₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου - ντοκυμαντερ

Η ΑΡΠΑΓΗ ΚΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΟΘΩΜΑΝΙΚΑ ΧΑΡΕΜΙΑ

του Ραφαήλ Διαμαντή
Ο μη σεβασμός προς την γυναίκα ως ανθρώπινης υπάρξης πάει πολύ πίσω στην ιστορία. Ιδιαίτερα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα ο ρόλος της ήταν περιορισμένος και τα καθήκοντά της στα στενά πλαίσια του «σκεύους ηδονής». Τέτοιο ήταν και το σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του πλέον απάνθρωπου και ολοκληρωτικού συστήματος πού βιαιοπράγησε τόσο στην Μικρά Ασία όσο και στην Ανατολική Ευρώπη και Ουκρανία.
Η αντίληψη των οθωμανών για τη γυναίκα ήταν ότι αυτή θα έπρεπε να αποτελεί το «κέφι» του (στρατιωτικού) άντρα και τίποτε άλλο. Αυτή «γέμιζε» την καθημερινότητα των οθωμανών αρρένων πού έπρεπε να τους υπηρετεί παντοίω τρόπω. Σαν υπόδουλη ύπαρξη δεν ετύγχανε κανενός σεβασμού η «νομικής προστασίας» και ο «αφέντης» μπορούσε να την τιμωρήσει, κακοποιήσει χωρίς δισταγμό μόνο και μόνον για να «ξεσπάσει τα νεύρα του». Αυτό για τους οθωμανούς ήταν απολύτως φυσικό. Από τη μεριά τους οι υπόδουλες γυναίκες στα χαρέμια για να προστατευθούν συσπειρώθηκαν σε ίντριγκες και σκευωρίες συνεργαζόμενες με αντιπάλους του αφέντη (σουλτάνου, ή βεζύρη, ή πασά, κλπ). Το σουλτανικό χαρέμι συνεπώς ήταν εστία ίντριγκας, ανατροπής, αλλά και μέσον προαγωγής στη κοινωνική ζωή όποιου έκανε επίκληση σε αυτό και χαιρόταν της συμπάθειας του. Εκεί μέσα γίνονταν ταχέως γνωστά τα πάντα, οι δε «εντολές εκ των έσω» ήσαν αστραπιαίας εκτέλεσης! Μεσολαβητές αυτών των σχέσεων του χαρεμιού με τον έξω κόσμο ήσαν οι ευνούχοι του χαρεμιού.

Το Οθωμανικό Δουλεμπόριο των Γυναικών (τουρκιστί Cariyelik)
Το Τζαριγελίκι ή άλλως γυναικείο δουλεμπόριο ανάγεται πολύ πιό πίσω από την εποχή του Ισλάμ. Η Βαγδάτη αποτελούσε το πιό σημαντικό σκλαβοπάζαρο της εποχής των Αββασίδων. Μετά την επικράτηση του Ισλαμισμού αυτή η δραστηριότητα συνεχίστηκε λόγω κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων. Η γυναικεία δουλεία ξεκίνησε στο Οθωμανικό Χαρέμι επί Ορχάν Μπέη, αλλά από τη περίοδο του σουλτάνου Μεχμέτ του Καταστροφέα («Πορθητή»!) ο αριθμός των σκλάβων γυναικών στο Χαρέμι αυξήθηκε τάχιστα. Ξεκινώντας από τα μέσα της περιόδου του Βαγιαζήτ του Β’, η παράδοση των σουλτάνων, να παντρεύονται τις κόρες των γειτονικών ηγεμονίσκων και ηγεμόνων, τερματίστηκε. Μετά από αυτή τη περίοδο, έγινε νέα παράδοση για τους σουλτάνους να παντρεύονται γυναίκες σκλάβες του Χαρεμιού. Από εκείνον τον αιώνα το Χαρέμι και το Σουλτανάτο βασίζονται πάνω στις σκλάβες γυναίκες. Οι Οθωμανοί προτιμούσαν να επιλέγουν Κιρκάσιες, Γεωργιανές και Ρωσσίδες κοπέλλες για το Χαρέμι τους. Ήδη από αιώνες, τα κορίτσια της Καυκασίας ήσαν ονομαστά για την ομορφιά τους στην Ανατολή. Γι αυτό το λόγο, το Χαρέμι λάμβανε τόσες πολλές Καυκασιανές σκλάβες αρχικά και αυτός ο αριθμός αυξήθηκε ταχέως ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα. Τα κορίτσια πού αρπάζονταν αιχμάλωτα πολέμου στα πεδία της μάχης κατέληγαν στα Χαρέμια αρχικά για να γίνουν γυναίκες σκλάβες, όμως στους αιώνες παρακμής και οπισθοδρομικότητας οι οθωμανοί έχασαν αυτή τη πηγή. Έκτοτε ο Μέγας Βεζύρης, οι κυβερνήτες, οι πασάδες, οι επαρχιακοί κυβερνήτες και οι αδελφές των σουλτάνων τους προσέφεραν τις γυναίκες σκλάβες πού είχαν αναθρέψει. Μιά άλλη πηγή ήταν οι σκλάβες να έχουν αγοραστεί και μεταφερθεί στο Χαρέμι από τον θησαυροφύλακα του Τελωνείου. Τον 19ο αιώνα παρόλη την απαγόρευση της δουλείας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι καυκάσιοι συνήθιζαν να στέλνουν τις κόρες τους στο Οθωμανικό Χαρέμι ευχόμενοι να επιλεχθούν ως σύζυγοι του Σουλτάνου. Τις ανέτρεφαν ακόμα από πολύ μικρές και τις προετοίμαζαν για τέτοια ζωή στο Χαρέμι τραγουδώντας τους νανουρίσματα όπως «Ελπίζω να γίνεις σύζυγος του Σουλτάνου και να κάνεις ένδοξη ζωή μέσα στα διαμάντια»! Οι γυναίκες σκλάβες πού αγοράζονταν έξω από το Παλάτι σε ηλικία 5-7 ετών ανατρέφονταν έως ότου γίνονταν ώριμες αρκετά ώστε να προσφερθούν στον Σουλτάνο. Καθώς μεγάλωναν και γίνονταν πιό όμορφες κατατάσσονταν σε διάφορες δραστηριότητες όπως τη μουσική, τους αβρούς τρόπους, τις αδελφικές σχέσεις.

clip_image002

clip_image004

Διδάσκονταν τους τρόπους στο πώς να συμπεριφερθούν και υπηρετήσουν έναν άνδρα
. Όταν ήσαν έφηβες, εισάγονταν στη μύηση του Παλατιού και αγοράζονταν εάν επιλέγονταν. Τη πρώτη νύχτα, έμεναν στο σπίτι του ατόμου πού τις είχε αγοράσει και εάν παρουσίαζαν λάθος συμπεριφορές, φυσικά ελλείμματα ή ανατομικές ατέλειες πού επισημαίνονταν εκείνη τη νύχτα, τότε η τιμή τους έπεφτε και ο πατέρας θα πληρωνόταν λιγότερο από τα συμφωνηθέντα. Οι γονείς τους έπρεπε να υπογράψουν ένα έγγραφο δηλώνοντας ότι πωλούσαν τη κόρη τους και ότι δεν θα είχαν αξιώσεις στο μέλλον γι αυτήν. Οι γυναίκες σκλάβες πού γίνονταν δεκτές στο Χαρέμι έπρεπε να εξετασθούν από ιατρούς και μαίες. Εκείνες πού ήσαν άρρωστες ή είχαν κάποια ανικανότητα δεν θα γίνονταν ποτέ δεκτές στο Χαρέμι. Οι εξαιρετικά όμορφες αλλά ανέμπειρες γυναίκες σκλάβες έπρεπε να εκπαιδευθούν πρώτα. Θα ανέρχονταν στον βαθμό του βοηθού-αφεντικού και του αφεντικού εάν ήσαν επιτυχείς αρκετά. Συνήθιζαν να φορούν μακρυές πουκαμίσες πού έφταναν έως τις πτέρνες τους, στενούς χιτώνες και έγχρωμα σκουφάκια. Φορούσαν επιδεικτικούς χιτώνες πού κατέληγαν σε κρόσια. Καθώς η περιποίηση της κώμωσής τους ήταν σημαντική γι αυτές κατανάλωναν πολλές ώρες γι αυτήν μπροστά από τους καθρέφτες. Μερικές απ’αυτές είχαν τόσο μακρυά μαλλιά πού έφθαναν ακόμα και στις πτέρνες τους.

Η λέξη, χαρέμι, προέρχεται από την αραβική haram, που σημαίνει «παράνομος», «προστατευμένος», «απαγορευμένος».
clip_image006Οι γυναίκες σκλάβες βρίσκονταν μεταξύ τους σε μιά κατάσταση ανταγωνισμού μέσα στο Χαρέμι πού έμοιαζε σαν μιά μεγάλη θεατρική σκηνή με τους «ηθοποιούς» να εκτελούν ένα πολυδάπανο σε ενδυμασίες δράμα. Με σκοπό να έλξουν τη προσοχή, φτασιδώνονταν, έβαφαν τα μάτια τους και έβαζαν όμορφα αρώματα. Στολίζονταν επίσης με μενταγιόν, κολλιέ και σκουλαρίκια πού έφεραν πολύτιμα κοσμήματα όπως μαργαριτάρια και διαμάντια και φορούσαν πάντοτε εποχιακούς χιτώνες. Το καλοκαίρι γιά παράδειγμα, φορούσαν μεταξωτά ανοιχτόχρωμα φορέματα πού ήσαν στενά επιδεικνύοντας τη σιλουέτα του σώματος τους. Τα ενδύματα από γούνα είχαν ανοιχτά ντεκολτέ για να δημιουργούν μιά γοητευτική εμφάνιση. Έφεραν κουμπιά μπροστά και σχετικά μιά στενά δεμένη ζώνη πάχους δύο ιντσών στολισμένη με τα πιό πολύτιμα κοσμήματα. Οι ζώνες είχαν πόρπες στολισμένες με διαμάντια. Ένα σάλι από κασμίρι κάλυπτε τους ώμους τους. Τους χειμώνες φόραγαν ως επί το πλέιστον γούνινα παλτά. Οι γυναίκες σκλάβες βλέπονταν καλύτερα μετά την εντολή του Προφήτη των Μωαμεθανών, Μωάμεθ να «χορηγείτε στις σκλάβες οτιδήποτε εσείς τρώτε και φοράτε και ποτέ να μην τις μεταχειριστήτε άσχημα». Το καλύτερο επίτευγμα στο Ισλάμ ήταν να χορηγήσει στους σκλάβους την ελευθερία τους. Ο Προφήτης Μωάμεθ είπε: «Όποιος δίνει την ελευθερία σε μουσουλμάνο σκλάβο δεν θα πάει στη κόλαση». Γι αυτό το λόγο όλοι οι οθωμανοί σουλτάνοι εφάρμοσαν αυτόν τον κανονικό νόμο και έδωσαν στις μη επιλεγμένες γυναίκες σκλάβες σπίτια, ετοίμασαν τη προίκα τους και τις άφησαν να φύγουν από το χαρέμι.

Οι γυναίκες σκλάβες αποπερατώνοντας την εκπαίδευσή τους, ανταγωνίζονταν για να γίνουν Αφεντικό, Βοηθός Αφεντικού, Γκοζντέ (ευνοουμένη), Ικμπάλ (ευνοουμένη του σουλτάνου), Καντίν Εφέντι (σύζυγος σουλτάνου) και τέλος Βαλιντέ Σουλτάνα (μητέρα σουλτάνα). Οι γυναίκες σκλάβες μετά από 9 χρόνια στο Χαρέμι είχαν το δικαίωμα να φύγουν. Αυτό αποκαλείτο «Cirag gikma» (Τζιράγκ Γκικμά). Ο Σουλτάνος έδινε τη προίκα της απελεύθερης και τη βοηθούσε να παντρευτεί κάποιον άλλον. Αυτή η σκλάβα έπαιρνε ένα έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Σουλτάνο πού δήλωνε την απελευθέρωσή της. Η γυναίκα σκλάβα πού λάμβανε το έγγραφο μπορούσε να κάνει ότι θέλει χωρίς κανένα εμπόδιο. Αντίθετα απ’ότι είναι γνωστό, οι Σουλτάνοι συνήθιζαν να κρατούν 10 με 20 γυναίκες στα ιδιωτικά δωμάτια τους. Οι πλέον όμορφες υπηρετούσαν αυτούς και εκείνες πού ήσαν αρκετά όμορφες στέλνονταν στα δωμάτια των πριγκήπων. Τέλος, εκείνες πού υποτίθετο ότι θα γίνουν όμορφες στο μέλλον στέλνονταν στον ευνούχο θησαυροφύλακα και στις βοηθούς αφεντικά για να ανατραφούν.

clip_image008Οι νεαρές γυναίκες σκλάβες πού έφθαναν στο Χαρέμι λάμβαναν διαφορετικά ονόματα. Κάποια περσικά ονόματα όπως Γκουλνάζ, Νεσεντίλ, Χοσνέβα, κλπ. θα δίδονταν σε αυτές ανάλογα με τη συμπεριφορά, όψη, ομορφιά και χαρακτήρα τους. Για να θυμούνται τα ονόματά τους κρεμούσαν στο λαιμό τους πλακέττες πού ανέγραφαν το όνομά τους. Οι Βοηθοί-Αφεντικά εκπαίδευαν τις νεοαφιχθείσες πάνω στη Συμπεριφορά, Θρησκεία, Κοινωνικότητα, Σεβασμό, Ηθική, και Μουσική εφ’όσον θα είχαν τις ικανότητες. Εκείνες πού είχαν καλές φωνές κατατάσσονταν σε Μουσικές τάξεις.

Εκείνες οι γυναίκες σκλάβες πού θα έφθαναν στον βαθμό της συζύγου έπρεπε να εκπαιδευθούν σχολαστικά με όλα τα μέσα και να διδάσκονται πώς να διαβάζουν και να γράφουν. Εκείνες οι γυναίκες σκλάβες πού προσηλυτίζονταν στον ισλαμισμό θα έπρεπε να ασκούν τους κανόνες της θρησκείας. Μπορούσαν να προσευχηθούν όλες μαζί ή χωριστά. Περαιτέρω, εκπαιδεύονταν πώς να διαβάζουν το Κοράνιο. Όλες οι γυναίκες σκλάβες έπρεπε να εκπαιδευθούν πάνω στην ισλαμική θρησκεία. Μετά την ανέλιξή τους στο βαθμό της συζύγου μπορούσαν να κτίσουν πολλά τζαμιά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αυτό δείχνει ότι ήσαν αφοσιωμένες στον Ισλαμισμό μετά τη προσηλύτισή τους. Οι επιστολές πού έγραφαν αποτελούν τεκμήρια της μοναδικής τους εκπαίδευσης. Πέραν της μουσικής, διδάσκονταν ποίηση και λογοτεχνία. Η Χουρέμ Σουλτάνα έκανε τον Σουλτάνο Σουλεϋμάν τον Μεγαλοπρεπή να την ερωτευθεί από τα ποιήματα πού του έγραφε. Σε ένα από τα ποιήματα πού αφιέρωσε στον Σουλτάνο Σουλεϋμάν έγραψε «Άσε την Χουρέμ να θυσιαστεί για μιά τρίχα του μουστακιού σου» (Η σημασία αυτής της μεταφορικής φράσης είναι «Δεν θα δίσταζα να πεθάνω για σένα»).

