συνεχίζονται και παίρνουν πολεμική μορφή. Ιταλικά αεροπλάνα σε τρεις περιπτώσεις βομβαρδίζουν ελληνικά πλοία. Τα περιστατικά παραμένουν κρυφά για να μην αναστατωθεί η κοινή γνώμη, ενώ οι ελληνικές ρηματικές διακοινώσεις παραμένουν αναπάντητες. Στις αρχές Αυγούστου οι προκλήσεις κορυφώνονται. Τα ιταλικά πρακτορεία ειδήσεων ανακινούν θέμα μειονότητας της Τσαμουριάς αναγορεύοντας τον φόνο ενός Αλβανού κακοποιού σε πράξη κατά ενός Αλβανού πατριώτη. Στις 15 Αυγούστου τορπιλίζεται το ''Ελλη'' στην Τήνο από ιταλικό υποβρύχιο. Το επίσημο ανακοινωθέν μιλάει για δράστες ''αγνώστου εθνικότητος''. Ο Μεταξάς ακόμη και τώρα τηρεί τέτοια στάση για να μην προσφέρει στην Ιταλία την πρόφαση που ζητεί.

          Ο Γκράτσι[xxvi] αποδίδει το συμβάν στην ιταλική πρόθεση να τονισθεί η κυριαρχία της στην ανατολική Μεσόγειο και να καμφθεί το ηθικό των Ελλήνων. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αποφασιστική συσπείρωση του ελληνικού λαού γύρω από τον ηγέτη του που ήταν αποφασισμένος για ''ένα ένδοξον τέλος''[xxvii]Τις ίδιες μέρες σημειώθηκαν μετακινήσεις ιταλικών στρατευμάτων στην αλβανική μεθόριο. Ανάλογες κινήσεις και από ελληνικής πλευράς, η οποία τηρεί πάντοτε την άψογη στάση έναντι της Ιταλίας. Αλλά η ιταλική επίθεση αναβάλλεται. Η Ιταλία στρατιωτικά δεν είναι έτοιμη ενώ και ο Χίτλερ παρεμβαίνει στον Μουσολίνι και του ζητά να την αναβάλλει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Γερμανία επεμβαίνει στην μεσογειακή σφαίρα ιταλικών συμφερόντων. Ο Μεταξάς με προσωρινή ανακούφιση πληροφορείται την παρέμβαση του Χίτλερ.
          Ο πόλεμος όμως είναι αναπόφευκτος. Ακόμη και η Βρετανία επιθυμεί τώρα την ελληνοϊταλική σύρραξη γιατί έτσι θα δεσμευθούν δυνάμεις του Άξονα στο ελληνικό μέτωπο. Για να βεβαιωθεί όμως η Βρετανία ότι η Ελλάδα θα αντισταθεί, ενθαρρύνει τον Μεταξά και του υπόσχεται βοήθεια[xxviii]. Όλον τον Σεπτέμβριο ο ιταλικός στρατός συγκεντρώνεται στην Αλβανία. Ο Μεταξάς θεωρεί ''επικείμενον το τέλος'' (1 Οκτωβρίου), παρ' όλα αυτά κάνει την ύστατη προσπάθεια να το αποτρέψει, ζητώντας την μεσολάβηση του Χίτλερ στην Ιταλία[xxix]. Στις 15 Οκτωβρίου έλαβε χώρα στην Ρώμη το πολεμικό συμβούλιο υπό τον Μουσολίνι και αποφασίσθηκε η επίθεση για τα τέλη του μηνός, αφού πρώτα θα σκηνοθετούσαν επεισόδιο στα ελληνοαλβανικά σύνορα, που ορίσθηκε για την 26η Οκτωβρίου ( ο Χίτλερ δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον Μουσολίνι από τα σχέδιά του).

          Ο Μεταξάς από μέρα σε μέρα αναμένει την ιταλική επίθεση. Τελικά, στις 28 Οκτωβρίου 1940, την 3η πρωινή ώρα ο Γκράτσι του επέδωσε την διακοίνωση της κυβέρνησής του, με την οποία επαναλαμβάνονταν οι κατηγορίες για αθέτηση της ουδετερότητας από την ελληνική πλευρά, και ζητούσε την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος[xxx]. Ο Μεταξάς του απάντησε ψυχρά, λακωνικά και ατάραχος στην γαλλική, την  γλώσσα της διπλωματίας: ''alors c' est la guerre'' (=λοιπόν, πόλεμος). Την ίδια μέρα με διάγγελμά του καλούσε τον ελληνικό λαό να αγωνισθεί για την πατρίδα. Ο πόλεμος ήταν ήδη πραγματικότητα.
Ο Ιωάννης Μεταξάς, έχοντας σταθερή πολιτική γραμμή για την εξωτερική πολιτική της χώρας, προσπάθησε όσο μπορούσε και του επέτρεπαν οι συνθήκες, να την εφαρμόσει με συνέπεια. Η πολιτική του συνίστατο στην διαφύλαξη της ουδετερότητας της χώρας, την οποία προσπάθησε να ενισχύσει μέσα από διπλωματικές ενέργειες, διεθνείς συμμαχίες, και τον εξοπλισμό και την αμυντική θωράκιση της χώρας.
Προσπάθησε μέσα από αντίξοες συνθήκες, διεθνείς και εσωτερικές, να ισορροπήσει μεταξύ της εξάρτησης από τον βρετανικό παράγοντα που σε μεγάλο βαθμό καθόριζε τα ελληνικά πράγματα μέσω ενός αγγλόφιλου βασιλιά και μιας αγγλόφιλης ελληνικής κοινής γνώμης, και μεταξύ της προσωπικής του συμπάθειας για την Γερμανία και τα ιδεολογικά συγγενή καθεστώτα της Γερμανίας και της Ιταλίας. Θέλησε να διατηρήσει την χώρα αλώβητη και αμέτοχη στον επερχόμενο πόλεμο που σταδιακά εξαπλωνόταν στην Ευρώπη. Επιχείρησε να εξισορροπήσει την επιθετικότητα της Ιταλίας με την καλλιέργεια διμερών φιλικών σχέσεων. Για ένα διάστημα έδειχνε να πετυχαίνει τους στόχους του. Όμως οι διεθνείς εξελίξεις ήσαν ραγδαίες. Οι διεθνείς συμμαχίες της Ελλάδας κατέρρευσαν και ο πόλεμος σάρωσε την Ευρώπη και έφθασε στην Ελλάδα. Παρ' όλες τις προσπάθειές του δεν κατόρθωσε να τον αποτρέψει. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέτυχε ούτε ότι φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων. Οι διεθνείς εξελίξεις είχαν τέτοιον ρυθμό που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατηθούν.