Ο αριθμός των γυναικών σκλάβων στο Χαρέμι άρχισε να αυξάνεται σημαντικά από την εποχή του σουλτάνου Μεχμέτ του Κατακτητή και αυτός ο αριθμός διέφερε κατά τη περίοδο του εκάστοτε σουλτάνου. Κατά τη περίοδο του Αχμέτ του Α’, άλλαξαν το κληρονομικό σύστημα και έπαψαν να διορίζουν τους πρίγκηπες στις επαρχίες σαν κυβερνήτες. Έτσι, άρχισαν να τους εγκαθιστούν στο Χαρέμι πράγμα πού προκάλεσε την ταχεία αύξηση των τροφίμων του. Συνήθιζαν να υπάρχουν 300 με 500 άτομα στο Χαρέμι πρίν τον Μεχμέτ τον Γ’, αλλά είναι γνωστό ότι ο αριθμός αυξήθηκε στα 700 άτομα κατά τη περίοδο της βασιλείας του. Οι γυναίκες σκλάβες λάμβαναν κάποιο ημερήσιο ποσό το οποίο διέφερε από σουλτάνο σε σουλτάνο. Για παράδειγμα, κατά τη βασιλεία του Μαχμούντ του Α’ αυτό το ποσόν ανήλθε στα 30-50 Akge (Οθωμανικά νομίσματα).

clip_image010

Γυναίκες οθωμανικού χαρεμιού του όψιμου 19ου αιώνα.
Ονειρεύονταν χώρες μακρινές και πώς θα έβγαιναν από τη φοβερή αιχμαλωσία τους και να ταξιδέψουν όσο μακριά γινόταν. Αυτές ήσαν και οι σοβαρώτερες συζητήσεις τους μέσα στο Χαρέμι. Ήσαν όλες τους ευρωπαϊκής καταγωγής αρπαγμένες από χριστιανικές οικογένειες. Αυτές άρεσαν στους τούρκους κι όχι οι δικές τους «πιθηκίνες»! (Αληθινός ρατσισμός το γούστο τους!)
othomaniko-xaremi18ai
Οθωμανικό χαρέμι του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Στον οντά κάθεται η κυρία-σύζυγος-αφεντικό της οικίας, ενώ οι θεραπαινίδες την υπηρετούν. Από το κεντρικό παράθυρο φαίνεται το ρωμαϊκό υδραγωγείο του αυτοκράτορα Φλάβιου Ουάλη κι από το δεξιό το Ρουμελί Χισάρ. (Έργο του Giovanni Antonio Guardi). Οι ευρωπαίοι ζωγράφοι και καλλιτέχνες θεωρούσαν τη Τουρκία χώρα εξωτική γι αυτό οι πίνακές τους αποτυπώνουν τον ρομαντισμό πού οι ίδιοι αισθάνονταν για «απαγορευμένους χώρους» όπως τα χαρέμια, τονίζοντας την ομορφιά των γυναικών πού ζούσαν σ’αυτά, όπως αυτοί την αντιλαμβάνονταν. Η αλήθεια είναι ότι τα χαρέμια αποτελούσαν φυλακές του αισχίστου είδους, όπου οι δύστυχες γυναίκες βαριόντουσαν να ζήσουν και επιδίδονταν σε πρακτικές όπως αυτές πού συμβαίνουν σε κοινές φυλακές, όπως κάπνισμα οπίου, ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ τους ή ακόμη και με συμμετοχή των ευνούχων δεσμοφυλάκων τους και ενίοτε υπήρχαν αιματηρές προστριβές πού κατέληγαν σε φόνους μερικών εκ των τροφίμων. Ήσαν σκλάβες πού ανέχονταν ένα πιάτο φαγητό καθώς και το μαρτύριο της γριάς-προϊσταμένης πού «έβαζε τάξη» (κατά την αντίληψή της!) αλλά στην ουσία χαιρόταν να τις βασανίζει γιά λόγους φθόνου η προσωπικής ζήλειας. Τουλάχιστον ο δικτάτορας «εθνοσωτήρας» της (Ρεπουμπλικανικής) Τουρκίας – ο Κεμάλ Ατατούρκκατάργησε τα Χαρέμια και τα έβγαλε εκτός νόμου, αποκαθιστώντας τη χαμένη τιμή των γυναικών σκλαβών-σκευών ηδονής...(θυμίζει πολύ αυτό το γεγονός την ιταλίδα βουλευτή Merlin η οποία με νόμο της στο ιταλικό κοινοβούλιο κατήργησε κι έβγαλε εκτός νόμου τους οίκους ανοχής στα 1958, καθώς θεωρήθηκαν αυτοί «κουλτούρα του έκπτωτου φασιστικού κόμματος πού κυριάρχησε στην Ιταλία από το 1918 έως το 1945 και πού παρουσίαζε χαρακτηριστικά περισσότερο αραβικά - όχι τόσο παράδοξο αν σκεφτεί κανείς την εκ Τυνησίας προέλευση της οικογενείας του Μουσολίνι πού εγκαταστάθηκε στη κεντρική Ιταλία κατά τον 15ο αιώνα - παρά δυτικοευρωπαϊκά. Ο Φασισμός όπως και να έχει ήταν εντελώς ξένος προς την ιταλική ιδιοσυγκρασία γι αυτό και απέτυχε μιλιταριστικά).

clip_image016 clip_image020

Πάνω:
Γυναίκα σκλάβα σε τούρκικο χαρέμι, καπνίζει ναργιλέ. Τα Οθωμανικά χαρέμια έδωσαν τη ίδια ανατολίτικη χροιά στους «απογόνους τους», τους νεοελληνικούς λαϊκούς οίκους ανοχής! Κάτω: Σμύρνη, μέσα 19ου αιώνα. Οθωμανή καπνίζει ναργιλέ.

Τα Οθωμανικά χαρέμια έδωσαν τη ίδια ανατολίτικη χροιά στους «απογόνους τους», τους νεοελληνικούς λαϊκούς οίκους ανοχής!

clip_image032Χρήματα και δώρα δίδονταν σ’αυτές στους γάμους, στα πανηγύρια, στα γενέθλια. Παρόλο πού φροντίζονταν καλά στο Χαρέμι, ο Σουλτάνος δεν έδειχνε καθόλου ανεκτικότητα σε εκείνες πού είχαν διαπράξει φόνο και εξορίζονταν στη Προύσα και στη νήσο Χίο. Σήμερα σώζεται ένα έγγραφο του 1714 πού τεκμηριώνει ότι ο Μουσταφά ο Γ’ εξόρισε δύο γυναίκες σκλάβες στη Προύσα και στη Χίο. Εκτός από τις δέκα με είκοσι γυναίκες σκλάβες πού ήσαν στην υπηρεσία του σουλτάνου άμεσα, οι άλλες λάμβαναν διάφορες θέσεις στο Χαρέμι. Οι ανέμπειρες γυναίκες σκλάβες υποβάλλονταν σε μιά εκπαιδευτική περίοδο αρχικά, έως την άφιξη των νέων, οπότε οι υπάρχουσες έμπειρες σκλάβες προβιβάζονταν στο βαθμό του βοηθού-αφεντικού και εργάζονταν ως Καντμεφέντισσες, Βαλιντέ Σουλτάν, Πριγκήπισσα και Γκοζντέ θαλάμων. Ταξινομούντο ως η μεγάλη, η κανονική, και κατώτερη βοηθός αφεντικό κι εργάζονταν υπό τις διαταγές της επικεφαλής βοηθού αφεντικού σ’αυτούς τους θαλάμους. Δέκα με δεκαπέντε βοηθοί υπό τις διαταγές της πιό έμπειρης βοηθού αφεντικού τίθονταν σε νυκτερινό καθήκον για την ασφάλεια του Χαρεμιού. Οι βοηθοί αφεντικά της Χουνκάρ (σουλτάνας) κατείχαν τη σημαντικότερη θέση στο Χαρέμι υπηρετώντας τον Σουλτάνο με όλους τους τρόπους από την ώρα της ανάπαυσής του στο κρεβάτι έως την ετοιμασία των γευμάτων του. Εκείνες πού συνήθιζαν να επιτελούν την ιδιωτική και ιδιαίτερη εργασία του Σουλτάνου ονομάζονταν Χαζινεντάρ (Ταμίας) και το άτομο πού τις διαχειριζόταν ήταν η ταμίας αφεντικό.

Οι Χαζινεντάρ έφεραν βαθμούς όπως 1η, 2η, 3η, 4η και 5η και παρέμεναν στο δωμάτιο του σουλτάνου όσο ο σουλτάνος ήταν στο παλάτι. Όμως, μόνον η Χαζινεντάρ αφεντικό μπορούσε να καθήσει δίπλα στον σουλτάνο καθώς οι άλλες έμεναν μέσα έως ότου κληθούν. Η 3η, 4η, και 5η, Χαζινεντάρ είχαν καθήκον με τις βοηθούς τους έξω από τη πόρτα του σουλτάνου για 24 ώρες. Εξ άλλου, το κλειδί του θησαυροφυλάκιου το κρατούσε η Επικεφαλής Χαζινεντάρ (η ταμίας). Οι Χαζινεντάρ πού έφεραν τη σφραγίδα του σουλτάνου σε χρυσό κρεμαστό στο λαιμό τους ήσαν οι έμπιστες φίλες του επίσης. Γι αυτό το λόγο, οι Σουλτάνοι πάντοτε επέλεγαν τις προσωπικούς τους Ταμίες και τις τέως ή τις έστελναν πίσω στο παλαιό παλάτι ή τις άφηναν ελεύθερες υπογράφοντας το έγγραφο της απελευθέρωσής τους. Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του ταμία ήταν να τακτοποιήσει τις νύχτες πού οι Καντμεφέντισσες θα κατανάλωναν με τον Σουλτάνο. Η Κετχουντά Κάντμ με άμεσο βαθμό μετά τις Καντμεφέντισσες ήταν η επιτετραμένη των τελετών πού λάμβαναν χώρα στο Χαρέμι. Στα πανηγύρια και τους γάμους οργάνωναν τις τελετές στο Χαρέμι.

clip_image036Μετέφερε μιά ασημένια ράβδο για να εκφράσει το μεγαλείο της θέσης της και κρατούσε τη σφραγίδα του Σουλτάνου για να σφραγίζει τα υπάρχοντά του στο δωμάτιο. Η Κετχουντά Καντίν είχε υπηρέτριες να την βοηθούν σε όλα όσα έκανε. Η Κασνιγκίρ Ουστά (γευσιγνώστρια) δοκίμαζε όλα τα γεύματα στο Χαρέμι. Μαζί με τις γυναίκες σκλάβες υπό τον έλεγχό της έπρεπε να δοκιμάσουν όλο το φαγητό πού ο Σουλτάνος θα έτρωγε για να διαπιστώσουν εάν κάτι ήταν δηλητηριασμένο. Η Καματζίρ Ουστά (η γυναίκα πλύσεως των ρούχων) ήταν υπέυθυνη για το πλυντήριο. Μαζί με τις γυναίκες σκλάβες υπό τον έλεγχό της προσπαθούσαν πάντοτε να πράξουν το καλύτερο. Η Τριμπκτάρ Ουστά (αρχιϋπηρέτρια πού κρατούσε τη κανάτα) βοηθούσε τον Σουλτάνο να πλυθεί χύνοντας νερό στα χέρια του. Η επιτετραμένη του καφέ ήταν η Καφετζή Λιστά και η κελλάρισσα επιτετραμένη των κρασιών ήταν η Κιλερτζή Ουστά. Η Κουτουτζού Ουστά έπλενε τον Σουλτάνο, οι Καντμεφέντισσες και οι Ικμπάλ στο Χαμάμ (τουρκικό λουτρό). Η Κτιλχαντζή Ουστά ήταν υπεύθυνη για τη θέρμανση των Χαμάμ. Έκαιγαν ξύλα για να θερμάνουν τους θαλάμους του Χαμάμ. Πέντε συνολικά Κατιμπέ Ουστά ήσαν επικεφαλής της πειθαρχίας, κανονισμού και των υποθέσεων του πρωτοκόλλου. Οι Ουστά (αφεντικά) πού εξέταζαν τις άρρωστες γυναίκες σκλάβες ονομάζονταν Χασταλάρ Ουστασί (τα αφεντικά των ασθενών), η μαία και οι νοσοκόμες εργάζονταν υπό τον έλεγχο της Κετχουντά Χαρούμ.

Σε έναν κατάλογο πού δείχνει τους υπαλλήλους του Χαρεμιού την εποχή του Μαχμούντ του Α’, βλέπουμε 17 γυναίκες σκλάβες πού εργάζονταν στο κελλάρι, 23 υπό τις διαταγές υψηλόβαθμων γυναικών σκλάβων, 72 για τις πριγκήπισσες, 15 για τις Ικμπάλ και 230 διάφορες πού συνιστούσαν ένα σύνολο 456 γυναικών σκλάβων. Αυτός ο κατάλογος τεκμηριώνει ότι οι Σουλτάνοι δεν είχαν σχέση με όλες τις Τζαριγιέ (γυναίκες σκλάβες) στο Χαρέμι. Εκατοντάδες γυναίκες σκλάβες πού έφθαναν στο Χαρέμι με τις ελπίδες να γίνουν σύζυγοι του Σουλτάνου φιλοξενούνταν στο Τζαριγελέρ Κογκουσού (το δώμα των γυναικών σκλάβων) δυτικά του Χαρεμιού. Έτρωγαν τα γεύματά τους όλες μαζί πού σερβίρονταν σε μεγάλους δίσκους άμεσα από τη κουζίνα του Χαρεμιού καθήμενες στη τραπεζαρία όπου στέκονταν οι φύλακες ασφάλειας του Χαρεμιού. Τη περίοδο του χειμώνα, οι νεαρές παλλακίδες κοιμώνταν σε μάλλινα κρεβάτια πάνω σε ξύλινα ντιβάνια πού ήσαν τοποθετημένα στο ισόγειο του δώματος των παλλακίδων το οποίο θερμαινόταν από μεγάλη φωτιά τζακιού και είχε μεσαία πατώματα υποστηριζόμενα από ισχυρές κολόνες. Στους άνω ορόφους, ζούσαν οι υψηλόβαθμες παλλακίδες. Οι ανέμπειρες παλλακίδες επιθεωρούνταν από παλλακίδες μαζί με βοηθούς αφεντικά και τέλος οι βοηθοί αφεντικά από τα αφεντικά τους. Όλες είχαν μιά κανονική ζωή στο Χαρέμι.

Η πύλη πού ανοίγει στην αυλή των παλλακίδων φέρει κάποιες επιγραφές πού αποκαλύπτουν τις ελπίδες και τα όνειρα τους «Θεέ μου πού μπορείς να ανοίξεις όλες τις πόρτες, Σε παρακαλώ άνοιξέ μας ευλογημένες πόρτες, επίσης». Αυτό αντικατοπτρίζει τη κοινή τους επιθυμία και ελπίδες για το μέλλον. Είχαν όλες νέα όνειρα καθημερινά και περίμεναν για την μέρα πού ο Σουλτάνος θα τις επέλεγε.

Κάθεμιά φαναταζόταν ότι ήταν υπερβολικά όμορφη, επιδεικνύοντας τη σιλουέτα του σώματός της κάτω από το επεξεργασμένο στενό φόρεμά της. Κατανάλωνε πολύ χρόνο μπροστά στους καθρέφτες βλέποντας τον εαυτό της για ώρες ενώ χτένιζε τα μαλλιά της πού έφθαναν στο πάτωμα. Είχε λακκάκια στο χαμογελαστό πρόσωπό της και ήταν βέβαιη για τον εαυτό της ότι την θαύμαζαν όλοι. Με τα ροδαλά μάγουλά της και τα σθεναρά στήθη της θα σηκωνόταν και θα περπατούσε μέσα στα χρωματιστά όνειρά της. Δεν ήσαν οι ίδιοι οι Σουλτάνοι πού είχαν αναδείξει τις Σουλτάνες Χουρέμ, Σαφιγιέ, Ναξιντίλ στο βαθμό της Σουλτάνας βγάζοντάς τες από τη σκλαβιά; Κάποιες φορές αυτό το όνειρο ποτέ δεν θα επαληθευόταν και οι ελπίδες τους θα ακολουθούσαν τις επόμενες ημέρες..