Και στην κρίσιμη ώρα, φάνηκε ''αποφασισμένος για κάθε θυσίαν υπέρ της τιμής της Ελλάδος'' (καταγραφή ημερολογίου Ιωάννη Μεταξά στις 2 Οκτωβρίου 1940) παρά να υποκύψει στις ατιμωτικές ιταλικές αξιώσεις.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ
[i] Ιω. Μεταξά, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ' (1933-1941), εκδ. Ίκαρος, 1960, σελ. 426.
[ii] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 210-212, Γ. Κολιόπουλος, Παλινόρθωση, Δικατορία, Πόλεμος, 1935-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1984, σελ. 58, 74, Σ. Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της συγχρόνου Ευρώπης (1914-1939), Θεσσαλονίκη 1954, σελ. 287-288, Σ. Λιναρδάτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1936-1940), εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 1993, σελ. 55-57, Π.Πιπινέλης, Εξωτερική πολιτική της Ελλάδος ( 1923-1941), Αθήναι 1948, σελ. 189-191.
[iii] Βλ. Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 75, 84-86, όπου και οι αντίστοιχες παραπομπές στις αναφορές του Waterlow για το Foreign Office.
[iv] Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978, τ. ΙΕ', σελ. 397.
[v] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 359, 460, στις καταγραφές ημερολογίου του Μαρτίου 1939 και της 1ης Απριλίου 1940.
[vi] Π. Πιπινέλης, ό.π., σελ. 198-200.
[vii] Π. Πιπινέλης, ό.π., σελ. 194.
[viii] Δ. Κιτσίκης, Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και οι μεγάλες δυνάμεις, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974, σελ. 32-33, Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 80-82, όπου και οι παραπομπές στα αρχεία του Foreign Office.
[ix] Γ. Κολιόπουλος, ό.π.,σελ. 60-62, 69-71.
[x] Ιω. Μεταξάς, ό.π., ορισμένες ενδεικτικές καταγραφές, σελ. 287, 301, 310.
[xi] Ιω. Μεταξάς, ό.π., παράρτημα, σελ. 670-672.
[xii] Ιω. Μεταξάς, ό.π.., σελ. 359.
[xiii] Εμμ. Γκράτσι, Η αρχή του τέλους (η επιχείρηση κατά της Ελλάδας), εκδ. Εστία, Αθήνα 1980, σελ. 17.
[xiv] Το αναφέρει ο Β.Π.Παπαδάκης, Διπλωματική ιστορία του ελληνικού πολέμου ( 1940-1945), Αθήναι 1956, σελ. 16.
[xv] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 364-365.
[xvi] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 365.
[xvii] Π.Πιπινέλης, ό.π., σελ. 286-287. Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 227-228.
[xviii] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 54-56, 61-62, και Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 371-372, 385-389.
[xix] Ιστορία του ελληνικού έθνους, ό.π., τ. ΙΕ', σελ. 404-406, Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 163-168, Π.Πιπινέλης, ό.π., σελ. 292-293.
[xx] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 90-94.
[xxi] Ιω. Μεταξάς, Λόγοι και σκέψεις 1936-1941, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα, χ.χ., τ. Β', σελ. 224-226.
[xxii] Ιστορία του ελληνικού έθνους, ό.π., σελ. 406-408.
[xxiii] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 124-125.
[xxiv] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 126-128, Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 476.
[xxv] Ιω. Μεταξάς, ό.π. σελ. 486-487, όπου και τα κείμενα των αναφορών και της απάντησης του Ι. Πολίτη.
[xxvi] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 201-203.
[xxvii] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 497-498.
[xxviii] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 236, Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 192-193.
[xxix] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 507, εγγραφές ημερολογίου στις 22, 27, 28, 30 Σεπτεμβρίου.
[xxx] Βλ. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, αρ. 1, όπου περιλαμβάνεται το κείμενο αυτό όπως και όλα τα άλλα σημαντικά διπλωματικά έγγραφα της περιόδου αυτής.
     ΠΗΓΕΣ
1)    Documents on British Foreign Policy, 1919-1939, H.M. Stationery, London 1960, 3η σειρά, τ. Ε'.
2)    Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980.
3)    Ιω. Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ' (1933-1941), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1960.
4)    Ιω. Μεταξάς, Λόγοι και σκέψεις 1936-1941, τ. Β', εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, χ.χ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1)    Εμμ. Γκράτσι, Η αρχή του τέλους (η επιχείρηση κατά της Ελλάδας), εκδ. Εστία, Αθήνα 1980.
2)    Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. ΙΕ', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978.
3)    Δ. Κιτσίκης, Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και οι μεγάλες δυνάμεις, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974.
4)    Γ. Κολιόπουλος, Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος, 1935-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1984.
5)    Α. Κύρου, Ελληνική εξωτερική πολιτική, Αθήναι 1955.
6)    Σ.Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της συγχρόνου Ευρώπης ( 1914-1939), Θεσσαλονίκη 1954.
7)    Σ. Λιναρδάτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1936-1941), εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 1993.
8)    Β.Π. Παπαδάκης, Διπλωματική ιστορία του ελληνικού πολέμου (1940-1941), Αθήναι 1956.
9)    Π.Πιπινέλης, Εξωτερική πολιτική της Ελλάδος ( 1923-1941), Αθήναι 1948.
10)           Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.            
ΠΗΓΗ

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Ζήτω η 28 Οκτωβρίου 1940

Χρόνια Πολλά σε όλο τον απανταχού Ελληνισμού για την Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940.
                                                   Ζήτω η Ελλάς
                                                   Ζήτω η Σημαία
                                                   Ζήτω οι Προγόνοι μας
 

Τορπιλισμός - οιωνός για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης Του Χ.Κ. Λαζαρόπουλου



Ενα πολύ καλό όσο κι επίκαιρο άρθρο του Χάρη Λαζαρόπουλου δημοσιεύτηκε σήμερα στο newsbomb.gr και σας το παραθέτουμε αυτούσιο:


Ένα γεγονός που σημειώθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1912 αποτέλεσε τον καλό οιωνό για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης λίγες ημέρες αργότερα, ανήμερα του Αγίου Δημήτριου. Ήταν ο τορπιλισμός του «Φετχί Μπουλέντ», ενός πολεμικού πλοίου για το οποίο καμάρωναν οι Οθωμανοί αξιωματικοί.

Την ιστορία του τορπιλισμού μέσα από τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού αλλά και την καταδυτική έρευνα στο σημείο που ναυάγησε το «Φετχί Μπουλέντ» έχει συγκεντρώσει σε μία μοναδική έκδοση ο έμπειρος καταδρομέας και καταδύτης κ. Κώστας Νιζάμης. Στο βιβλίο «Ήρεμα έλξον», το οποίο είχα την τιμή να επιμεληθώ, μελέτησα άγνωστες πτυχές αυτής της ιστορίας.

Πρωταγωνιστής ήταν ένας πατριώτης 35χρονος υποπλοίαρχος από την Ύδρα. Ήταν ο γιος του Ιωάννη και της Μαρίας Βότση, το γένος Κουντουριώτου, ο Νικόλαος Βότσης. Εγγονός και ανηψιός δύο μεγάλων μορφών του Πολεμικού Ναυτικού, του καπεταναίου Νικολάου Βότση που διέπρεψε κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως αλλά και του Παύλου Κουντουριώτου, του εμβληματικού ναυάρχου των Βαλκανικών Πολέμων.

Μόνος του είχε ζητήσει να τοποθετηθεί σε μια μικρή μονάδα του στόλου, στο τορπιλοβόλο «Τ-11», για να έχει σχετική ελευθερία κινήσεων και δράσεως. Μετά την επιθεώρηση του βασιλέως Γεωργίου Α’, το απόγευμα της 6ης Οκτωβρίου 1912, ο Βότσης δεν έκρυψε προς το πλήρωμα της μονάδας του ότι ήθελε πολεμική δράση παρότι απέπλευσαν συνοδεύοντας το αγγλικό φορτηγό «Βοσνία», το οποίο μετέφερε πυρομαχικά του στόλου.

Ο Βότσης γνώριζε πολύ καλά ότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που βρίσκονταν σε όλες τις μονάδες εκστρατείας περίμεναν ένα γεγονός, το οποίο θα ανύψωνε το ηθικό τους. Σύμφωνα με παλαιότερη έκδοση της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, πίστευε ότι εάν η ελληνική πλευρά κατακτούσε το ηθικό πλεονέκτημα, τίποτε δεν θα ανέκοπτε την νικηφόρα προέλασή της. Άλλωστε ο ψυχολογικός παράγοντας είχε κρίνει μια άλλη μελανή πτυχή της νεώτερης ιστορίας, το όνειδος του 1897.

Πολυμήχανος αξιωματικός

Οι αρχικές εντολές ήταν να ξεκαθαριστεί ο Θερμαϊκός από κάθε πλοίο προκειμένου να φθάσει το οπλιταγωγό «Σφακτηρία», από το οποίο θα γινόταν εκφόρτωση υλικού και πολεμοφοδίων, καθώς και ανδρών για την ενίσχυση των επιχειρουσών μονάδων στην Κατερίνη.

Το πρωί της 18ης Οκτωβρίου ο 35χρονος υποπλοίαρχος ήταν έτοιμος για το μεγάλο βήμα. Απέστειλε τηλεγράφημα προς το υπουργείο Ναυτικών αναφέροντας τα ακόλουθα: «Παρακαλώ Υπουργείον όπως μοι εγκρίνη, εάν τυχόν παρουσιασθή ευνοϊκή περίστασις, κατά τας διαταχθείσας περιπολίας, είσπλουν εις λιμένα Θεσσαλονίκης, όπου θωρηκτόν «Φετχί Μπουλέντ».

Η απάντηση ήταν λιτή, σαφής και λακωνική: «Εκτελέσατε επίθεσιν κατά του εν Θεσσαλονίκη ορμούντος τουρκικού πλοίου, συμφώνως με πρωινήν τηλεγραφικήν συνεννόησιν μετά Αρχηγού Γενικού Επιτελείου».

Ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης είχε ήδη προετοιμάσει τις κινήσεις του. Είχε ζητήσει αναλυτική πληροφόρηση από τον πρώην ναυτικό ακόλουθο της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, τον Υδραίο αξιωματικό Αντώνιο Κριεζή. Στόχος ήταν το «Φετχί Μπουλέντ», το οποίο θεωρείτο το καμάρι του οθωμανικού Ναυτικού εξ ου και το όνομά του που σημαίνει «σπουδαίο καλλιτέχνημα».

Ο πλους του «Τ-11» αλλάζει. Από το Λιτόχωρο αρχίζει να κατευθύνεται προς τον Θερμαϊκό. Το συνόδευαν δύο καΐκια με επικεφαλής του καπεταναίους Νικόλαο Βλαχόπουλο και Μιχαήλ Κουφό, οι οποίοι είχαν το ρόλο του πλοηγού.

Λίγες ώρες αργότερα, στις 21:20’ της 18ης Οκτωβρίου 1912, το «Τ-11» έβαλε πλώρη για το Καραμπουρνού. Ο Βλαχόπουλος με το καΐκι του προηγείτο για να κάνει το βόλισμα και να εντοπίσει τις νάρκες που είχαν διασκορπισθεί στις εκβολές του Αξιού μέχρι το Καραμπουρνού, το Μεγάλο Έμβολο. Εκείνη τη βραδιά, ο υποπλοίαρχος Βότσης και το πλήρωμά του ήταν τυχεροί.

Πέρασαν μπροστά στο λιμάνι τις Θεσσαλονίκης χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Μόνο που εκτός από το «Φετχί Μπουλέντ», εκεί βρίσκονταν αγκυροβολημένα δύο ακόμα πολεμικά σκάφη, ένα αγγλικό κι ένα ρωσικό. Το χτύπημα έπρεπε να σχεδιαστεί άμεσα και γρήγορα, αλλά κυρίως με «χειρουργική ακρίβεια» ώστε να αποφευχθεί πιθανό διπλωματικό επεισόδιο.

Χτύπημα και απεμπλοκή

Οι περιγραφές του τορπιλισμού μεγαλώνουν την αγωνία. Από τον πυργίσκο μάχης του «Τ-11» ο υποπλοίαρχος Βότσης ξεχώρισε μέσα από τις διόπτρες το «κόσμημα» του οθωμανικού στόλου στο αριστερό του κυματοθραύστη. Από το Καραμπουρνάκι, οι τορπιλοσωλήνες ήταν γεμισμένες, έτοιμες.

«Ήρεμα έλξον» ήταν η διαταγή του Βότση στον τορπιλητή καθώς το «Τ-11» είχε πλησιάσει 150 μέτρα από το «Φετχί Μπουλέντ». Οι δύο τορπίλες έσκισαν τα νερά, αμέσως ο ύπαρχος Χατζίσκος διατάχθηκε να ρίξει την τορπίλη του καταστρώματος ενώ από τους άνδρες της γέφυρας ζητήθηκε να κάνουν «ανάποδα ολοταχώς».

Από τις εκρήξεις φωτίστηκε ολόκληρη η Θεσσαλονίκη ενώ άρχισαν να ακούγονται φωνές φρουρών και καμπάνες. Οι προβολείς άναψαν σε χρόνο μηδέν αναζητώντας το πλοίο που έπληξε τον τουρκικό θωρακοδρόμωνα.

Ο Βότσης, ωστόσο, είχε σχεδιάσει τις κινήσεις του. Ήδη είχε απομακρυνθεί από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και είχε προετοιμαστεί για το δεύτερο μέρος του σχεδίου του. Περνώντας ολοταχώς κάτω από τα φοβερά κανόνια που ήταν εγκαταστημένα στο Καραμπουρνού, διέταξε να ρίξουν προς τα εκεί μια χαιρετιστήρια κανονιά, σαν νικητήρια ιαχή, για να γιορτάσει την ολοκλήρωση του εγχειρήματός του.