Μετά τη βασιλεία του Αχμέντ του Α’, οι οθωμανοί βασιλόπαιδες δεν διορίζονταν στις επαρχίες σαν κυβερνήτες και άρχισαν να μένουν στο Χαρέμι. Ενίοτε σύναπταν σχέσεις με τις Παλλακίδες αλλά καθώς είχε απαγορευθεί να αποκτούν παιδιά από αυτούς έπρεπε να συμμορφωθούν με τους κανόνες. Εάν ατυχώς μιά από τις παλλακίδες καθίστατο έγκυος έπρεπε να χάσει το μωρό με επιτακτική άμβλωση.

clip_image038

Είναι γνωστό ότι εάν αυτές οι φιλήδονες παλλακίδες ήσαν ανήμπορες να έχουν ένα δωμάτιο στα δώματα ενός των πριγκήπων, συνήθιζαν να κάνουν έρωτα με τον καθένα τους. Θα έκαναν έρωτα με τους Χαρέμ Αγκαλαρί (Ευνούχους) επίσης, παρόλο πού ήσαν ευνουχισμένοι. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι Ευνούχοι είχαν πολλές περιπέτειες με γυναίκες σκλάβες. Μετά την απελευθέρωσή τους και όταν παντρεύονταν άλλους άντρες εκτός του παλατιού μερικές θα διεζεύγνονταν λίγο αργότερα λέγοντας στον σύζυγο «Συνήθιζα να έχω περισσότερη απόλαυση από τις προηγούμενες σχέσεις μου με μαύρους άντρες» πού αποτελεί τεκμήριο των περιπετειών τους με αυτούς. Γνωρίζουμε ότι οι Ευνούχοι θα σκότωναν ο ένας τον άλλον από ζήλεια. Ο Σουλεϋμάν ο Β’ πού βασίλεψε τη περίοδο 1687-1691 ήταν άρρωστος συνέχεια και έπρεπε να καταναλώνει τον περισσότερο καιρό του στο Παλάτι της Αδριανούπολης. Εκμεταλλευόμενες την απουσία του οι Παλλακίδες σύναπταν περισσότερες σχέσεις με τους Ευνούχους. Ο Αχμέντ ο Β’ πού ζούσε στο Χαρέμι ως διάδοχος τότε, έμαθε αυτά από κάποιες άλλες παλλακίδες και όταν κάθησε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, απαγόρεψε στους ευνούχους να εισέρχονται στο Χαρέμι μετά το σούρουπο.

Κατά καιρούς, εκείνες οι Παλλακίδες πού ήσαν εντυπωσιακά όμορφες ερωτεύονταν τους δασκάλους τους της μουσικής. Η Κάλφα (Βοηθός Αφεντικό) στεκόταν δίπλα τους όσο αυτές διδάσκονταν ιδιαιτέρως. Αλλά τα μάτια τους αποκάλυπταν τις επιθυμίες τους χωρίς λόγια. Οι Χατζή Αρίφ Μπέης, Αζίζ Εφέντι και Σαντουλάχ Αγάς ήσαν μερικοί απ’αυτούς πού ερωτεύθηκαν τις μαθήτριες τους ενώ τις δίδασκαν. Ο Χατζή Αρίφ Μπέης ήταν πολύ όμορφος άντρας και ο πλέον διάσημος συνθέτης της περιόδου. Ο Σουλτάνος αγαπούσε πολύ τη δουλειά του συνθέτη αυτού και του είχε ζητήσει να διδάξει τις Παλλακίδες μέσα στο Χαρέμι. Μόλις οι τάξεις ξεκίνησαν τα μαθήματα οι ματιές των παλλακίδων γίνονταν πιό κατανοητές. Συνήθιζε να τις κάνει να αποστηθίζουν νέα τραγούδια και απαντούσε τραγουδώντας με σκόπιμες προτάσεις. Αυτές οι γυναίκες σκλάβες ήσαν βαθειά ερωτευμένες με τον Χατζή Αρίφ Μπέη, μιά απ’αυτές πριν προλάβει να του αποκαλύψει τον έρωτά της πέθανε από φυματίωση. Κάποια άλλη Παλλακίδα ήταν αρκετά έξυπνη κάνοντας χρήση των λέξεων μαζί με ματιές εκφράζοντάς του τον έρωτά της. Το να κάνει κάποιος έρωτα με τις Παλλακίδες αποτελούσε έγκλημα. Με τη βοήθεια κάποιων προξενητών, ο Σουλτάνος επέτρεψε στην Παλλακίδα του να παντρευτεί τον Χατζή Αρίφ Μπέη.

Ο Αζίζ Εφέντι δεν ήταν όμορφος σαν τον Χατζή Αρίφ Μπέη, αλλά είχε μιά απίστευτη ωραία φωνή. Δίδαξε επίσης τις Παλλακίδες στο εκπαιδευτικό δωμάτιο του παλατιού. Ήταν ευαίσθητος και πολύ ντροπαλός. Δέν κοίταζε στα πρόσωπα τις Παλλακίδες πού δίδασκε. Μιά μέρα κάποιοι του έφεραν μιά τζαριγιέ (σκλάβα) πού ανήκε στην Σουλτάνα Χανίμ και του ζήτησαν να την εκπαιδεύσει. Ήταν πολύ ταλαντούχα. Μπορούσε να τραγουδήσει τέλεια τα τραγούδια από την επομένη ημέρα πού τα είχε μάθει. Ο Αζίζ Εφέντι ήταν πολύ εντυπωσιασμένος από την ικανότητά της και κοίταξε την Παλλακίδα με θαυαμσμό. Οι ματιές τους συναντήθηκαν αποκαλύπτοντας αμοιβαία τι είχαν στη καρδιά τους. Αυτό συνεχιζόταν καθ’εξακολούθηση κάθε ημέρα δίχως λόγια από τον καθένα τους. Άρχισαν να εκφράζουν τον έρωτά τους με υπονοούμενα τραγούδια. Όμως βρήκαν τις τάξεις τους διαγραμμένες. Έτσι, αναγκάστηκαν να θάψουν τον πλατωνικό έρωτά τους βαθειά στις καρδιές τους. Κάποιες φορές ένας τέτοιος έρωτας τελείωνε ενώπιον ενός δήμιου. Ο Σαντουλάχ Αγάς ήταν ένας από εκείνους πού ερωτεύθηκε τη μαθήτριά του Μιχριμπάν και μπόρεσε να σώσει το κεφάλι του με ένα κομμάτι μουσικής πού συνέθεσε. Η ιστορία του αναφέρεται στο ιστορικό του σουλτάνου Σελίμ του Γ’.

ΤΟ ΧΑΡΕΜΙ ΤΟΥ ΤΟΠ ΚΑΠΙ

eisodos-top-kapiΕικόνα: Η είσοδος του Οθωμανικού Χαρεμιού του ανακτόρου Τόπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. (Φωτογραφία Ρ. Διαμαντή).

Η ζωή στο Χαρέμι του Οθωμανικού Ανακτόρου του Τόπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν πολύ διαφορετική απ’ ότι φαντάζονταν οι ευρωπαίοι. Στην Οθωμανική κοινωνία, σαν θεσμός, η ζωή στο Χαρέμι του Τόπ Καπί αντανακλούσε την απομονωμένη ιδιωτική ζωή μιάς οικογένειας. Η ξενάγηση στο Χαρέμι του Τόπ Καπί διαρκεί περίπου μισή ώρα και αποτελεί ικανοποίηση για τον οποιονδήποτε πού ενδιαφέρεται για τη ζωή σε οθωμανικό χαρέμι. Το τμήμα του Χαρεμιού βρίσκεται στη δεύτερη αυλή του ανακτόρου.

Οι «τζαριγιέ» πού υπηρετούσαν τη σύζυγο του σουλτάνου ή τη μητέρα του, υπό την επιτήρηση της τελευταίας, διδάσκονταν πώς να διαβάζουν και να γράφουν, να παίζουν μουσική καθώς και τους πολύπλοκους κανόνες του ανακτορικού πρωτοκόλλου. Εκπαιδεύονταν σε ικανότητες και προσόντα πού θεωρούνταν κατάλληλα για τις γυναίκες της εποχής εκείνης. Μετά από κάποια χρόνια υπηρεσίας τους επιτρεπόταν να παντρευτούν. Πολύ λίγες τιμήθηκαν με το προνόμιο αναμονής στο τραπέζι του σουλτάνου και ακόμα λιγότερες έγιναν σύζυγοί του. Η Σουλτάνα Χουρέμ αποτελούσε τυπικό παράδειγμα των ανακτορικών ευκαιριών για τις τζαριγιέ.

Μετά από 9 χρόνια υπηρεσίας οι κοπέλλες του χαρεμιού, οι τζαριγιέ, λάμβαναν το απολυτήριο έγγραφο τους, καθώς και ένα σέτ διαμαντένιων σκουλαρικιών με δακτυλίδι, μιά προίκα και κάποιο χρυσό ως γαμήλια μερίδα τους. Μετά το Χαρέμι, οι ζωές τους και η ευμάρεια τους παρακολουθούντο στενά ή βρίσκονταν κατάλληλοι σύζυγοι γι αυτές. Η ζωή τους έξω από το Χαρέμι αποτελούσε υπόδειγμα καλής ανατροφής και διακριτικότητας και ποτέ δεν αποκάλυψαν τις όποιες ενδόμυχες λεπτομέρειες γύρω από τη βασιλική οικογένεια στους έξω πολίτες. Όμως γραφές στους τοίχους του χαρεμιού δείχνουν ότι όχι όλες οι τζαριγιέ ήσαν ικανοποιημένες από τη μοίρα τους. Ένα απ’αυτά γράφει: «Η Ντιλφερίμπ της οποίας η καρδιά καίει / Είναι άθλια / Ώ Θεέ / Ωϊμέ, ωϊμέ».

Γενικά, οι «τζαριγιέ» είχαν σημαντική θέση στο βασιλικό χαρέμι. Φροντίζονταν και αντιμετωπίζονταν σαν λουλούδια του χαρεμιού ακριβώς όπως τα λουλούδια του κήπου. Αυτό προκύπτει από τα ονόματα των γυναικών του χαρεμιού όταν άρχισαν να λαμβάνουν μελωδικά περσικά ονόματα όπως Laligül (Ερυθρό Τριαντάφυλλο) και Nazgül (Ντροπαλό Τριαντάφυλλο) πού συνάδουν με την ομορφιά τους και την χάρη τους όπως των λουλουδιών.

Η εικόνα του χαρεμιού ήταν εκείνη των μαγικών οραμάτων ενός πλούσιου περιβάλλοντος γεμάτου με όμορφες και αισθησιακές γυναίκες. Θεωρείτο ότι το μοναδικό τους καθήκον ήταν εκείνο να διασκεδάσουν τον σουλτάνο. Η εικόνα αυτή βασίστηκε εσφαλμένα πάνω στα αυτοκρατορικά χαρέμια του 16ου και 17ου αιώνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκείνη τη περίοδο της ιστορίας, τα χαρέμια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η πλέον γνωστή περίοδος ονομάστηκε ως Βασίλειο των Γυναικών (ή Καντινλάρ Σουλτανατί). Η εμπλοκή των γυναικών του χαρεμιού και ιδιαίτερα της Βαλιντέ Σουλτάν (της μητέρας του σουλτάνου ή Βασίλισσας Μητέρας) και των ευνοουμένων του σουλτάνου σε πολιτικά ζητήματα, μείωσαν την ισχύ και τη θέση του Σουλτάνου. Καθώς ο σουλτάνος αποτελούσε τη κεφαλή της κυβέρνησης (του Διβανίου), αυτή η παρέμβαση αποδείχτηκε επιζήμια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

maketa-soyltaniko-anaktoro

Εικόνα: Μακέττα του σουλτανικού ανακτόρου του Τόπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Στο βάθος η δεύτερη περιφραγμένη αυλή και δεξιά της, τα κτίρια του Χαρεμιού. Στο κέντρο δεξιά, το ανάκτορο των σουλτάνων. (Μουσείο Τόπ Καπί. Φωτογραφία Ρ. Διαμαντή)

epigrafi-top-kapi

Εικόνα: Η επιγραφή επάνω από την είσοδο του χαρεμιού του Τόπ Καπί, με χρυσά οθωμανικά-αραβικά γράμματα σε φόντο χρώματος πράσινου-τουρκουάζ. Το πράσινο χρώμα ήταν εμβληματικό της οθωμανικής αριστοκρατίας αντιγραμμένο από τη περσική αυτοκρατορία. (Φωτογραφία Ρ. Διαμαντή).

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Το χρυσόμαλλο δέρας δεν ήταν μύθος!!



Το χρυσόμαλλο δέρας δεν ήταν καθαρά αποκύημα της φαντασίας των αρχαίων Ελλήνων, αλλά βασιζόταν σε ιστορικά δεδομένα. Μπορεί, δηλαδή, ο Πηλέας να ανέθεσε στον Ιάσονα να φέρει το πολυπόθητο χρυσόμαλλο δέρας, ένα ισχυρό σύμβολο εξουσίας, αλλά γιατί το δέρμα ενός τόσο κοινού ζώου θεωρείτο τόσο σημαντικό;