Λίγες ώρες αργότερα κι αφού είχε απελευθερωθεί η Κατερίνη, ο Βότσης τηλεγράφησε: «11.35, χθες Πέμπτην, ετορπιλίσαμεν επιτυχώς εις λιμένα Θεσσαλονίκης τουρκικόν θωρηκτόν “Φετχί Μπουλέντ”. Πλοίον βυθιζόμενον έκλινε δεξιά. Πλήρωμα και πλοίον ημών αβλαβή».

Ο τότε υπουργός Ναυτικών Νικόλαος Στράτος απάντησε:

«Συγχαίρω εγκαρδίως διά ναυτικόν κατόρθωμα.

Προς τιμήν σας διατάσσω όπως έκθεσις υμών ανακοινωθή δι’ ημερησίας διαταγής προς άπαντα τα πλοία του στόλου Αιγαίου και Αμβρακικού. Ετιμήσατε την πατρίδα και ένδοξον Ναυτικόν της.

»Θα προτείνω ηθικήν αμοιβήν υμών και υπάρχου, εν καιρώ δε ολοκλήρου του πληρώματος. Γνωστοποιήσατέ μας ονόματα πλοηγών, προς παροχήν ηθικής και υλικής αμοιβής προς αυτούς.

»Τα συγχαρητήριά μου ανακοινώσατε εις το υφ’ υμάς πλήρωμα δι’ ημερησίας διαταγής».

Το ραδιοτηλεγράφημαα αυτό μεταδόθηκε την ίδια στιγμή που ο θείος του Βότση, ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης αγκυροβολούσε με το θωρηκτό «Αβέρωφ» στον λιμένα του Μούδρου, στην απελευθερωμένη Λήμνο.

Καταρρακώθηκε ο Ταχσίν Πασάς

Ο Κενάν Μεσαρέ ήταν υπασπιστής του τότε Οθωμανού διοικητή Χασάν Ταχσίν Πασάς. Από το ημερολόγιό του αντιγράφουμε: «Εκεί που συζητούσαμε ησύχως με την παρουσία του Φρουράρχου (σ.σ. του πασά Χασάν Ταχσίν) η συνομιλία μας διακόπηκε από έναν εκκωφαντικό κρότο ο οποίος δόνησε ολόκληρη την πόλη. Τραντάχτηκε το Διοικητήριο. Ο αιφνιδιασμός ήταν τέτοιος ώστε μείναμε με ανοικτό το στόμα και την αναπνοή κρατημένη (…)

»Κάτωχρος και με μάτια κλειστά (σ.σ. ο Χασάν Ταχσίν) ψιθύρισε: “Ετορπιλίσθη το Φετχί Μπουλέντ”. Έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας τώρα σαν τρελλός το ακουστικό που κρατούσε ακόμα στα χέρια του».

Η επόμενη ημέρα, 19 Οκτωβρίου 1912, έφερε κι άλλα άσχημα νέα στον τότε Οθωμανό διοικητή της Θεσσαλονίκης. Ο Ελληνικός Στρατός ανέκοψε την πορεία του προς το Μοναστήριο και άλλαξε τα σχέδιά του.

Επιτέθηκε με σφοδρότητα στα Γιαννιτσά. Το σημείο όπου οχυρώθηκαν οι Τούρκοι έδινε το πλεονέκτημα στον αμυνόμενο, καθώς η επάνδρωσή του δεν απαιτούσε μεγάλες δυνάμεις, ενώ ταυτόχρονα, ήταν σχεδόν αδύνατη η υπερκέρασή του από τα πλάγια. Πέντε μεραρχίες και μία ταξιαρχία ιππικού των Ελλήνων κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις τουρκικές δυνάμεις που αποτελούνταν από έξι πυροβολαρχίες και πέντε μεραρχίες.

Παρ’ όλα αυτά, ο τορπιλισμός του «Φετχί Μπουλέντ» είχε αναπτερώσει το ηθικό των αξιωματικών και των στρατιωτών. Παρά τις μεγάλες απώλειες στις 20 Οκτωβρίου απελευθερώθηκαν και τα Γιαννιτσά ενώ οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν στη Θεσσαλονίκη.

Ο δρόμος για την πόλη ήταν ανοικτός αν και οι Τούρκοι είχαν προκαλέσει εμπόδια στον Ελληνικό Στρατό έχοντας καταστρέψει γέφυρες και περάσματα. Οι πληροφορίες περί επικείμενης άφιξης των Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη ανησύχησαν τον τότε διάδοχο και αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο καθώς και τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.

Ο στρατός στην πόλη

Στις 25 Οκτωβρίου ο Ελληνικός Στρατός πέρασε τον Αξιό ποταμό. Ο αρχιστράτηγος Χασάν Ταχσίν Πασάς προτίμησε να παραδώσει αμαχητί την πόλη στους Έλληνες από τους οποίους οι Οθωμανοί την κατέκτησαν στις 29 Μαρτίου 1430. Σύμφωνα με την αφήγηση του υπασπιστή Κενάν Μεσαρέ, ο Ταχσίν πασάς είπε: «Μου φαίνεται πως τελειώσαμε. Ό,τι κι αν γίνει, εγώ δεν έχω πλέον μέλλον σε τούτη την πόλη. Μου φαίνεται ότι δεν έχω θέση πουθενά. Έτσι ήταν γραπτό… Ας είναι όμως. Πες στους Έλληνες να περάσου. Απ’ αυτούς πήραμε την πόλη, σ’ εκείνους θα την παραδώσουμε. Ας γίνει το θέλημα του θεού».

Ο αλβανικής καταγωγής και άριστος γνώστης των ελληνικών Οθωμανός αξιωματικός δέχθηκε τους όρους της ελληνικής πλευράς. Ανήμερα της γιορτής του πολιούχου και προστάτη της πόλης Άγιου Δημητρίου, η Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό. Σημειώθηκε είκοσι ημέρες μετά την κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και λίγες ώρες προτού ο βουλγαρικός στρατός αφιχθεί στην - ήδη ελληνική – Θεσσαλονίκη.

Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη φρουρούμενος έως τον Ιούλιο του 1913 οπότε έφυγε για το Εβιάν της Γαλλίας για λόγους υγείας με έξοδα της ελληνικής κυβέρνησης. Στη συνέχεια πήγε στη Λωζάννη και απεβίωσε το 1918 στην ελβετική Τεριτέ, στη λίμνη Λεμάν. Ετάφη στη Λωζάννη, τα οστά του μεταφέρθηκαν στο αλβανικό νεκροταφείο Θεσσαλονίκης το 1936.

Το 2002 ετάφη στην αυλή της τέως επαύλεως Μοδιάνο, στο σημερινό Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων, εκεί που υπεγράφη η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης κι άρχισε ο επιθανάτιος ρόγχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…

 http://www.aegeantimes.gr/article.asp?id=57189&type=26&kata=0http://www.aegeantimes.gr/article.asp?id=57189&type=26&kata=0

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Δήμητρα η θεά της γονιμότητας



Η Δήμητρα ήταν κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Αδερφή της Ήρας, της Εστίας, του Δία και του Ποσειδώνα. Η γέννηση της ακολούθησε την ίδια μοίρα με των αδερφών της. Ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά τους μόλις γεννιόντουσαν από φόβο μην του πάρουν το θρόνο. Η Ρέα μην αντέχοντας άλλο να χάνει τα παιδιά της, βοήθησε τον μικρότερο, τον Δία, να εκθρονίσει τον Κρόνο με ένα τέχνασμα και να ελευθερώσει τα αδέρφια του από την κοιλιά τους πατέρα τους.

Η θεά Δήμητρα ανήκε στο δωδεκάθεο του Ολύμπου και ήταν θεά της γονιμότητας και της βλάστησης του εδάφους, προστάτιδα της γεωργίας και μητέρα των δημητριακών, όπως δηλώνει και το όνομά της. Ήταν κόρη του Κρόνου και της Ρέας και αδελφή του Δία. Μαζί του απέκτησε την Περ*σεφόνη, ενώ από τον άλλο της αδελφό, τον Ποσειδώνα, που ενώθηκε μαζί της μεταμορφωμένος σε άλογο, απέκτησε επίσης μια κόρη που κανείς δεν τολμούσε να αναφέρει το όνομά της και ένα άλογο, τον Αρείονα.


Η Δήμητρα δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργεια της γης. Σύμφωνα με το μύθο, μετά την απαγωγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, περιπλανήθηκε για εννιά μέρες κρατώντας πυρσούς και αναζητώντας την κόρη της. Τελικά έφθασε στην Ελευσίνα μεταμορφωμένη σε γριά, , όπου φιλοξενήθηκε στο ανάκτορο του βασιλιά Κελεού. Σε ανταπόδοση, ανέθρεψε το γιο του Δημοφώντα και καθιέρωσε τα Ελευσίνια Μυστήρια, που έγιναν η σπουδαιότερη γιορτή προς τιμήν της. Η Ελευσίνα ήταν και το κυριότερο κέντρο της λατρείας της, ενώ ιερά της υπήρχαν και σε πολλά ακόμη μέρη.

Η Δήμητρα ταυτίσθηκε με την πανάρχαια θεότητα της γονιμότητας και της ευφορίας και η λατρεία της ήταν διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα. Εκτός από τα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια, προς τιμήν της τελούνταν τα λεγόμενα «Μικρά Μυστήρια» και τα Θεσμοφόρια κάθε φθινόπωρο, δηλαδή την εποχή της σποράς, στα οποία συμμετείχαν μόνο παντρεμένες γυ*ναίκες. Σύμβολά της ήταν τα στάχυα, ένα καλάθι γεμάτο καρπούς, η παπαρούνα, ο νάρκισσος και το ρόδι.

ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

Κατά τις ανασκαφές που έκανε στην Ελευσίνα η Αρχαιολογική Εταιρεία της Αθήνας, βρέθηκαν δυο ανάγλυφα αφιερωμένα στο θεό και στη θεά, χωρίς να αναφέρουν το όνομά τους.

Μια άλλη πανάρχαιη θεότητα της Ελευσίνος η Δάειρα ήταν σύμφωνα με το μύθο θυγατέρα του Ωκεανού και απόκτησε με τον Ερμή τον επώνυμο ήρωα της Ελευσίνας. Κι ενώ στην αρχή ήταν αντίζηλη και έχθρα της Δήμητρας, ενσωματώθηκε αργότερα στη λατρεία και μάλιστα ταυτίστηκε με την κόρη της θεάς, την Περσεφόνη. Η Περσεφόνη παίζει στην ελευσινιακή θρησκεία -όπου εξάλλου δεν παρουσιάζεται απ' αρχής- ένα λιγότερο σημαντικό ρόλο από της Δήμητρας. Είναι γνωστό πως η Περσεφόνη θεωρούνταν σύζυγος του Άδη και βασίλισσα των νεκρών. Αναρωτιέται κανένας "αν Περσεφόνη και Κόρη είναι δυο ονόματα της ίδιας θεότητας ή αν εκπροσωπούν δυο διαφορετικές θεότητες που συγχωνεύτηκαν.

Πιστεύω πως πρέπει να ταχτούμε με τη δεύτερη άποψη, επειδή η Περσεφόνη παρουσιάζεται μάλλον ως βασίλισσα του Άδη, ενώ η Κόρη ως θεά της νεαρής βλάστησης και προπαντός ως θυγατέρα και σωσίας της Δήμητρας, που μ' αυτήν είχε περίπου ταυτιστεί και σε σπάνιες μονάχα περιπτώσεις είχε επιτρέψει αυτή στη λατρεία της να ζήσει μιαν ανεξάρτητη ζωή". Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι στην Ελευσίνα η θυγατέρα της Δήμητρας ονομάζεται πάντα Κόρη και ποτέ Περσεφόνη. Ο Foucart πιστεύει πως πρόκειται για μια νέα θεότητα "πολύ διαφορετική από τη σκληρή και σκοτεινή συντρόφισσα του Άδη, η νεόφερτη δείχνει πραότητα και την καλοσύνη που χαρακτηρίζουν τη μητέρα της, τη Δήμητρα".

Κατά τη γνώμη του, η Κόρη δεν ήταν παρά ένα αντίγραφο της Δήμητρας κι ένα αντικαθρέπτισμα της. Για να εξηγήσει τούτο το γεγονός διατυπώνει την άποψη πως "η έννοια και το όνομα το ίδιο της Δήμητρας υποβάλλουν την ιδέα της γονιμότητας και της μητρότητας. Θα ήταν αντιφατικό να την φανταστούμε στείρα κι έτσι το θεώρησαν φυσικό να της αποδώσουν μια κόρη".

Στα αρχαιότερα έργα τέχνης συχνά είναι δύσκολο να πούμε κατηγορηματικά, αν η θεά που έχει παραστήσει ο καλλιτέχνης είναι η Δήμητρα ή η Κόρη, και όταν είναι και οι δυο μαζί, ποια είναι η Δήμητρα και ποια η Κόρη. Οι δυο αυτές θεότητες ακόμα και στη λατρεία είναι στενά δεμένες, η θυγατέρα όμως εξαρτάται πάντα από τη μητέρα. Είναι πραγματικό γεγονός πως βρέθηκαν έξω από την Ελευσίνα ίχνη λατρείας που αφορούσε μονάχα την Κόρη και είχαν υποθέσει μερικοί πως τα Μικρά Μυστήρια της Άγρας ήταν αφιερωμένα σ' αυτήν ειδικά. Ωστόσο, άλλοι συγγραφείς δεν δέχονται αυτήν την περίπτωση.



http://visaltis.blogspot.com

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Μινωικός υπολογιστής 3500 ετών!

Ο ερευνητής δρ Μηνάς Τσικριτσής ανέσυρε από τα αρχεία του Μουσείου Ηρακλείου ένα εύρημα που αλλάζει τη γνώση μας για τον μινωικό πολιτισμό: το πρώτο ηλιακό ρολόι και αναλογικό υπολογιστή γεωγραφικού πλάτους και εκλείψεων, που προηγείται του μηχανισμού των Αντικυθήρων κατά 1.400 χρόνια. Είναι διαστάσεων πυξίδας, αλλά έχει και «γιγάντιο αδελφό»: το πασίγνωστο Στόουνχεντζ!