«Η απάντηση είναι εύκολη, αν διερευνηθεί ο τρόπος απόληψης του χρυσού από τα χρυσοφόρα ποτάμια την εποχή του Χαλκού. Ιδιαίτερα ο ποταμός Φάσις στην περιοχή της Κολχίδος (σημερινή Γεωργία) ήταν γνωστός για τις ποσότητες ψηγμάτων χρυσού που μετέφερε. Αρχικά, η απόληψη αυτού του πολύτιμου μετάλλου γινόταν με προβιές, κυρίως προβάτων, τις οποίες βουτούσαν οι μεταλλευτές μέσα στο ποτάμι, όπου και εγκλωβίζονταν τα ψήγματα του χρυσού. Στη συνέχεια οι προβιές στέγνωναν και τινάζονταν για να συλλεχθεί ο χρυσός ή καίγονταν για να αποληφθούν οι σβόλοι του χρυσού. Με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη των τεχνικών, οι προβιές τοποθετούνταν σε σταθερά ξύλινα ρείθρα μέσα στην κοίτη του ποταμού» εξήγησε ο Μάρκος Βαξεβανόπουλος, υποψήφιος διδάκτορας γεωλογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σε διάλεξη που έδωσε πρόσφατα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Βόλου, με θέμα: «Αρχαία μεταλλεία: Από το Πήλιο του Ιάσονα, στο Λαύριο του Πεισίστρατου».
Όπως υπογραμμίζει στην ομιλία του, το αξιόλογο στα φιλολογικά έργα για την Αργοναυτική εκστρατεία, αλλά και τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι τα οικονομικά κέντρα της εποχής και τα γεωστρατηγικά σημεία τοποθετούνται προς την περιοχή του Εύξεινου Πόντου. «Και όχι άδικα», εξηγεί, «καθώς τα γεγονότα που περιγράφονται τοποθετούνται χρονικά περίπου στο πέρασμα από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου».
Πρόσφατα, στην περιοχή της Γεωργίας, μελετήθηκαν χώροι με την αρχαιότερη εξόρυξη και μεταλλουργία σιδήρου- περίπου το 1400 π.Χ. Αυτό δείχνει ότι στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου έχουμε το πέρασμα από τη μεταλλουργία του χαλκού, στη μεταλλουργία του σιδήρου. «Άρα, όχι άδικα», συμπεραίνει, «ο Ηρόδοτος τοποθέτησε τη φυλή των Χαλύβων, που επεξεργάζονταν το σίδηρο, σε εκείνη την περιοχή».
Οι αιώνες γνώσης σε θέματα μεταλλευτικής και μεταλλουργίας οδηγούν σταθερά στην ανακάλυψη της απόληψης και της χύτευσης του σιδήρου. Πιθανότατα, οι ταξιδευτές της εποχής μεταφέρουν στον ελλαδικό χώρο τις γνώσεις για το νέο μέταλλο. Η νέα εποχή θα σημαδευτεί από τα πιο ισχυρά, πιο γερά στην κρούση, σιδερένια όπλα.
Όπως πιθανολογεί, άλλωστε, ο κ.Βαξεβανόπουλος, η λεγόμενη «Κάθοδος των Δωριέων» έχει σχέση με την κάθοδο της γνώσης σε θέματα μεταλλευτικής και μεταλλουργίας. «Ας μην ξεχνάμε ότι ο βασικός μοχλός της οικονομίας και των επιμέρους λειτουργιών της ήταν η κατοχή των μετάλλων και των μεταλλοφόρων περιοχών» διευκρινίζει.
Αρχαία μεταλλεία στο Πήλιο
Ο Ιάσονας, όμως, δεν ξεκίνησε από μία περιοχή, χωρίς γνώσεις μεταλλευτικής και μεταλλουργίας. Οι κάτοικοι της αρχαίας Ιωλκού γνωρίζουν το χρυσό και το χαλκό, ως μέταλλα. Το Πήλιο μέχρι πρότινος δεν ήταν γνωστό για την παρουσία χρήσιμων μετάλλων. «Κι όμως», αναφέρει ο υποψήφιος διδάκτορας, «από την περιοχή της Ζαγοράς μέχρι το χωριό Καλαμάκι Πηλίου έχουν βρεθεί πάνω από 30 μεταλλοφόρες περιοχές με έντονη την παρουσία ορυκτών του σιδήρου, του μολύβδου και του χαλκού». Μάλιστα, στο χωριό Ξουρίχτι, ανακαλύφθηκε αρχαίο υπόγειο μεταλλείο με συνολικό μήκος διαδρόμων πάνω από 100 μέτρα, ενώ στη γύρω περιοχή, έντονη είναι η παρουσία επιφανειακών εκμεταλλεύσεων.
«Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η εξάντληση των τοπικών μεταλλοφοριών, υπήρξε η κύρια αφορμή για την οργάνωση εκστρατειών σε υπερπόντιες περιοχές. Η αναζήτηση νέων και πλούσιων μεταλλοφοριών χαλκού και χρυσού, πιθανώς, ήταν η κύρια αιτία των αποστολών, ίσως και των επιμέρους πολεμικών συγκρούσεων» εκτιμά.
Αρχαίο Λαύριο
Σημείο σταθμός στην ιστορία του Λαυρίου είναι για τον κ. Βαξεβανόπουλο, το 546 π.Χ., οπότε και επιστρέφει ο Πεισίστρατος από την εξορία του. Από το Παγγαίο και τη Θράκη, όπου είχε εξοριστεί, φέρνει μαζί του έμπειρους μεταλλευτές των μεταλλείων του Παγγαίου και της Σκαπτής Ύλης και πλέον το Λαύριο αρχίζει να γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή. Ξεκινά η διάνοιξη δαιδαλωδών στοών, που συνδέονται με την επιφάνεια με κατακόρυφα φρεάτια. Το 483 π.Χ. θα ανακαλυφθεί μία ιδιαίτερα πλούσια μεταλλοφορία που θα οδηγήσει στην οικονομική άνθηση της Αθήνας. Από τις προσόδους αυτής της ανακάλυψης, ο Θεμιστοκλής θα πείσει του Αθηναίους να ναυπηγήσουν 200 τριήρεις, με τις οποίες νίκησαν τον Περσικό στόλο στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
«Άρα, αντιλαμβανόμαστε ότι ακόμη και η πορεία της ιστορίας εξαρτάται από την εξέλιξη της μεταλλευτικής δραστηριότητας, αφού αυτή ορίζει τους πυλώνες της οικονομίας και κατ’ επέκταση της πολιτικής» προσθέτει, χαρακτηρίζοντας το Λαύριο ως «την πρώτη βιομηχανική επανάσταση προ Χριστού».
Γενικότερα πάντως, μεγάλα μεταλλευτικά κέντρα της αρχαιότητας θεωρούνται η Θάσος, η απέναντι της Θάσου περιοχή της Σκαπτής Ύλης, το όρος Παγγαίο, το όρος Άγκιστρο, η Βορειοανατολική Χαλκιδική, η Σίφνος και η Μήλος. Σε όλες αυτές τις περιοχές υπάρχουν δεκάδες αρχαίες υπόγειες στοές εξόρυξης μεταλλεύματος, οι οποίες, όμως, δεν έχουν μελετηθεί ενδελεχώς, με αποτέλεσμα την έλλειψη βασικών στοιχείων και την καταστροφή πολλών στοών, καταλήγει ο κ.Βαξεβανόπουλος.
dete.gr

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Η Ε' Μοίρα Καταδρομών. H μάχη του Λέσιτς.


Αυτές τις μέρες του Αυγούστου, το 1949 έλαβαν χώρα σκληρές και πεισματικές μάχες στο Βίτσι και και στη συνέχεια στο Γράμμο. Εξελίχθηκε ή επιχείρηση "ΠΥΡΣΟΣ" μεταξύ του Εθνικού Στρατού και του τότε ΔΣΕ.
Όλες οι Μοίρες Καταδρομών, έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις χρησιμοποιούμενες σε "τολμηρά νυκτερινά εγχειρήματα", όπως έγραφαν τότε οι διαταγές επιχειρήσεων του ΓΕΣ αλλά και των μεγάλων σχηματισμών,  που κοινοποιούσαν στις μονάδες τους.

Οι καταδρομείς, ταχυκίνητοι και κατάλληλα εκπαιδευμένοι στο νυκτερινό αγώνα, χρησιμοποιούνταν για αιφνιδιαστικές καταλήψεις εδαφών τακτικής σημασίας, που αποτελούσαν παράλληλα, ζωτικά εδάφη για τον αμυνόμενο αντίπαλο.
Η περιγραφή των μαχών έχει γραφτεί και από τις δύο πλευρές. Το ΓΕΣ, πέραν των λεπτομερών τόμων στρατιωτικής ιστορίας που εκτύπωσε, έβγαλε και ένα συνοπτικό εγχειρίδιο που περιγράφει την διεξαγωγή όλων των μαχών. Σε ό,τι αφορά τον ΔΣΕ (Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας), έχει γραφτεί  το δικό του ιστορικό αφιέρωμα όπου εκτίθενται οι "αντίπαλες" απόψεις. Πολύ καλά στοιχεία για ένα μελετητή της στρατιωτικής ιστορίας εκείνης της περιόδου.
Η Ε' Μοίρα, που συγκροτήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο από τις άλλες, τον Απρίλιο του 1949, συμμετείχε ισάξια σε όλες τις μετέπειτα επιχειρήσεις μέχρι το τέλος του εμφύλιου πολέμου.
Στο Βίτσι, όπως και οι άλλες Μοίρες καταδρομών είχε λάβει νυκτερινή αποστολή:
"Διείσδυσις κατά την νύκτα 10/11.8.1949, εν τη κατευθύνσει ΚΟΥΚΟΥΛΘΟΥΡΙΑ-ΠΟΛΕΝΑΤΑ, χωρίον ΑΝΩ ΜΕΛΑΣ-ύψωμα 1554-ύψωμα ΜΟΡΟ και δι' αιφνιδιαστικής ενεργείας κατάληψις υψώματος ΛΕΣΙΤΣ.

Περαιτέρω κίνησις με διαταγή..."
Η Μοίρα έφτασε στη θέση Κουκουλθούρια όπου παρέμεινε κρυμμένη μέχρι το βράδυ της 10ης Αυγούστου. Με το τελευταίο φως, άρχισε να κινείται με πορεία και με σειρά λόχων 82, 81, 84, μεταγωγικά (μουλάρια) και 83 ΛΟΚ. Πέρασε το δεξί αυχένα του υψώματος Πολενάτα,  που το κρατούσαν τμήματα της 22ης Ταξιαρχίας Πεζικού και συνέχισε την πορεία κατά μήκος της χαράδρας του Μελά.

Από το  υψ. 1918 προς Δερβένι (αρ) Κουκουλθούρια, Βίτσι, Μελά

Μόλις έφτασαν κοντά  στους πρόποδες του υψώματος Λέσιτς, ο 82 ΛΟΚ, δέχτηκε πυρά και άρχισε να αναπτύσσεται και να ανταποδίδει. Οι άλλοι λόχοι παρέκαμψαν το σημείο συμπλοκής και άρχισαν να ανεβαίνουν την πλαγιά του Λέσιτς, η κορυφή του οποίου αποτελούσε τον αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) της Μοίρας.
Το ύψωμα αυτό δέσποζε της τοποθεσίας και είχε οργανωθεί αμυντικά πολύ καλά από τους αντάρτες του ΔΣΕ. Οι καταδρομείς με την κάλυψη του σκότους (δεν υπήρχαν νυκτερινές διόπτρες τότε) κινήθηκαν γρήγορα, επιδεικνύοντας την μεγάλη σωματική τους αντοχή αλλά και την τόλμη τους, με αποτέλεσμα γύρω στις 5 το πρωί της 11ης Αυγούστου, οι 82 και 81 ΛΟΚ να έχουν καταλάβει την γραμμή των υψωμάτων 1554-Μόρο και  να έχουν κυριεύσει μια εχθρική πυροβολαρχία.
Σύσσωμη η Μοίρα έπιασε αυτή τη γραμμή και ξεκίνησε την τελευταία της προσπάθεια για να πιάσει την κορυφή του Λέσιτς. Παρά τις διαδοχικές τους προσπάθειες οι καταδρομείς δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους.
Οι αντίπαλοι είχαν άριστη αμυντική οργάνωση  και εκτόξευαν σφοδρά πυρά από τα υψώματα Λέσιτς  Τσούκα και Βίγλα. Ο νυκτερινός αγώνας μετεξελίχθηκε σε ημερήσια πλέον επιθετική ενέργεια. Στις 10.30 διατέθηκε αεροπορική υποστήριξη από την πολεμική αεροπορία (Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, ΕΒΑ) και ξεκίνησε η επίθεση με τους 3 λόχους ενώ οι άλλοι 2 παρέμειναν στη βάση εξορμήσεως, δηλαδή στη γραμμή που είχαν καταλάβει.
Η αεροπορική υποστήριξη όμως δεν κράτησε για πολύ γιατί, ...έπαθε βλάβη  ο ασύρματος της Μοίρας και δεν μπορούσε να αποκατασταθεί επαφή με τα αεροσκάφη. (Να γιατί χρειάζονται πάντα εφεδρικοί).



Η μάχη συνεχίσθηκε με πείσμα ενώ οι αντάρτες διέθεσαν σε αντεπιθέσεις και μία διλοχία της Σχολής Αξιωματικών τους. Γύρω στις 12.00 το μεσημέρι οι καταδρομείς εκκαθάρισαν τα πρώτα ισχυρά οργανωμένα πολυβολεία. Οι αντάρτες πολεμούσαν με πρωτοφανές πείσμα και εξαπέλυαν συνεχείς αντεπιθέσεις εναντίον των λοκατζήδων οι οποίοι με αποφασιστικότητα προσπαθούσαν να διατηρήσουν τις καταληφθείσες θέσεις τους.

Ο αιματηρός αγώνας συνεχίσθηκε μέχρι τις 16.00 οπότε κάθε προσπάθεια των καταδρομέων για κατάληψη του Λέσιτς διακόπηκε, λόγω σοβαρών απωλειών και της ανάγκης γι΄ανασυγκρότηση. 
Το βράδυ της 11/12 Αυγούστου τα τμήματα του ΔΣΕ αποχώρησαν από το Λέσιτς, προφανώς φοβούμενοι την κύκλωση από τον εθνικό στρατό και έτσι το επόμενο πρωί ανέβηκαν στο ύψωμα χωρίς αντίσταση ένας λόχος της Ε' Μοίρας μαζί με λόχο του 513 Τάγματος Πεζικού, που είχε ήδη προωθηθεί γι' αντικατάσταση των Καταδρομέων.
Η μάχη του Λέσιτς στοίχισε στη Μοίρα 8 νεκρούς   και 57 τραυματίες (7 αξιωματικούς και 50 οπλίτες).
Μετά,  ...μη νομίζετε ότι υπήρξε ξεκούραση! Στις 12 Αυγούστου η Μοίρα πήρε νέα αποστολή! Κατάληψη του υψώματος Λόκμα! Έτσι πάλι βράδυ από το Λέσιτς οι καταδρομείς κινήθηκαν προς το χωριό Τρίβουνο. Στις 24.00 άρχισε η νυκτερινή ενέργεια. Οι αντάρτες όμως ήταν σε συνεχή ετοιμότητα και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση επίτευξης αιφνιδιασμού. Με το πρώτο φως της 14 Αυγούστου ξεκίνησε ημερήσια επίθεση με υποστήριξη της πολεμικής αεροπορίας Στις 06.30 η Λόκμα είχε περιέλθει στην κατοχή των ΛΟΚ, ενώ ο ΔΣΕ έφευγε προς Αλβανία. Άλλοι 4 τραυματίες προστέθηκαν στη λίστα των απωλειών.
Οι αντάρτες άφησαν πίσω τους 4 νεκρούς και 2 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. 
Η κατάσταση εξελισσόταν ραγδαία! Οι αντάρτες διέφευγαν από Πρέσπες προς την μεθόριο. Η Μοίρα έσπευσε μαζί τη Δ΄ Μοίρα να πιάσει το πέρασμα στο Λαιμό Πρεσπών. Υπήρξε μεγάλη συμπλοκή με αποχωρούντες αντάρτες που προσπαθούσαν να διαπεραιωθούν από εκεί προς τη χερσόνησο του Πυξού. Άλλη μάχη, για να την πούμε μια άλλη φορά.
Οι κομάντος που υπηρετούν στη Μοίρα σήμερα, καλό είναι να θυμούνται τα παλιά. Θα ήταν μια καλή ιδέα να κάνουν μια εκδρομή προς εκείνα τα μέρη, όταν θα έχουν τον ελεύθερο χρόνο, για να συνδυάσουν το "τερπνόν μετά του ωφελίμου".
Ανιχνευτής

Πηγή: Η Ιστορία των Μονάδων Καταδρομών ΓΕΣ/3ο ΕΓ
ΠΗΓΗ

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΤΑ 1903 ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ


Γκότσε Ντέλτσεφ και λοιποί βούργαροι κατσαπλιάδες
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΤΑ 1903 ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Στις αρχές του 1903 πολλαπλασιάστηκαν αισθητά οι ενδείξεις για την έκρηξη της επικείμενης βουλγαρικής εξέγερσης στη Μακεδονία καθώς συνεχίζονταν σι προετοιμασίες με πυρετώδη ρυθμό. Οι χειμερινοί μήνες έδιναν στη βουλγαρική Οργάνωση τη δυνατότητα ν’ αναπτυχθεί περισσότερο και να τελειοποιήσει την επαναστατική της δραστηριότητα. Αμφίβολο όμως παρέμενε ακόμη το μέγεθος του επαναστατικού Κινήματος γιατί ήταν άγνωστο, αν Θα κατόρθωναν τελικά τα βουλγαρικά σώματα να εξαναγκάσουν το μεγαλύτερο ποσοστό του χριστιανικού πληθυσμού να πάρει τα όπλα και να πολεμήσει κατά των Τούρκων. Μεγάλες μάζες των εξαρχικών πληθυσμών της Βόρειας Μακεδονίας, καταδικασμένες εδώ και αρκετά χρόνια σ’ ένα μόνιμο καθεστώς Κοινωνικής και οικονομικής εξαθλίωσης, στρατολογούνταν με βίαιες και καταναγκαστικές μεθόδους από τα βουλγαρικά κομιτάτα και έπειτα υπέφεραν τα πάνδεινα από τις βιαιοπραγίες των τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων, όπως φάνηκε καθαρά κατά τη βουλγαρική εξέγερση της Άνω Τζουμαγιάς στα 1902. Το ηθικό και η εμπιστοσύνη ορισμένων εξαρχικών της Βόρειας Μακεδονίας στις βουλγαρικές επαγγελίες είχαν κλονιστεί σημαντικά. Αντίθετα άλλοι ήταν ενθουσιασμένοι και θεωρούσαν τη γενική εξέγερση σαν ιδανική λύση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού89. Από τους συμπαγείς όμως σλαβόφωνους ελληνικούς και ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, οι οποίοι στη μεγαλύτερή τους πλειοψηφία αποστρέφονταν τις βουλγαρικές ενέργειες, συμμετείχαν στην εξέγερση του Ίλιντεν Κυρίως εκείνοι που σύρθηκαν με τη βία στα βουνά και στις πόλεις, για ν’ αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό. Και όσοι ακόμη πίστεψαν στην απελευθέρωση του χριστιανικού πληθυσμού από τον τουρκικό ζυγό και πολέμησαν στο πλευρό των Βουλγάρων, αμέσως μετά την εξέγερση του Ίλιντεν διαχώρισαν τη Θέση τους και κατατάχθηκαν στα ελληνικά ανταρτικά σώματα του μακεδονικού αγώνα, όπως συνέβηκε με το Μοναστηριώτη Αντώνη Ζώη και το Μοριχοβίτη Πέτρο Σουγαράκη. Τη μέθοδο της καταναγκαστικής στρατολόγησης του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν συστηματικά και με εντατικό ρυθμό τα βουλγαρικά ανταρτικά σώματα στις αρχές του 1903, οδηγώντας με τον τρόπο αυτό σημαντικό ποσοστό των Ελλήνων κατοίκων στη σφαγή και δημιουργώντας την εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ότι επρόκειτο• για μια αθρόα εξέγερση ολόκληρου του χριστιανικού πληθυσμιακού στοιχείου του μακεδονικού χώρου.
Με το πέρασμα του χρόνου καταρτίζονταν ολοένα και Περισσότερα ανταρτικά σώματα, τα οποία κατακερματίζονταν σε μικρότερες ομάδες και διασκορπίζονταν έπειτα σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας. Κατά τις νυχτερινές ασκήσεις τους έσπερναν τον πανικό στους ελληνικούς πληθυσμούς της Γουμένισας, των Βοδενών, των Γιαννιτσών και της Γευγελής, οι οποίοι ήταν τόσο θορυβημένοι, ώστε δεν τολμούσαν να δώσουν ειλικρινείς απαντήσεις ακόμη και στις ερωτήσεις των Ελλήνων προξένων και των μητροπολιτών και από φόβο δήλωναν ότι δεν είχαν κανένα παράπονο. Αντίθετα στο βιλαέτι Μοναστηρίου πολυάριθμοι Έλληνες πρόκριτοι, δάσκαλοι και ιερείς της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, οι οποίοι προέρχονταν από τα σλαβόφωνα χωριά Ολέβενη, Κάνινο, Ζιάμπανη, Λάζετς, Γραδέσνιτσα, Κιρκλίνο, Βελουσίνα, ΛισολάΙ, Ζέλοβο, Μπροντ, Σταράβινα, Μπάνιτσα, Ζαμπέρδενη, Κρούσορατ (Αχλάδα), Ράκοβο, Κλαμπουτσίστα, Κλέστινα και Κλαδοράπη (Κλαδοράχη) περιέγραφαν με μελανά χρώματα στον Έλληνα πρόξενο του Μοναστηρίου τις συνθήκες που επικρατούσαν στις περιοχές τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, μικρές ομάδες Βουλγάρων εισέβαλαν καθημερινά στα χωριά τους, διανυκτέρευαν εκεί και υποχρέωναν τους Έλληνες κατοίκους να πληρώνουν 3 λίρες ο καθένας ισχυριζόμενοι ότι και το ελληνικό κράτος ενέκρινε τις ενέργειές τους. Τους απαγόρευαν μάλιστα ν’ απευθύνονται για οποιαδήποτε υπόθεσή τους στις τουρκικές αρχές. Στη Μπάνιτσα βουλγαρικό σώμα ξεσήκωνε τους κατοίκους και προσπαθούσε να προσελκύσει με βίαια μέσα τους Έλληνες στην Εξαρχία. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρούνταν και στη Βελουσίνα, όπου οι Έλληνες χωρικοί αρνούνταν όμως κατηγορηματικά να υποκύψουν στους εκβιασμούς των βουλγαρικών σωμάτων. Στο χωριό Σάρπτσι, που απείχε δύο ώρες μακριά από το Μοναστήρι, δολοφονήθηκε τον Απρίλιο του 1903 ο Έλληνας ιερέας και ένας πρόκριτος. Σθεναρή άμυνα πρόβαλαν οι κάτοικοι του χωριού Μπίτουσα (Παρόρι) με επικεφαλής τον πρόεδρο της ελληνικής Κοινότητας Λάζαρο Ανδρεάδη και τον ιερέα Παπαηλία Παπαδόπουλο. Στα χωριά Ρούδνικ, Πεσόσνιτσα, Βέρμπιανη και Κόττορη οι Έλληνες ιερείς εξαναγκάζονταν να τελούν την εκκλησιαστική λειτουργία στα βουλγαρικά κάτω από την τυραννική παρουσία του Δαβίδωφ και του Τσακαλάρωφ. Στο χωριό Ψάνιστα του Περλεπέ εικοσαμελής βουλγαρική ομάδα με επικεφαλής τον Τάλε εκβίαζε τους κατοίκους του, για να παραδώσουν τα τρόφιμά τους. Στο Τσάπαρι οι Έλληνες κάτοικοι βρίσκονταν σε μεγάλη ανησυχία και περνούσαν τις νύχτες τους άγρυπνοι. Στη Ρέσνα οι τρομοκρατημένοι Έλληνες αναγκάζονταν να συνεργάζονται με τα βουλγαρικά σώματα.
Σε μια ύστατη προσπάθειά τους για ν’ αποφύγουν τη συμμετοχή τους στο βουλγαρικό επαναστατικό κίνημα και να γλυτώσουν από τις τουρκικές βιαιοπραγίες, οι Έλληνες διαφόρων περιοχών του βιλαετίου Θεσσαλονίκης, που είχαν περάσει με τη βία στην Εξαρχία, άρχισαν από τον Απρίλιο του 1903 ν’ απευθύνονται στους κατά τόπους μητροπολίτες και στις ντόπιες τουρκικές αρχές και να ζητούν και πάλι την επιστροφή τους στο πατριαρχείο. Και αυτό μόνο το γεγονός αποδεικνύει, όπως συμπεραίνει ο Αυστριακός πρόξενος της Θεσσαλονίκης, ότι ο ενθουσιασμός του χριστιανικού πληθυσμού δεν ήταν με κανένα τρόπο αυθόρμητος και εκούσιος καθώς επιδίωκε να τον παρουσιάσει η βουλγαρική Οργάνωση. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η μαρτυρία ότι σι Έλληνες Μοναστηριώτες, αποφασισμένοι οριστικά πια ν’ αντιδράσουν δυναμικά στις βουλγαρικές ενέργειες, -— το Μάρτιο σημειώθηκε νέα αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα σε βάρος του Μοναστηριώτη προκρίτου Χρήστου Δούμα, επειδή αρνήθηκε να πληρώσει χρηματικό ποσό που του επέβαλαν τα κομιτάτα —,προειδοποίησαν για Πρώτη φορά τους Βουλγάρους του Μοναστηρίου ότι για κάθε Έλληνα που δολοφονούνταν, θα εξόντωναν στο εξής 2 συμπατριώτες τους. Ακόμη και στην Αχρίδα οι λιγοστές (30) ελληνικές οικογένειες, απελπισμένες από τη δραματική αυτή κατάσταση, ήταν έτοιμες να αντιτάξουν ένοπλη άμυνα στη βουλγαρική βία.
Στον κεντρικό Χώρο του βιλαετίου Θεσσαλονίκης η βουλγαρική Οργάνωση δεν διέθετε ακόμη τα απαραίτητα λαϊκά ερείσματα για την πραγματοποίηση της γενικής εξέγερσης. Ειδικότερα στην περιοχή της Δοϊράνης, παρά την πυρετώδη κινητοποίηση των βουλγαρικών σωμάτων, το έδαφος φαινόταν ότι δεν είχε προετοιμαστεί ακόμη κατάλληλα. Στον καζά Γιαννιτσών τα σώματα του Αργύρη, του Αποστόλη, του Γιοβάνη και του Τρέντσου δρούσαν μόνο στο βορειοανατολικό τμήμα του. Ανάμεσα στις πολυάριθμες τρομοκρατικές ενέργειές τους μνημονεύεται στις 4 Μαρτίου του 1903 η άγρια κακοποίηση δύο Ελλήνων προκρίτων της Κρίβας, γιατί αρνήθηκαν να γίνουν Βούλγαροι και η σύλληψη του Έλληνα ιερέα στο ίδιο χωριό. Στον κεϊζά της Στρώμνιτσας η κατάσταση χειροτέρευε καθημερινά και η παρουσία των βουλγαρικών σωμάτων με επικεφαλής τον Τσερνοπέεφ γινόταν ολοένα και περισσότερο αισθητή στα διάφορα χωριά. Οι δραστήριοι Βούλγαροι αρχηγοί, Πολλοί από τους οποίους είχαν αποφυλακιστεί στις αρχές του 1903 μετά την παροχή γενικής αμνηστείας από την Πύλη, ενθαρρυμένοι από τη νέα κατάσταση, σχημάτιζαν νέους αντάρτικους πυρήνες, διέδιδαν με φανατισμό ότι σύντομα θα κηρυσσόταν η αυτονομία της Μακεδονίας και υπόσχονταν στους Έλληνες ότι, αν συνεργάζονταν μαζί τους, θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη Θρησκεία, τη γλώσσα και τα σχολεία τους. Φοροεισπράκτορες των βουλγαρικών κομιτάτων διέσχιζαν ολόκληρες περιοχές του καζά της Στρώμνιτσας και υποχρέωναν τους κατοίκους σε συνεχείς εισφορές, οι οποίες είχαν αγανακτήσει ακόμη και τους εξαρχικούς, αλλά ιδιαίτερα αυτοί δεν τολμούσαν να αντιδράσουν. Ενώ λοιπόν προαισθάνονταν όλοι ότι η γενική εξέγερση πλησίαζε, πολλοί χωρικοί μετέφεραν τρόφιμα, για να καλύψουν τις ανάγκες τους στις μέρες της μεγάλης αναταραχής. Επικρατούσαν οι φήμες ότι Θα επακολουθούσαν σφαγές Ελλήνων από Βουλγάρους, που Θα ήταν μεταμφιεσμένοι σε Τούρκους ή βασιβουζούκους.
Στα ελληνικά χωριά του καζά Βοδενών δρούσαν στις αρχές του 1903 τα ντόπια βουλγαρικά σώματα του Λάζου και του Γκιόσε, τα οποία διαβεβαίωναν τους κατοίκους ότι Θα μπορούσαν να παραμείνουν πατριαρχικοί, αν συνεργάζονταν μαζί Τους, για να ελευθερώσουν τη Μακεδονία από τον τουρκικό ζυγό. Έχοντας εξασφαλισμένη την αδράνεια της Τουρκικής διοίκησης με τη δωροδοκία του διεφθαρμένου καϊμακάμη των Βοδενών Σουκρήν καζά της Γευγελής, όπως και στις περιοχές γύρω από τη Στρώμνιτσα, η κατάσταση υπήρξε απελπιστική για τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι να συντηρούν τους άντρες των βουλγαρικών ομάδων, γιατί οι οικονομικοί Πόροι των εξαρχικών είχαν εξαντληθεί. Καθημερινά στρατολογούνταν με τη βία και νέοι σλαβόφωνοι πατριαρχικοί, στους οποίους δινόταν η υπόσχεση ότι μελλοντικά, μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, Θα δικαιούνταν μια έκταση γης και τα χρέη τους Θα παραγράφονταν.
Στις αρχές του Ιουνίου (1903) το σώμα του Γιοβάνη εισέβαλε στη Λούμνιτσα, περικύκλωσε τα σπίτια των Ελλήνων Τάντσιου Βλάϊκου και του δάσκαλου Δ. Παπαγεωργίου, συνέλαβε τους γιους του πρώτου, Γεώργιο και Βασίλειο και τους Θανάτωσε με απάνθρωπο τρόπο. Στο σπίτι του Δ. Παπαγεωργίου, που απουσίαζε την ώρα εκείνη, διέρρηξαν την πόρτα του δωματίου, όπου ήταν κλεισμένοι η γυναίκα του και τα 6 ανήλικα παιδιά του, βασάνισαν τη γυναίκα του, για να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της και τελικά έφυγαν, αφού απέσπασαν απ’ αυτήν σημαντικό χρηματικό ποσό. ‘Ύστερα από λίγες μέρες ο ‘Έλληνας δάσκαλος πήρε την οικογένειά του και κατέβηκε στη Γευγελή μαζί με άλλες οικογένειες, για να ζητήσουν την προστασία των ντόπιων τουρκικών αρχών.
Κυριότερος μοχλός της βουλγαρικής Οργάνωσης στους καζάδες της Στρώμνιτσας, της Δοϊράνης και της Γευγελής υπήρξε ο εξαρχικός επίσκοπος της Στρώμνιτσας Γεράσιμος, ο οποίος κατεύθυνε τη δραστηριότητα των κομιτάτων σ’ ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του χώρου της Μακεδονίας. Ο Γεράσιμος είχε στη διάθεσή του σημαντικά ποσά και κατά τους μήνες Ιανουάριο — Φεβρουάριο του 1903 είχε εξαργυρώσει επιταγές αξίας 2.000 λιρών στο όνομα του διερμηνέα του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης Χατζημίσεφ. Αξιοσημείωτη δραστηριότητα ανέπτυσσαν επίσης, όπως αναφέρθηκε και στα προηγούμενα κεφάλαια, οι Βούλγαροι εμπορικοί πράκτορες της Μακεδονίας, ο Σοπόφ στη Θεσσαλονίκη, ο Κολούσεφ στο Μοναστήρι και ο Γιουρούκωφ στις Σέρρες, οι οποίοι οργάνωναν και κατεύθυναν τις βουλγαρικές ενέργειες και παράλληλα ενημέρωναν τις ευρωπαϊκές προξενικές αρχές για τις τουρκικές ωμότητες. Χαρακτηριστικά είναι όσα είχε δηλώσει στο Σέρβο γενικό πρόξενο της Θεσσαλονίκης ο Βούλγαρος εμπορικός πράκτορας των Σερρών: «Οι Τούρκοι έχουν τη μέρα, εμείς τη νύχτα. Στους Τούρκους αφήνουμε τις πεδιάδες, εμείς έχουμε τα βουνά».
Η αυξανόμενη δραστηριότητα των βουλγαρικών σωμάτων σε ολόκληρο το βόρειο χώρο της Μακεδονίας και η απαρχή νέων σφοδρών συγκρούσεών τους με τουρκικά αποσπάσματα, που εντάθηκαν ιδιαίτερα τον Απρίλιο του 1903 και θεωρήθηκαν σαν έμμεση απάντηση της βουλγαρικής Οργάνωσης στις επικείμενες μεταρρυθμίσεις της Πύλης, επέτειναν τις φήμες για την ώρα του γενικού ξεσηκωμού του χριστιανικού πληθυσμιακού στοιχείου της Μακεδονίας. Τον ίδιο μήνα φάνηκε καθαρά πως η εφαρμογή του σχεδίου για την πραγματοποίηση της βουλγαρικής εξέγερσης βρισκόταν ήδη στο αρχικό στάδιο. Οι βουλγαρικές βομβιστικές ενέργειες μέσα στη Θεσσαλονίκη σκόρπησαν τον πανικό στους κατοίκους της πόλης, είχαν αρκετά ελληνικά θύματα και προκάλεσαν την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου και τις αθρόες συλλήψεις πολλών Βουλγάρων. Η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου στη Θεσσαλονίκη χαρακτηρίστηκε από το ντόπιο βαλή «manqué d’ intelligence» εκ μέρους της Πύλης, αφού κατά τη γνώμη του, το μέτρο εκείνο θα έπρεπε να ισχύσει και στα τρία βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και του Κοσόβου. Κρίνοντας τον αντίκτυπο των βουλγαρικών ενεργειών της Θεσσαλονίκης στη Μακεδονία, ο Άγγλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Allfred Biliotti, σ’ επιστολή του της 7 Μαΐου του 1903, συμπεραίνει ότι οι πρόσφατες βουλγαρικές δυναμιτιστικές ενέργειες στη Θεσσαλονίκη ήταν άμεση συνέπεια της ηθικής συμπαράστασης που παρείχαν στο βουλγαρικό Κίνημα εδώ και τέσσερα χρόνια η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και ο τύπος.
Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 1903 είχαν ανάλογο αντίκτυπο και στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, όπου οι τουρκικές αρχές άρχιζαν να Παίρνουν προληπτικά αυστηρά μέτρα σε βάρος του βουλγαρικού πληθυσμού, ιδιαίτερα στο Μοναστήρι και στον Περλεπέ. Έντονες φήμες κυκλοφορούσαν στις αρχές Μαΐου στο Μοναστήρι, που πιθανολογούσαν το ξέσπασμα της γενικής εξέγερσης. Το γεγονός αυτό ερέθισε ιδιαίτερα τα οξυμμένα ήδη πνεύματα των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης και ο Τουρκικός στρατός απέκλεισε τους κεντρικούς δρόμους του Μοναστηρίου, για να προλάβει αιματηρά γεγονότα. Μολαταύτα η λήψη δραστικών μέτρων δεν απέτρεψε την πρόκληση ενός ασήμαντου επεισοδίου ανάμεσα σ’ ένα μουσουλμάνο και σ’ ένα Βούλγαρο κάτοικο του Μοναστηρίου, το οποίο όμως έδωσε αφορμή για τη γενίκευση της αναταραχής και την πρόκληση σοβαρών επεισοδίων με νεκρούς και τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και μερικοί Έλληνες. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός βρίσκεται τώρα σε συνεχή επαγρύπνηση, καθώς εντείνονται οι φήμες για την επικείμενη βουλγαρική επίθεση κατά της Πρωτεύουσας του βιλαετίου Μοναστηρίου.
Η τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία στα 1903, έδωσε το γενικό έναυσμα για την εξαπόλυση αιματηρών τουρκικών αντιποίνων σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού ολόκληρου του γεωγραφικού χώρου. Οι μεμονωμένες τουρκικές βιαιοπραγίες, που παρατηρήθηκαν σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία μετά το 1878, εντείνονται τώρα περισσότερο παρά ποτέ και Παίρνουν πολύ ανησυχητικές διαστάσεις προκαλώντας αλγεινή εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε αθώους και ενόχους, Έλληνες και Βούλγαροι της Μακεδονίας υφίστανται στα 1903 τη σκληρή Τουρκική καταπίεση. Έτσι στα τέλη Απριλίου βουλγαρικό σώμα από 16 άνδρες με επικεφαλής το βοεβόδα Γιώργη εισέδυσε στο ελληνικό χωριό Λέσκοβατς (Λεπτοκαρυά) κοντά στη Φλώρινα, το οποίο περικυκλώθηκε την επομένη από Τουρκικό στρατό. Πριν γενικευθεί η συμπλοκή, δόθηκε η άδεια στα γυναικόπαιδα να εγκαταλείψουν το χωριό τους. Στις 27 Απριλίου ο Βούλγαρος Τάνε και το σώμα του εμφανίστηκε στο ελληνικό χωριό Χασάν Ομπά στην πεδιάδα του Μοναστηρίου. Η άφιξη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος στο χωριό δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στο ντόπιο ελληνικό πληθυσμό. Την άλλη μέρα αντιπροσωπεία των Ελλήνων κατοίκων έφθασε στο Μοναστήρι και διαμαρτυρήθηκε στους διπλωματικούς εκπροσώπους του ελληνικού Κράτους Και των ευρωπαϊκών δυνάμεων για τη βίαιη συμπεριφορά των τουρκικών στρατευμάτων. Αλλά και σε άλλες περιοχές των βιλαετιών Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης σημειώνονται αλλεπάλληλες βιαιοπραγίες σε βάρος των Ελλήνων κατοίκων, πολλοί από τους οποίους συλλαμβάνονται αυθαίρετα και φυλακίζονται όπως στο Σμάρδεσι, στο Κωστενέτσι, στο Βερνίκι, στη Βεμπέλη, στη Λαμπανίτσα, στη Ντύμπενη και στο Γέρμα.
Η τυραννική παρουσία των Βουλγάρων αρχηγών Τσακαλάρωφ και Σαράφωφ το Μάιο του 1903 στο χωριό Σμάρδεσι, όπου ζούσαν 345 οικογένειες, από τις οποίες οι μισές ήταν ελληνικές, υπήρξε η βασική αφορμή για την ολοκληρωτική καταστροφή του χωριού ύστερα από αλλεπάλληλες σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και στα βουλγαρικά σώματα. Ο απολογισμός της καταστροφής υπήρξε 150 νεκροί και 70 περίπου τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και αρκετοί Έλληνες. Από τις αρχές κιόλας του 1903 ο ελληνισμός στο Σμάρδεσι υπέφερε πολλά δεινά από τη δράση των βουλγαρικών σωμάτων ύστερα μάλιστα από τη στυγερή δολοφονία της αδελφής του Έλληνα ιερέα παπά Γερμανού από τον Τσακαλάρωφ, ο οποίος διέδιδε ότι οι Έλληνες ήταν «Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι των Βουλγάρων ακόμη και πιο επικίνδυνοι από τους Τούρκους». Μόλις τρεις μέρες μετά την καταστροφή του χωριού — μόνο 20-25 σπίτια έμειναν τελικά όρθια — κάποιος Έλληνας κάτοικός του, του οποίου είχαν τραυματιστεί η γυναίκα του, ο αδελφός του και τα δυο παιδιά του, κατόρθωσε να ειδοποιήσει κρυφά το μητροπολίτη της Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος έστειλε ένα γιατρό στο Σμάρδεσι. Παράλληλα ο Ίων Δραγούμης έκαμε έντονα διαβήματα προς τον γενικό διοικητή του Μοναστηρίου και κατήγγειλε την ανθελληνική στάση του Άγγλου υποπροξένου του Μοναστηρίου. Ανάμεσα στα ελληνικά θύματα του Σμαρδεσίου συγκαταλέγονται ο ιερέας Βασίλειος, ο οποίος είχε αρνηθεί να γίνει εξαρχικός και να υπογράψει σχετική αναφορά του Τσακαλάρωφ, ο Παναγ. Καράντζιας, ο επίτροπος της ελληνικής κοινότητας Αθανάσιος και ο προκάτοχός του Απόστολος, ο έφορος των ελληνικών σχολείων Παντελής Ράτου, ο Παντελής Κοροβέσης, ο Βέντσος και άλλοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την Καταστροφή του χωριού από τον τουρκικό στρατό ο Τσακαλάρωφ επέστρεψε και πάλι στο Σμάρδεσι και έκαψε την ελληνική εκκλησία και το ελληνικό σχολείο. Ο Κώτας βρισκόταν τότε στη Μπρέσνιτσα με 23 άνδρες και μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Βούλγαρος αρχηγός κατευθυνόταν μετά το Σμάρδεσι στο χωριό εκείνο, ειδοποίησε τους Έλληνες κατοίκους του Ζελόβου, οι οποίοι ενώθηκαν μαζί του και περίμεναν να αιφνιδιάσουν τον Τσακαλάρωφ. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε από δυο εξαρχικούς της Μπρέσνιτσας και απέτυχε.
Η καταστροφή στο Σμάρδεσι υπήρξε ένα από τα θλιβερότερα γεγονότα που σημάδεψαν το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολαβεί ως την εξέγερση του Ίλιντεν. Ολόκληρος ο ελληνισμός της Βορειοδυτικής Μακεδονίας συνταράχθηκε από την τραγική είδηση. Η μόνιμη παρουσία του Σαράφωφ, του Τσακαλάρωφ και άλλων Βουλγάρων αρχηγών στις περιοχές της Καστοριάς, της Φλώρινας, των Πρεσπών, του Μοριχόβου και του Μοναστηρίου υπήρξε ιδιαίτερα μισητή στους ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι απειλούσαν ότι Θα κατάγγελλαν στις τουρκικές αρχές τις Κινήσεις των βουλγαρικών σωμάτων. Όλοι οι κάτοικοι της Ντύμπενης και του Σμάρδεσι, πατριαρχικοί και εξαρχικοί, θεωρούσαν την παρουσία του Τσακαλάρωφ στα χωριά τους ανεπιθύμητη Η δραστηριότητα των βουλγαρικών σωμάτων εντάθηκε περισσότερο τον Ιούνιο του 1903, όταν πια πλησίαζε από στιγμή σε στιγμή η ώρα της εξέγερσης. Έτσι οι Έλληνες κάτοικοι του Ράκοβου αρνήθηκαν κατηγορηματικά να υποστηρίξουν τις βουλγαρικές ενέργειες, απειλήθηκε να καταστραφεί το χωριό τους. Δολοφονήθηκαν όμως ο Έλληνας ιερέας, δυο πρόκριτοι και κακοποιήθηκαν άλλοι 5 συμπατριώτες τους. Στη Μηλόβιστα το σώμα του Άρσωφ απήγαγε τον Ιούνιο τον Έλληνα έφορο των σχολείων Γάκη Μουλά και ζήτησε λύτρα από την οικογένειά του, η οποία έσπευσε αμέσως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα, αλλά οι Βούλγαροι δεν ήταν διατεθειμένοι, ακόμη και μετά την καταβολή των λύτρων ν’ αφήσουν ελεύθερο τον Έλληνα πρόκριτο. Τρομοκρατημένοι ήταν και οι Έλληνες του Γκοπεσίου, της Μηλόβιστας, του Τύρνοβου και του Μεγάροβου, οι οποίοι προσέφεραν σημαντικά ποσά στα βουλγαρικά σώματα, για ν’ απαλλαγούν από την Παρουσία τους.
Μάταια ικέτευαν οι Έλληνες κάτοικοι των βόρειων περιοχών του βιλαετίου Μοναστηρίου τον βαλή να τους προστατεύσει από τις βουλγαρικές επιδρομές και να στείλει στρατιωτικά αποσπάσματα. Η αδράνεια και η ανικανότητα των τουρκικών αρχών έκαμαν πραγματικά μεγάλη εντύπωση ακόμη και στους Ευρωπαίους προξένους. Κάτω από τις τραγικές αυτές συνθήκες οι βόρειοι ελληνικοί πληθυσμοί προτιμούσαν να παρέχουν άσυλο και τροφή στους άνδρες των βουλγαρικών σωμάτων παρά να διακινδυνεύουν τη ζωή τους. Αλλά και σ’ εκείνους τους τόπους, όπου η παρουσία του τουρκικού στρατού ήταν έκδηλη, η διαρκής παραμονή του εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τη ζωή των χριστιανικών πληθυσμών. Ήδη από τις αρχές του 1903 οι Τούρκοι είχαν προβεί σε άγριες βιαιοπραγίες και κακοποιήσεις πολυάριθμων πληθυσμών χριστιανών κατοίκων στη Ντύμπενη. στην Τύρσια, στο Κονομπλάτι, στο Μπατς, στη Δομπροβένη, στο Κρούσογκραντ (καζάς Φλώρινας), στη Ράμπη (Πρέσπα), γεγονός, που εξανάγκαζε πολλούς να κατατάσσονται στα βουλγαρικά σώματα. Η ανάγκη και η απελπισία του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αυστριακός πρόξενος του Μοναστηρίου, υπήρξαν οι κυριότεροι σύμμαχοι των βουλγαρικών κομιτάτων, των οποίων οι υπεύθυνοι αρχηγοί αποδοκίμαζαν τη στάση της αναμονής και διέβλεπαν τώρα ότι χωρίς τη βίαιη μεταβολή της κατάστασης δεν Θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Γι’ αυτό ενέτειναν τις προσπάθειές τους εξαπολύοντας στα μέσα του 1903 νέο κύμα δολοφονικών ενεργειών κατά των Ελλήνων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας. Στους Έλληνες κατοίκους του Κρουσόβου, του Μοναστηρίου, του Τυρνόβου, της Μηλόβιστας, του Γκοπεσίου, επέβαλαν με την απειλή του Θανάτου την καταβολή μηνιαίων χρηματικών εισφορών, ανάλογα με τα περιουσιακά τους στοιχεία, για την αγορά όπλων και πολεμοφοδίων και για τον εξοπλισμό των χωρικών. Ο ελληνισμός, ζώντας σ’ ένα ατέρμονο κλίμα τρόμου και απελπισίας, εκφράζει έκδηλη τη δραματική αγωνία του προς όλες τις κατευθύνσεις. Για τα βουλγαρικά σώματα οι χριστιανοί κάτοικοι της Μακεδονίας διακρίνονταν σε «ικανούς» και σε επιζήμιους ή άχρηστους», δηλαδή σ’ εκείνους που αρνούνταν να συνεργαστούν και τους οποίους περίμενε η θανατική καταδίκη. Όσοι υπέκυπταν, όφειλαν να επαγρυπνούν συνεχώς τις Κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων, να διατηρούν ειδικούς «τσιλιαδόρους» και να σχηματίζουν αντιπροσωπείες, οι οποίες επισκέπτονταν τις κατά τόπους τουρκικές αρχές και τους Ευρωπαίους διπλωματικούς εκπροσώπους και διαμαρτύρονταν για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού.
Στα τέλη του Ιουνίου σημειώθηκε βουλγαρική επίθεση κατά του Γιαφέρ αγά στο ελληνικό χωριό Κλαδοράχη. Οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού υποπτευόμενοι τουρκικά αντίποινα, διαμαρτυρήθηκαν έντονα στο μητροπολίτη Καστοριάς και ζήτησαν τη μεσολάβησή του. Τον ίδιο μήνα βουλγαρικό σώμα εισέβαλε στο Ράκοβο του καζά της Φλώρινας, συνέλαβε τον Έλληνα παπά Μητανίδη, τον πρόεδρο του χωριού Μαλιγιώργο και τον πρόκριτο Μποϊκοβίτη, τους οποίους κατακρεούργησε. Τότε επίσης βουλγάρικο σώμα δολοφόνησε στη Νερέτη τέσσερεις Έλληνες προκρίτους, τους Μήτσο Κύμη, Νέστο Στέφου, Στόικο Μήτσου και Κίρτσε Νίκου, γιατί είχαν αρνηθεί να γίνουν Βούλγαροι και είχαν ειδοποιήσει τις τουρκικές αρχές. Σ’ ένα άλλο πάλι πατριαρχικό χωριό του καζά Μοναστηρίου, στη Βελουσίνα, οι Κάτοικοι απειλήθηκαν με θάνατο, αν δεν προσέρχονταν στην Εξαρχία. Ο Έλληνας ιερέας του χωριού συγκέντρωσε 28 λίρες και τις έδωσε στο βουλγαρικό σώμα. Αργότερα αναγκάστηκε ο ίδιος να εγκαταλείψει το χωριό του .
Τα αυξανόμενα δολοφονικά κρούσματα σε βάρος των Τούρκων μπέηδων της Μακεδονίας, που απέβλεπαν κυρίως να προκαλέσουν τουρκικά αντίποινα και την ευρωπαϊκή επέμβαση, έπειτα από την αποτυχία των βουλγαρικών σωμάτων να εξαναγκάσουν ολόκληρο το χριστιανικό πληθυσμό να συμμετάσχει στη γενική εξέγερση, είχαν προκαλέσει την κλιμάκωση των τουρκικών βιαιοπραγιών κατά των χριστιανών κατοίκων. Πολυάριθμες αντιπροσωπείες ελληνικών και βουλγαρικών κοινοτήτων της βορειοδυτικής Μακεδονίας, όπως π.χ. του Λουμπόινου, του Περλεπέ, της Φλώρινας και της Καστοριάς επισκέπτονται την εποχή αυτή τους Ευρωπαίους προξένους του Μοναστηρίου και ζητούν την προστασία τους. Στα μέσα Ιουλίου του 903 κάτοικοι του βουλγαρικού χωριού Ντομπρούσεβο (Β. του Μοναστηρίου), ξυλοκοπημένοι από Τούρκους στρατιώτες, μεταφέρθηκαν στο Μοναστήρι. Στην ίδια κατάσταση βρέθηκαν και 5 Έλληνες κάτοικοι του πατριαρχικού χωριού Νόβακ, οι οποίοι έφθασαν στην Πρωτεύουσα του βιλαετίου με επικεφαλής τον Έλληνα ιερέα παπα Γιάννη. Στις 20 του ίδιου μήνα 60 Έλληνες χωρικοί του Μπροντ ήλθαν με τον ιερέα τους στο Μοναστήρι και διαμαρτυρήθηκαν προς όλους τους Ευρωπαίους προξένους για τις βιαιότητες του τουρκικού στρατού. Άλλες χριστιανικές αντιπροσωπείες έφθασαν επίσης την εποχή εκείνη στο Μοναστήρι από τα χωριά Αγλάρτσι, Βοστάρανη, Τοπόλτζανη και Ράντμπορο του καζά της Φλώρινας.