Αστρονομικό «γκάτζετ» του Μινωικού πολιτισμού εντόπισε έλληνας ερευνητής σε ξεχασμένα πλακίδια του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου, 2012

Ο ερευνητής Μηνάς Τσικριτσής, κρατώντας στα χέρια του ένα ομοίωμα του «Υπολογιστή του Παλαιοκάστρου»

Στα τέλη Φεβρουαρίου μια παρουσίαση βιβλίου έλαβε χώρα στην κατάμεστη αίθουσα «Ανδρόγεω» του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης. Αναλύοντας εκεί το περιεχόμενο του βιβλίου του, «Αστρονομία Κρητομυκηναϊκού Πολιτισμού», ο ερευνητής αιγαιακών γραφών δρ Μηνάς Τσικριτσής προέβη σε πρωτότυπες παγκοσμίως αποκαλύψεις, που αφορούν την τεχνολογία και την επιστημονική γνώση των Μινωιτών. Αποκαλύψεις οι οποίες προέκυψαν από την ερμηνεία παραστάσεων που απεικονίζονται σε δύο πλακίδια, από το Παλαίκαστρο Σητείας.

Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ρωτήσαμε τον ερευνητή:

- Κύριε Τσικριτσή, πώς φθάσατε στη μελέτη αυτών των ευρημάτων;

«Τα τελευταία δύο χρόνια, ασχολούμενος με μινωικά ευρήματα που έχουν σχέση με την αστρονομία του κρητομυκηναϊκού πολιτισμού, έχω έλθει σε επαφή με πολλά ευρήματα αστρονομικού ενδιαφέροντος, τα οποία περιγράφω στο πρόσφατο βιβλίο μου. Τις εικόνες της μήτρας από το Παλαίκαστρο τις βρήκα δημοσιευμένες στην “Αρχαιολογική Εφημερίδα” του 1900, αλλά και ως σκίτσα στο βιβλίο του ανασκαφέα της Κνωσού, Εβανς, “The palace of Minos, etc.”. Ο Εβανς αναφέρει ότι οι εικόνες _ που βρέθηκαν χαραγμένες σε πλακίδια αργιλικού σχιστόλιθου του 15ου αι. π.Χ. _ εμφανίζουν σύμβολα της Σελήνης και του Ηλίου. Επειδή οι εικόνες δεν ήταν ευκρινείς, ζήτησα από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου την άδεια να μελετήσω το εύρημα. Ο διευθυντής κ. Γ. Ρεθεμνιωτάκης και η αρχαιολόγος Κ. Αθανασάκη με έφεραν σε επαφή με εικόνες υψηλής ανάλυσης. Με βάση αυτές και τη συσχέτιση με άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και ιστορικά και αστρονομικά στοιχεία που αφορούν μονάδες μέτρησης χρόνου και πρόβλεψη εκλείψεων Σελήνης και Ηλίου, κατέληξα σε μία ερμηνεία για τη χρήση της μοναδικής αυτής μήτρας».

- Η οποία ερμηνεία, συνοπτικά, είναι;

«Οτι μέσω της μήτρας αυτής περιγράφεται αναλογικός υπολογιστής που μετρά χρόνο, προσδιορίζει γεωγραφικό πλάτος και προβλέπει σεληνιακές εκλείψεις!».

- Ενα τέτοιο επίτευγμα, στην εποχή των Αργοναυτών, ακούγεται αδιανόητο. Πώς οδηγηθήκατε σε μια τέτοια ερμηνεία;

«Αρχικά μελέτησα και κατανόησα το πώς λειτουργεί ο δίσκος που αποτυπώνεται αριστερά στη μήτρα και έπειτα μελέτησα τον ακτινωτό δίσκο που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της. Στο κέντρο του δίσκου εμφανίζεται ένας σταυρός _ ο οποίος παγκοσμίως θεωρείται σύμβολο απεικόνισης του Ηλίου. Μεγεθύνοντας το εύρημα, απαρίθμησα 18 στιγμές γύρω από το σύμβολο του σταυρού και, κάτω από τον κύκλο, διέκρινα το σύμβολο της Σελήνης (με μορφή μηνίσκου) και 28 αριθμημένες στιγμές στον εξωτερικό κύκλο. Αν οι 18 στιγμές γύρω από το σύμβολο του Ηλίου αντιπροσωπεύουν 18 χρόνια, τότε σωστά ο δημιουργός αυτής της εικόνας τοποθέτησε 28 στιγμές γύρω από το σύμβολο της Σελήνης, καθώς το πλήθος των σεληνιακών εκλείψεων ανά 18 χρόνια και 11 ημέρες είναι 28. Το φαινόμενο της επανάληψης των σεληνιακών εκλείψεων κάθε 18 χρόνια και 11 ημέρες ήταν γνωστό στους Χαλδαίους και το αποκαλούσαν “Σάρο”».

- Ομως... τα αρχαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα αναφοράς του Σάρου από τους Χαλδαίους εντοπίζονται στο 750 π.Χ. Μια τέτοια γνώση της περιοδικότητας των εκλείψεων προϋποθέτει είτε ότι οι Μινωίτες είχαν προπορευθεί αστρονομικά ή ότι η γνώση αυτή προϋπήρχε στους Βαβυλώνιους ή τους Σουμέριους και την είχαν δανειστεί από εκεί. Επιπλέον, υπάρχει ένα deja vu: την ίδια πρόβλεψη βάσει του Σάρου την είδαμε και στον μηχανισμό των Αντικυθήρων!

«Είμαι πλέον βέβαιος ότι οι Μινωίτες ήταν από τους πρώτους _ αν όχι οι πρώτοι _ που ανακάλυψαν την έννοια του Σάρου. Οσο για τον μηχανισμό των Αντικυθήρων, ορθά επισημαίνετε τον παραλληλισμό. Θεωρώ ότι το “νέο” αυτό εύρημα δεν μειώνει την αξία του ευρήματος των Αντικυθήρων, αλλά μετατοπίζει τον χρόνο δημιουργίας 14 αιώνες πίσω. Ξαναγράφουμε έτσι το κεφάλαιο εισαγωγής στην ιστορία των επιστημών, με αρχή τον “υπολογιστή του Παλαίκαστρου”, του 1500 π.Χ.».

- Για να προβλέψουν τις σεληνιακές εκλείψεις, οι κατασκευαστές του μηχανισμού των Αντικυθήρων χρησιμοποιούσαν έναν, απίστευτο για την εποχή τους, συνδυασμό γραναζιών. Σε αυτή τη μήτρα βλέπουμε να απεικονίζεται απλά ένα εγχάραγμα με κουκκίδες. Πώς καταφέρνει να επιτελεί τον υπολογισμό;

«Είναι όντως ένα θαύμα κομψής λύσης στη μέγιστη απλότητα κατασκευής. Δείτε: Ο εσωτερικός κύκλος χωρίζεται σε δύο ημικύκλια, που το καθένα έχει 29 και 30 χαράξεις. Αυτά τα ημικύκλια αναπαριστούν δύο σεληνιακούς μήνες, 29 και 30 ημερών, που αρχίζουν και τελειώνουν με πανσέληνο. Αν, κάθε ημέρα, μετακινούμε δεξιόστροφα μία βελόνα στον εσωτερικό κύκλο και κάθε 15 ημέρες μετακινούμε μια άλλη βελόνα αριστερόστροφα στην περιφέρεια με τα ακτινωτά τριγωνικά δόντια, παίρνουμε την πορεία της Σελήνης ως προς την πορεία του Ηλίου».


- Και γιατί αντιστοιχίζεται αυτή η διττή πορεία με τις σεληνιακές εκλείψεις;

«Αναλογισθείτε ότι έκλειψη σημαίνει στην πράξη “εξαφάνιση στη σκιά”. Αν το επίπεδο της τροχιάς της Σελήνης και της Γης συνέπιπταν, τότε θα είχαμε κάθε μήνα μια έκλειψη Ηλίου και μια έκλειψη Σελήνης. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, διότι οι τροχιές Σελήνης και Γης βρίσκονται σε επίπεδα που έχουν μεταξύ τους μια κλίση 5 μοιρών. Τα σημεία όπου το επίπεδο της τροχιάς της Σελήνης τέμνει το επίπεδο της γήινης τροχιάς λέγονται “σεληνιακοί δεσμοί”. Οταν η Σελήνη βρίσκεται στη θέση της πανσελήνου και ο Ηλιος κοντά στη θέση ενός από τους δύο σεληνιακούς δεσμούς, τότε έχουμε έκλειψη Σελήνης. Αυτά τα δύο σημεία (οι δεσμοί) ολοκληρώνουν μια πλήρη περιφορά κάθε 18 χρόνια. Ετσι, κάθε 12 μήνες, οι κόμβοι μετακινούνται τρεις θέσεις κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού, πάντα σε διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Ο κύκλος της περιφέρειας με τις 58 οπές στον “υπολογιστή του Παλαικάστρου” αντιπροσωπεύει την περιστροφή των δεσμών. Μετά το πέρας αυτής της περιόδου των 18,5 ετών επαναλαμβανόταν ο ίδιος κύκλος των σεληνιακών εκλείψεων. Τα στοιχεία πείθουν ότι οι κατασκευαστές της μήτρας είχαν ανακαλύψει αυτόν τον κύκλο κίνησης των δεσμών».

- Επαληθεύσατε στην πράξη ότι ο «υπολογιστής» αυτός βρίσκει σωστά τις εκλείψεις;

«Βεβαιότατα! Υπολόγισα την πρόσφατη ολική σεληνιακή έκλειψη, που έγινε στις 21 Δεκεμβρίου 2010, και έπειτα βρήκα ότι με την ίδια λογική λειτουργίας μπορούσα να προβλέψω τις εκλείψεις που θα συμβούν το 2011, όπως και άλλες που θα συμβούν τα έτη 2015, 2017 και 2018».

- Συναρπαστικό... Αλλά μιλήσατε και για υπολογισμό ωρών και γεωγραφικού πλάτους. Αυτοί οι υπολογισμοί πώς γίνονται;

«Δείτε: Αν προσανατολίσουμε τον κεντρικό σταυρό σε κατεύθυνση Βορρά - Νότου και τοποθετήσουμε στο κεντρικό βαθούλωμα μια βελόνα κατακόρυφα, τότε η σκιά της βελόνας δείχνει το σημείο του ακτινωτού δίσκου που αντιστοιχεί στην ώρα της παρατήρησης. Φαίνεται λοιπόν ότι ο μηχανισμός αυτός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ημερήσιο “ηλιακό ρολόι χειρός”, με ώρα που αντιστοιχεί σε περίπου 58 λεπτά _ δηλαδή, πολύ κοντά στην ώρα που χρησιμοποιείται σήμερα. Θεωρώντας ότι κάθε τριγωνικός δείκτης του ακτινωτού τμήματος αντιστοιχεί σε περίπου μισή ώρα, οι πέντε κουκκίδες του κάθε δείκτη τον χωρίζουν σε 5 μικρότερες μονάδες χρόνου, διάρκειας περίπου 6 σημερινών λεπτών».

- Εφόσον αυτά επαρκούν για τον υπολογισμό της ώρας, τα υπόλοιπα σύμβολα της μήτρας τι σημαίνουν;

«Σωστά το παρατηρήσατε: στη μήτρα, πάνω από τον δίσκο, υπάρχουν τρία εργαλεία για τον προσδιορισμό του γεωγραφικού πλάτους. Αν ο χρήστης του δίσκου χρησιμοποιούσε ως όργανα τις δύο βελόνες και την ημικυκλική λαβίδα που υπάρχει στο αποτύπωμα της πίσω πλευράς της μήτρας, και σημείωνε ανά εβδομάδα την άκρη της σκιάς όταν μεσουρανεί ο Ηλιος, τότε μπορούσε _ με τη γωνία ω που σχηματίζουν οι βελόνες _ να καταγράφει το γεωγραφικό πλάτος του τόπου όπου βρίσκεται. Σε μελλοντική μετατόπισή του, δεν είχε παρά να μετρήσει τη σκιά της βελόνας στην αντίστοιχη εβδομάδα για να προσδιορίσει πόσο βόρεια κατευθύνθηκε, ώστε να μπορεί να επιστρέψει!».

- Κύριε Τσικριτσή, η ερμηνεία αυτή που δίνετε στη μήτρα πιστεύετε ότι είναι και η μοναδική;

«Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι η λογική της ερμηνείας μου στέφθηκε με επιτυχείς μετρήσεις τόσο των εκλείψεων όσο και της ώρας και του γεωγραφικού πλάτους. Ωστόσο το θέμα παραμένει ανοιχτό, διότι μπορεί κάποιος άλλος να προτείνει μια άλλη χρήση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά στον πρώτο αναλογικό υπολογιστή της ανθρωπότητας _ και αυτός έχει μινωική προέλευση».


- Είναι ασύλληπτο το πόσα πρέπει να γνώριζαν για να φθάσουν σε μια τέτοια πολυπυξίδα! Συνειδητοποιείτε βέβαια, κύριε Τσικριτσή, ότι αυτή η ερμηνεία σας ανατρέπει πολλά από όσα πιστεύονται ως σήμερα για τον μινωικό πολιτισμό;..