Στα μέσα Ιουλίου του 1903 οι προετοιμασίες της βουλγαρικής Οργάνωσης για τη γενική εξέγερση έφτασαν στο αποκορύφωμά τους. Το βιλαέτι Μοναστηρίου διαιρέθηκε σε 68 τομείς με ανάλογο αριθμό επαναστατικών σωμάτων. Έντονες φήμες κυκλοφορούσαν για επικείμενες εκτεταμένες πράξεις δολιοφθοράς σε διάφορα γεωγραφικά σημεία του μακεδονικού χώρου με παράλληλες επιθέσεις των βουλγαρικών σωμάτων Κατά των μονάδων του τουρκικού στρατού, ενώ αγωνιώδεις προσπάθειες καταβάλλονταν από τους υπεύθυνους των βουλγαρικών κομιτάτων για τη συγκέντρωση όπλων και πολεμοφοδίων. Οι συνολικές δυνάμεις των επαναστατικών σωμάτων στο βιλαέτι Μοναστηρίου υπολογίζονταν σε 32.000 περίπου άνδρες. Η έξοδος του χριστιανικού πληθυσμού προς τα βουνά συνεχιζόταν με μεγάλη ένταση και η βίαιη στρατολόγηση των νέων πραγματοποιούνταν με ταχύτατο ρυθμό. Καθημερινά έφευγαν πολλοί Έλληνες νέοι από τα αστικά κέντρα και τα χωριά της Βορειοδυτικής και Δυτικής Μακεδονίας με βάση τους καταλόγους του βουλγαρικού κομιτάτου και κατευθύνονταν στα βουνά. Στα όπλα καλούνταν όλοι, όσοι είχαν συμπληρώσει το εικοστό έτος και ήταν γραμμένοι στους στρατολογικούς καταλόγους. Οι Σαράφωφ, Κοκάρεφ, Πέντσωφ και άλλοι στρατολογούσαν βίαια νέους από τα χωριά Όροβνικ, Λάγγα, Μποσφήνα και Μπουκοβίκι της περιφέρειας Πρεσπών. Χωριά ολόκληρα όπως η Μπάνιτσα, το Τσερέσοβο, η Ζαμπύρδενη και η κωμόπολη της Ρέσνας, είχαν ερημωθεί εντελώς. Στο Μεγάροβο παρατηρήθηκε ως τα μέσα Ιουλίου 1903 φυγή 180 Περίπου Ελλήνων νέων. Την ίδια ακριβώς εποχή εισέβαλαν στη Μηλόβιστα τρία βουλγαρικά σώματα για να εξαναγκάσουν τους Έλληνες κατοίκους να οπλιστούν και να φύγουν στα βουνά. Τότε οι ρουμανίζοντες της Μηλόβιστας, εκμεταλλευόμενοι τις περιστάσεις, υποχρέωσαν τους τρομοκρατημένους Έλληνες της κωμόπολης να δεχθούν να τελείται η εκκλησιαστική λειτουργία από τον αριστερό χορό στα βλάχικα. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της εξέγερσης Έλληνες νέοι από τη Ρέσνα, τη Μηλόβιστα, το Πισοδέρι, τη Νιζόπολη, το Μεγάροβο και το Τύρνοβο εκβιάζονταν με την απειλή του θανάτου ν’ ακολουθήσουν τους κομιτατζήδες στα βουνά. Οι περισσότεροι όμως απ’ αυτούς κατέφευγαν σ’ άλλες χώρες, όπως στη Σερβία, στη Ρουμανία και στην Ελλάδα για ν’ αποφύγουν τη βίαιη στρατολόγησή τους. Οι Βούλγαροι αντάρτες δεν δίσταζαν να τιμωρήσουν με θάνατο όσους αρνούνταν να πολεμήσουν στο πλευρό τους.
Είναι σχεδόν αδύνατο να εκτιμηθεί με ακρίβεια το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού της Μακεδονίας, που είχε εγκαταλείψει τα χωριά και συμμετείχε στο επαναστατικό κίνημα, αλλά Πρέπει να ήταν οπωσδήποτε αρκετές χιλιάδες, όπως συμπεραίνει ο Άγγλος πρόξενος του Μοναστηρίου James Mc Gregor. Ανάμεσα σ’ αυτές υπήρξε και σημαντικό ποσοστό σλαβόφωνου ελληνικού και ελληνοβλαχικού πληθυσμού, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Άγγλου διπλωματικού εκπροσώπου, το οποίο διατηρούσε μολαταύτα γνήσια την ελληνική συνείδησή του. Ακόμη και από πλούσιες ελληνοβλαχικές οικογένειες της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, όπως του Μοναστηρίου, του Μπουκόβου, του Τύρνοβου, του Μεγάροβου, της Νιζόπολης, της Μηλόβιστας και του Γκοπεσίου, είχαν στρατολογηθεί νέοι, οι οποίοι κατατάχθηκαν στα ανταρτικά σώματα. Οι πολύτιμες αυτές αρχειακές μαρτυρίες αποδεικνύουν ότι ακόμη και η ακούσια συμμετοχή του σλαβόφωνου ελληνικού και ελληνοβλαχικού πληθυσμού στην εξέγερση του Ίλιντεν πραγματοποιήθηκε χωρίς να ξεριζωθεί, έστω και φαινομενικά, η ελληνική συνείδησή του. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στη στάση της βουλγαρικής Οργάνωσης, η οποία τελευταία δεν έδινε τόσο μεγάλη σημασία στην καταναγκαστική προσέλευση των Ελλήνων στην Εξαρχία όσο Κυρίως στη συμμετοχή τους στον κοινό αγώνα. Όσοι βέβαια από τους Έλληνες πολέμησαν με τη θέλησή τους κατά την εξέγερση και ταύτισαν την τύχη τους με τα βουλγαρικά σώματα, πίστεψαν αληθινά ότι ο τουρκικός ζυγός θα ήταν δυνατό ν’ αποτιναχθεί μόνο με τη συναδέλφωση ολόκληρου του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Και όπως πολύ ορθά σημειώνει ο Αυστριακός πρόξενος του Μοναστηρίου, όλοι οι χριστιανοί της Μακεδονίας, Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι θεωρούσαν τον τουρκικό ζυγό αφόρητο. Επειδή ηγήθηκαν οι Βούλγαροι κατά τη μεγάλη αυτή επαναστατική κινητοποίηση και το κίνημα είχε βουλγαρική χροιά, αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι υπόλοιποι χριστιανοί υπήρξαν ικανοποιημένοι με την κατάσταση. Άλλωστε η εξέγερση του Ίλιντεν, χωρίς τη συμμετοχή των Ελλήνων, όπως μαρτυρεί ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου τον Ιούνιο του 1904, θα ήταν ανέφικτη.
2. Κάτι που φαινόταν καθημερινά ολοένα και πιο βέβαιο, έγινε πραγματικότητα τον Ιούλιο του 1903. Η εξέγερση εγκαινιάστηκε, όπως είναι γνωστό, με πράξεις δολιοφθοράς σε διάφορες περιοχές του βιλαετίου Μοναστηρίου και με σφοδρές επιθέσεις των επαναστατικών σωμάτων Κατά του τουρκικού στρατού. Πολυάριθμα χριστιανικά χωριά στις περιοχές Μοναστηρίου, Ρέσνας, Αχρίδας, Κιρτσόβου, Κρουσόβου, Κορεστίων, Καστοριάς και Φλώρινας καταστράφηκαν τελείως από τις δολοφονικές συγκρούσεις. Εβδομήντα χωριά Περίπου κάηκαν στο βιλαέτι Μοναστηρίου, τα περισσότερα από τους Τούρκους και ορισμένα από τους Βουλγάρους.
Ένα από τα αιματηρότερα σκηνικά της εξέγερσης ξετυλίχτηκε στο Κρούσοβο. Το Κρούσοβο, όπου κατοικούσαν 11.000 κάτοικοι, από τους οποίους τα 2/3 ήταν Έλληνες, καταλήφθηκε τη νύχτα της 1 προς 2 Αυγούστου του 1903 από βουλγαρικά σώματα. Η κατάληψή του και ο σχηματισμός της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης, όπως συνέβηκε αργότερα στη Νέβεσκα και την Κλεισούρα, πλημμύρισε τον ελληνισμό της ακριτικής αυτής περιοχής της Μακεδονίας από τρόμο και πανικό. Οι 250—300 περίπου επαναστάτες υπέβαλαν τους Έλληνες κατοίκους σε βαριές υλικές εισφορές. Ύστερα από 10 ολόκληρες μέρες, στις 12 Αυγούστου, ο τουρκικός στρατός — 3.000 στρατιώτες με 18 κανόνια — άρχισε να περισφίγγει την πόλη και τα ξημερώματα της επόμενης μέρας κατέλαβε το Κρούσοβο προβαίνοντας σε λεηλασίες, σφαγές, βιασμούς Ελλήνων κατοίκων και σε εμπρησμούς των ελληνικών σπιτιών. Συνολικά κάηκαν και λεηλατήθηκαν 366 ελληνοβλαχικά σπίτια, ενώ κανένα βουλγαρικό δεν έπαθε τίποτα15, 203 αποθήκες και ελληνικά μαγαζιά. 41 Έλληνες και Ελληνίδες του Κρουσόβου έχασαν τη ζωή τους και πολλοί άλλοι κακοποιήθηκαν και τραυματίστηκαν. Οι τουρκικοί εμπρησμοί. οι βιασμοί και οι δολοφονίες έπληξαν καίρια το ελληνοβλαχικό πληθυσμιακό στοιχείο του Κρουσόβου, όπως επιβεβαιώνεται από αυτόπτες μάρτυρες και από όλες τις ευρωπαϊκές αρχειακές πηγές. Με μεγάλη οδύνη διαπίστωσε ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου Κ. Κυπραίος κατά την Περιοδεία του στο Κρούσοβο, τον Αύγουστο του 1903, το ασθενημένο ηθικό των Ελλήνων κατοίκων του. Μαζί με τον Έλληνα μητροπολίτη και τους ντόπιους προκρίτους περιηγήθηκε την πόλη, επιθεώρησε τα καταστραμμένα σπίτια και κτίρια, ανάμεσα στα οποία το ελληνικό νοσοκομείο και την ελληνική μητροπολιτική εκκλησία και πιστοποίησε από κοντά το μέγεθος της συμφοράς του ελληνισμού του Κρουσόβου. Σε σχετική έκθεσή του προς τον Δ. Ράλλη, τότε υπουργό των Εξωτερικών, επισημαίνει την επείγουσα ανάγκη για την αποστολή οικονομικών ενισχύσεων στις άστεγες και πεινασμένες ελληνικές οικογένειες του Κρουσόβου. Κατά την παραμονή του στο Κρούσοβο ο Έλληνας πρόξενος Κ. Κυπραίος πληροφορήθηκε επίσης από ανώτερο Τούρκο αξιωματικό, τον ταγματάρχη Αλή εφέντη του Δελβίνου, ότι ο Μπαχτιάρ πασάς είχε δωροδοκηθεί από τους Βουλγάρους, για να μην προκαλέσει καταστροφές στη βουλγαρική συνοικία. Ο Μπαχτιάρ πασάς συμπεριφέρθηκε με σκαιό τρόπο προς τους Έλληνες κατοίκους της πόλης και ο ίδιος δήλωσε ανοιχτά προς τους ανώτερους Τούρκους αξιωματικούς ότι είχε παρακινηθεί από το βουλγαρικό στοιχείο και ιδιαίτερα από τον Βούλγαρο ιερέα Μπογδάν, για να βλάψει τους Έλληνες.
Στις 22 Ιουλίου του 1903 ο Βούλγαρος βοεβόδας Κόλε έδωσε το σύνθημα της επανάστασης στην περιοχή της Κλεισούρας. Τουρκικός στρατός έσπευσε να τον καταδιώξει έξω από την Κλεισούρα, αλλά απέτυχε. Το ελληνικό σώμα του καπετάν Βαγγέλη, όπως Θα δούμε και στο τελευταίο κεφάλαιο, αντιμετώπισε τους 200 οπαδούς του Κόλε με επιτυχία και τους έτρεψε σε φυγή, αφού τους προξένησε σημαντικές απώλειες. Τη νύχτα της 22 προς 23 Ιουλίου τα ενωμένα βουλγαρικά σώματα των οπλαρχηγών Τσακαλάρωφ, Ποπώφ, Κόλε, Κλιάσεφ, Ηλία, Ρόζωφ και Μάτη υποχώρησαν στις γύρω ορεινές περιοχές. Στις 23 Ιουλίου ο καπετάν Βαγγέλης και το σώμα του, συνοδευόμενοι και από τουρκικό στρατό, προσπάθησαν ν’ αποκρούσουν τους Βουλγάρους, αλλά οι δυνάμεις τους ήταν αριθμητικά πολύ μικρότερες. Στις 10 το βράδυ οι Βούλγαροι μπήκαν στην Κλεισούρα και από την επομένη μέρα άρχισαν να φορολογούν βαριά τους Έλληνες εμπόρους και το ταμείο των ελληνικών σχολείων. Ως ορμητήριο είχαν το γειτονικό βουνό Σιουμπρέτσι, όπου τοποθέτησαν και τα πολεμοφόδιά τους. Η βουλγαρική κατοχή στην Κλεισούρα, όπως αφηγούνται ντόπιοι κάτοικοί της, κράτησε 22 μέρες. Καθημερινά κατέβαιναν στην κωμόπολη 50—30 Βούλγαροι αντάρτες, οι οποίοι προμηθεύονταν τρόφιμα και διέδιδαν στους Έλληνες κατοίκους ότι η Βουλγαρία είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας, ότι η Ρωσία είχε στείλει εθελοντές (160.000), ότι είχε κινητοποιηθεί ο ελληνικός στρατός και είχε καταλάβει την Καστοριά. Η κατάσταση αυτή διάρκεσε ως τις 14 Αυγούστου οπότε μεγάλο τμήμα τουρκικού στρατού με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Εδέμ μπέη κινήθηκε, για να καταδιώξει τα βουλγαρικά σώματα. Από το Μαύροβο κατευθύνθηκε στην Φωτίνιστα, όπου συγκρούστηκε με τους κομιτατζήδες, πέρασε από την Τσερέσνιτσα, την οποία έκαψε εντελώς και έπειτα προχώρησε στην Πρεκοπάνα, όπου συνάφθηκε σκληρή μάχη. Πάνω από 100 Βούλγαροι αντάρτες έχασαν τη •ζωή Τους, ανάμεσα στους οποίους πιθανόν και οι οπλαρχηγοί Ποπώφ και Μάτης. Αφού λεηλατήθηκε και Κάηκε από τους Τούρκους η Πρεκοπάνα, τμήμα του στρατού έκαψε έπειτα τελείως τα χωριά Μπομπόκι και Ζαγορίτσανη και ένα άλλο τμήμα ανέβηκε στην κορυφή του Σιουμπρετσίου για να καταδιώξει τους κρυμμένους Βουλγάρους αντάρτες.
Την επομένη, 15 Αυγούστου, ο τουρκικός στρατός μπήκε στην Κλεισούρα έχοντας επικεφαλής τον Εδέμ μπέη. Την ίδια μέρα λεηλατήθηκε και κάηκε η Μπόμπιστα και την άλλη μέρα, 16 Αυγούστου, είχε την ίδια τύχη και η Μόκρενη. Ο τουρκικός στρατός έσφαξε στο τελευταίο χωριό 100 χωρικούς, οι οποίοι μάταια έτρεξαν να σωθούν στα χωράφια τους. Μεγάλες ζημιές έπαθε στο χωριό αυτό και η μητρόπολη της Θεοτόκου, από την οποία αναιρέθηκαν τα αργυρά και τα χρυσά στεφάνια των εικόνων και άλλα πολύτιμα ιερά σκεύη και άμφια. Τα γυναικόπαιδα των καταστραμμένων περιοχών του Μπομποκίου, της Τσερέσνιτσας, της Ζαγορίτσανης και της Πρεκοπάνας κατέφυγαν στη Χόλιστα και στο μοναστήρι των Αγ. Αναργύρων, ενώ εκείνα της Μπόμπιστας, του Κουμανίτσοβου και της Μόκρενας βρήκαν καταφύγιο στην Κλεισούρα. Στο μοναστήρι των Αγ. Αναργύρων είχαν συγκεντρωθεί γύρω στα 5.000 γυναικόπαιδα, προς τα οποία έστειλε τρόφιμα και ψωμί ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης. Στην Κλεισούρα, όπου δολοφονήθηκε με φριχτά μαρτύρια ο Βάννης, ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της ελληνικής αντίστασης, έφτασε ο μητροπολίτης Καστοριάς στα τέλη Αυγούστου, εμψύχωσε τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό και προέτρεψε τους εξαρχικούς ιερείς των γύρω χωριών να καταφύγουν και πάλι στους κόλπους του πατριαρχείου. Στις 30 Αυγούστου βουλγαρικές δυνάμεις του Τσακαλάρωφ εισέβαλαν στο ελληνικό χωριό Τιχόλιστα, έκαψαν το σπίτι του Έλληνα ιερέα παπα Λάμπρου και απήγαγαν με τη βία στα βουνά 3 άντρες, 3 γυναίκες και 3 γριές. Σ’ ένα άλλο ελληνικό χωριό, στο Νεστόριο, από όπου επρόκειτο να περάσει τουρκική επιτροπή επιφορτισμένη με τη συλλογή του οπλισμού του αγροτικού πληθυσμού της Δυτ. Μακεδονίας, οι Έλληνες κάτοικοί του, μόλις πληροφορήθηκαν την ενδεχόμενη εισβολή βουλγαρικών σωμάτων, έσπευσαν να στείλουν 2 αντιπροσώπους τους στην Καστοριά, για να ζητήσουν στρατιωτική βοήθεια. Πριν προλάβουν όμως να επιστρέψουν, τα βουλγαρικά σώματα είχαν ήδη κάψει τα σπίτια των 2 απεσταλμένων και απειλούσαν και τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού.
Στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης φημολογούνταν ότι η εξέγερση Θα ξεσπούσε στις 14 Αυγούστου και θα αποτελούσε κύριο αντιπερισπασμό στα τουρκικά στρατεύματα, που είχαν ρίξει το βάρος των δυνάμεών τους στο βιλαέτι του Μοναστηρίου. Το έδαφος όμως στη γεωγραφική αυτή περιοχή δεν υπήρξε πρόσφορο και γι’ αυτό ο ντόπιος πληθυσμός δεν έλαβε τελικά μέρος στο επαναστατικό κίνημα. Στον καζά του Δεμίρ Χισάρ ο Θάνατος του περιβόητου Βουλγάρου αρχηγού Αλέξη από τα Πορόϊα, οι πολυάριθμες συλλήψεις χριστιανών κατοίκων και η κατάσχεση πολλών όπλων και πολεμοφοδίων, είχαν συμβάλει αποτελεσματικά στην επικράτηση της ηρεμίας και στη φαινομενική προσέλευση εξαρχικών χωριών, όπως του Σάβγιακου και του Σπάτοβου, στο πατριαρχείο, ενώ στον καζά του Κιλκίς ο πληθυσμός φαινόταν απρόθυμος να συμμετάσχει στα επαναστατικά γεγονότα ύστερα από τις άγριες καταδιώξεις του τουρκικού στρατού. Ανάλογο κλίμα επικρατούσε και στο ανατολικό μισό του καζά της Δοϊράνης, που συνόρευε με το Δεμίρ Χισάρ και με το Κιλκίς. Στη γεωγραφική αυτή περιφέρεια, όπου δεν υπήρχαν βουλγαρικά σώματα, πολλά χωριά είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στο πατριαρχείο και να εκδηλώνουν και πάλι την εθνική τους ταυτότητα. Αντίθετα στο υπόλοιπο μισό δυτικό τμήμα του καζά της Δοϊράνης και σε ολόκληρο τον καζά Γευγελής δρούσαν πολυάριθμα ντόπια βουλγαρικά σώματα, όπως του Αργύρη και του Σάββα, που είχαν βασικά ορμητήρια τη Μπογδάντσα, τη Γκίρτσιστα, τα Διαβατά και το Στογιάκοβο. Στη Στρώμνιτσα επικρατούσε ηρεμία και ο πληθυσμός είχε διατηρήσει την ψυχραιμία του παρά τη δραστηριότητα των λιγοστών βουλγαρικών σωμάτων.
Πηγή: www.e-istoria.com