«Θεωρώ ότι πρέπει να απεμπλακούμε από τις αγκυλώσεις που έχουν δημιουργήσει οι έως τώρα παραδοχές ότι αυτός ο πολιτισμός οικοδομήθηκε αντλώντας στοιχεία και γνώσεις του βαβυλωνιακού και του αιγυπτιακού. Η κατανόησή του οφείλει να γίνεται με μια διαθεματική προσέγγιση στα λιγοστά καμένα ευρήματά του. Χαρακτηριστικά, θα αναφερθώ σε δύο γνωστές φωτογραφίες που εμφανίζουν μινωικά καράβια. Το πρώτο καράβι απεικονίζεται σε ένα κυκλαδικό “τηγανόσχημο” σκεύος του 2300 π.Χ., με 14 ζεύγη κουπιών, πράγμα που μας παραπέμπει σε σκάφος μήκους 32 μέτρων. Σε μια άλλη παράσταση, από την τοιχογραφία της Σαντορίνης του 1640 π.Χ., διακρίνουμε ένα μεγάλο καράβι, με 26 ζεύγη κουπιών, που κατά τον συγγραφέα Cavin Menzies αντιστοιχεί σε σκάφος 54 μέτρων. Η ναυτική αυτή εξέλιξη ακούγεται λογική για χρονική περίοδο 700 χρόνων. Δεν είναι όμως λογικό ένας πολιτισμός που είχε αναπτύξει το θαλάσσιο εμπόριο από το 2800 π.Χ. έως το 1200 π.Χ. να μην είχε αναπτύξει αντίστοιχη επιστήμη και για τις ανάγκες του. Θα έπρεπε, εκτός των άλλων, να είχε αναπτύξει τα μαθηματικά και την αστρονομία. Πράγμα που αποδεικνύουν αυτά τα ευρήματα!».

- Υπάρχει κάτι, κατά την όλη μελέτη σας, που σας εξέπληξε προς άλλη κατεύθυνση;

«Οντως, προέκυψε κάτι το συγκλονιστικό: Οτι υπάρχει μεγάλη σύμπτωση της μήτρας με τον μεγαλιθικό σχηματισμό του Στόουνχεντζ! Την ιδέα μού την έβαλε ο γιος μου Δημήτρης, που σπουδάζει στην Αγγλία, ο οποίος παρατήρησε ότι η μήτρα έχει τον ίδιο αριθμό οπών (29 + 30 στον εσωτερικό κύκλο και 57 στον εξωτερικό) με αυτές του Στόουνχεντζ. Εκεί, υπάρχει ο λεγόμενος “Κύκλος Ζ” από 29 οπές και γύρω από αυτόν ο “Κύκλος Υ” με 30 οπές. O εξωτερικός τελικός κύκλος, που περιβάλλει όλο το Στόουνχεντζ, αποτελείται από 57 οπές και ονομάζεται Κύκλος Ομπρι (Aubrey Holes). Επίσης, στο κέντρο του “ναού” υπάρχουν 19 πέτρες (το λεγόμενο Πέταλο από Γαλαζόπετρες), αλλά το ίδιο πλήθος μικρών οπών υπάρχει σε δύο περιοχές του εσωτερικού σταυρού της μήτρας του Παλαικάστρου».

- Αν αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση και πράγματι το Στόουνχεντζ ήταν μια «μεγέθυνση» της μήτρας του Παλαικάστρου, πώς αιτιολογείτε τη συσχέτιση των δύο πολιτισμών;

«Η κατασκευή του Στόουνχεντζ είχε αποδοθεί στους αρχαίους Κέλτες και στους Δρυίδες τους, αλλά τα ανασκαφικά ευρήματα τη χρονολογούν στη 2η χιλιετία π.Χ. Την εποχή του Χαλκού, οι γνωστοί πολιτισμοί που θα μπορούσαν να σχετισθούν με τέτοιον “ναό” θα ήταν οι μεσοποτάμιοι, ο αιγυπτιακός και ο κρητομυκηναϊκός. Ωστόσο τα μόνα κυκλικά κατασκευάσματα που έχουμε σε όλους αυτούς είναι οι τύμβοι των Μυκηνών (του 16ου αι. π.Χ.) _ που όμως είναι τάφοι και όχι ναοί _ και το... λεγόμενο “δαχτυλίδι του Μίνωα”. Στο δαχτυλίδι αυτό διακρίνουμε ένα κυκλοτερές κτίσμα στην κορυφή ενός λόφου, που περιβάλλεται από ορθόλιθους. Αν η κατασκευή αντιπροσώπευε ένα αστρονομικό παρατηρητήριο, θα μπορούσαμε να το συσχετίσουμε με την κυκλική δομή κατασκευής του Στόουνχεντζ. Ισως, τελικά, ο μινωικός πολιτισμός να είχε σχέση με τους “Υπερβόρειους” της Βρετανίας, όπως είχε γράψει ο Διόδωρος Σικελιώτης».

Τον αποχαιρέτισα «ζαλισμένος». Στον νου μου φτερούγιζαν εικόνες από τον στρογγυλό ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς και το «τέμενος Απόλλωνος μεγαλοπρεπές, σφαιροειδές τω σχήματι» των Υπερβορείων, που περιέγραφε ο Διόδωρος. Μα... από εκεί δεν ήρθε ο Αβαρις ο Υπερβόρειος που έγινε φίλος του Πυθαγόρα; Και ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης, που περιέπλευσε το 331 π.Χ. τη Βρετανία και «υπολόγισε το μέγεθός της»... μήπως είχε έναν μινωικό υπολογιστή για να βρίσκει τη θέση του πλοίου του στην ομίχλη; Μύρια απίστευτα κατορθώματα της ναυτικής μαεστρίας Ελλήνων και Φοινίκων θα έβρισκαν την εξήγησή τους αν μια τέτοια «πολυπυξίδα» ήταν το μυστικό των καπετάνιων από την εποχή των Αργοναυτών ως εκείνη του Αρχιμήδη (212 π.Χ.). Σίγουρα ο Αρχιμήδης και οι σοφοί της Αλεξάνδρειας και της Ρόδου βρίσκονταν πίσω από τη μετεξέλιξή της στον «μηχανισμό των Αντικυθήρων», με όλη τη μικρομηχανική τελειότητα εκείνου. Αλλά αν η γνώση είχε τον σπόρο της στους Μινωίτες, τότε... μας μένουν πολλά ακόμη να ανακαλύψουμε για εκείνα που χάθηκαν στον ελληνικό Μεσαίωνα, στα χρόνια της κλιματικής αλλαγής, των σεισμών και των λιμών μετά τον Πόλεμο της Τροίας.

Κοίταξα στον ορίζοντα την Ακρόπολη με νέα μάτια: Αυτή η χώρα είναι τελικά ανεξάντλητη σε εκπλήξεις. Για την αποδοχή ή όχι της ερμηνείας του κ. Τσικριτσή μένει να αποφανθεί η επιστημονική κοινότητα. Αν τελικά ευσταθεί, ένας νέος πρόλογος θα έχει γραφτεί για την Ιστορία των Επιστημών, με κρητική υπογραφή!


Aριστερά, μία «αναστήλωση» της εικαζόμενης αρχικής μορφής του Stonehenge και δεξιά, η αντιπαραβολή των ερειπίων με τον μινωικό υπολογιστή


Πηγή: Το Βήμα
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...