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Η Ξενηλασία στη Σπάρτη.


 
Ο Λυκούργος παραδίδει τους νόμους στους Σπαρτιάτες.
Από το ογκοδέστατο, δίτομο έργο του Σαράντου Καργάκου, με τίτλο “Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης“, [τόμος Α  σελίδες 419-422, έκδοση 2006, εκδοτικό Gutemberg] η παρούσα ανάρτηση.
Η λέξη Ξενηλασία, σε πρώτη σημασία, υποδηλώνει την απαγόρευση αφίξεων ή την εκδίωξη ξένων από ένα τόπο. Τη δεύτερη αυτή σημασία προσέλαβε ιδιαιτέρως στη Σπάρτη. Κατά τον Ξενοφώντα, η απαγόρευση εγκαταστάσεως ξένων στη Λακεδαίμονα, ή Σπαρτιατών σε ξένη πόλη, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να διατηρήσει η πόλη τον παλαιό αυστηρό χαρακτήρα της και να μη γίνονται μεστοί από ραδιουργίες οι πολίτες της. Ο Πλάτων στον Πρωταγόρα δίνει παιδαγωγική ερμηνεία στο θεσμό της Ξενηλασίας, όπως τον εφάρμοζαν στην εποχή του, ή μάλλον πριν από αυτόν, οι Λακεδαιμόνιοι. Συγκεκριμένα, προωθώντας την αντίληψη ότι το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, διατείνεται ότι στη Σπάρτη και στη Κρήτη υπήρχε μια έντονη μαθησιακή διάθεση, υπηρετούμενη από εντόπιους σοφιστές, που ειδικά εκεί είναι οι πιο πολλοί στο κόσμο. Κι επειδή οι Σπαρτιάτες δε θέλουν να μαθαίνουν οι ξένοι αυτά που τους διδάσκουν οι σοφιστές, εκδιώκουν από τη πόλη τους ξένους, ακόμη κι αν είναι φιλολάκωνες, ούτε επιτρέπουν σε κανένα δικό τους νέο να βγει σε ξένες πόλεις. Ο Αριστοτέλης, τέλος, κάνει μνεία της Ξενηλασίας [Πολιτικά 1272 b 15], προσδιορίζοντας; ως αιτία την απόσταση που χωρίζει τη Σπάρτη από άλλες πολιτείες [ξενηλασίας γαρ το πόρρω πεποίηκε].
Αυτός όμως που προσδιορίζει σαφέστερα το πνεύμα της Ξενηλασίας, χωρίς ωστόσο να αναφέρει το όνομα της, είναι ο Ηρόδοτος. Γράφει συγκεκριμένα ο ιστορικός [1, 65] ότι οι Σπαρτιάτες αρνούνταν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με ξένους. Ήσαν ξεινισοι απροσμικτοι, και σε τούτο ο ιστορικός αποδίδει την κακοδαιμονία της πολιτικής ζωής που θεραπεύτηκε με τη Λυκούργειο νομοθεσία. Ωστόσο, δε πρέπει να νομισθεί ότι η Ξενηλασία ίσχυε από μιας αρχής στη Σπάρτη. Ο Αριστοτέλης [Πολιτικά 1270 α 35] παρατηρεί με ένα αόριστο “λέγουσι” ότι επί των παλαιοτέρων βασιλιάδων, πριν δηλαδή από το Β’ Μεσσηνιακό Πόλεμο, παρείχετο η ευχέρεια σε ξένους να γίνονται πολίτες, ώστε να μη γίνεται η πόλη ολιγάνθρωπη εξ αιτίας των μακροχρονίων πολέμων της, και, καθώς λένε, υπήρξε εποχή που οι πολίτες της έφθασαν τις 10.000.
Συνεπώς, η ξενηλασία επαυξήθηκε και έγινε αυστηρός θεσμός σε νεώτερες εποχές. Η Λυκούργεια νομοθεσία μάλιστα ενίσχυσε τις απομονωτικές τάσεις των Σπαρτιατών με το να απαγορεύει την εγκατάσταση- χωρίς έγκριση των αρχών-ξένων στη Σπάρτη. Τούτο είναι νοητό, ως ένα βαθμό, από το γεγονός ότι και σήμερα δεν είναι δυνατή η επίσκεψη κάποιων χωρών χωρίς τη λεγόμενη Visa. Τότε οι λόγοι για τη Σπάρτη ήσαν πολύ περισσότεροι, διότι η πόλη ήταν ένας απέραντος στρατώνας, όπου διδασκόταν η στρατιωτική τέχνη, που την τεχνική της δεν έπρεπε να μάθουν οι ξένοι. Όπως σήμερα κάθε χώρα διαφυλάσσει τα στρατιωτικά μυστικά της, όμοια και οι Σπαρτιάτες διαφύλασσαν τα δικά τους μυστικά, στα οποία όφειλαν τις στρατιωτικές επιτυχίες τους. Πέρα απ’ αυτό, με τη πάροδο του χρόνου το Σπαρτιατικό πολίτευμα γινόταν περισσότερο “σφιχτό”, περισσότερο συντηρητικό, και γι’ αυτό η παραμονή ξένων στη Σπάρτη εγκυμονούσε το κίνδυνο της αλλοιώσεως των πολιτικών και κοινωνικών ηθών. Πιο απλά: οι Σπαρτιάτες φοβούνταν μήπως μεταδοθεί και στη πόλη τους ο ελευθέριος τρόπος ζωής των λοιπών Ελλήνων.
Η Ξενηλασία ήταν στη δικαιοδοσία των Εφόρων. Αυτοί έδιναν την άδεια εγκαταστάσεως σε ξένους. Αν, όμως, διαισθάνονταν ότι ο ξένος ήταν επικίνδυνος και γενικά ανεπιθύμητος, οι Έφοροι διάτασσαν την εντός ορισμένου χρόνου απέλαση του. Σύμφωνα με την παράδοση, απελάθηκε ο γνωστός για τους τολμηρά αντιηρωικούς στίχους του ποιητής Αρχίλοχος, διότι σε ένα ποίημα του έγραψε πως πέταξε την ασπίδα την ώρα της μάχης για να σωθεί κι όσο για την ασπίδα, θα έβρισκε άλλη καλύτερη. Όσο κι αν οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν για αστεϊσμό, ήσαν πάντως απαράδεκτοι για το ηρωικό πνεύμα που προσπαθούσε να εμφυσήσει στους νέους της η Σπάρτη. Ωστόσο, η ξενοφοβία ή η μισοξενία αυτή των Σπαρτιατών μετριαζόταν από το γεγονός ότι η παράδοση της ξενίας [=φιλοξενίας] διατηρήθηκε και σ’ αυτούς, όπως μαρτυρεί η λατρεία του Ξενίου Διός και της Αθάνας Ξενίας. Εξ άλλου, πάμπολλοι επιφανείς ξένοι, κατά καιρούς όπως οι Πεισιστρατίδες και ο Αλκιβιάδης, φιλοξενήθηκαν στη Σπάρτη, ενώ κορυφαίοι ποιητές και μουσικοί από διάφορες περιοχές, όπως ο Αλκμάν, ο Τέρπανδρος, ο Θαλήτας, ο Θέογνις, έζησαν εκεί ή πέρασαν από εκεί, κι ακόμη δεν έλειψαν οι κατά καιρούς πολιτογραφήσεις, όπως συνέβη με τον Τισαμενό και τον Ηγία από την Ηλεία.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο δομείται μετά τον 6 ο αιώνα η Σπαρτιατική Πολιτεία δεν ευνοεί ούτε την παραμονή ξένου στη Σπάρτη ούτε των Σπαρτιατών εκτός Σπάρτης. Για το λόγο αυτό τη ξενηλασία πρέπει να τη βλέπουμε όχι ως κάτι μεμονωμένο αλλά ως κάτι που εντάσσεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν μετά τη λήξη του Β’ Μεσσηνιακού Πολέμου. Η άλλοτε ανοικτή Σπαρτιατική κοινωνία γίνεται μια πολιτεία-σκαντζόχοιρος, σπειρώνεται στον εαυτό της, ζη με τον εαυτό της και για τον εαυτό της. “Ξένοι απαγορευόταν, όσο ήταν δυνατό, να μπουν στην πόλη ή απομακρύνονταν [ξενηλασίαι]. Τότε για πρώτη φορά η Σπάρτη παίρνει τη μορφή ενός αντιδραστικού, στρατιωτικού, αστυνομικού κράτους. Όπως οι οικονομικές, έτσι έπαυσαν και οι πολιτιστικές σχέσεις με το εξωτερικό. Σε αντίθεση με τον 7 ο αιώνα, στον 6 ο αιώνα, όταν ο αποκλεισμός αυτός ήταν ήδη πλήρης, κανείς ποιητής ή καλλιτέχνης που να έζησε στη Σπάρτη δεν είναι γνωστός. Η Σπάρτη που πριν είχε παρουσιάσει δημιουργική δραστηριότητα και στο καλλιτεχνικό τομέα-κυρίως στη ζωγραφική και την κεραμική- παύει πια να ανήκει στα κράτη με τα πολιτιστικά ενδιαφέροντα” [Wilcken].
Η στρατιωτικοποίηση του πολιτεύματος επέβαλλε ένα τρόπο ζωής που έκανε μη ανεκτή την επαφή με τους ξένους. Αυτό εξηγεί και την άκομψη συμπεριφορά των αρχόντων της έναντι του Κίμωνα που έσπευσε προς βοήθεια κατά τον Γ’ Μεσσηνιακό Πόλεμο.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Το σαμποτάζ της Δαμάστας


Ο Λοχαγός Bill Stanley Moss στην Κρήτη
Το σαμποτάζ της Δαμάστας (Damasta Sabotage), έτσι έμεινε γνωστό  στην ιστορία, ήταν μια ανταρτική ενέργεια  που έγινε από την κρητική αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών, τον Αύγουστο του 1944.
Η σχεδίαση και η οργάνωση έγινε με τη βοήθεια ενός Βρετανού αξιωματικού, του Λοχαγού Bill Stanley Moss της Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων, γνωστής σαν SOE, (Special Operations Executive). Ο Μος που είχε συμμετάσχει και στην απαγωγή του στρατηγού Κράιπε, δεν είχε έλθει μόνος του από τη Μ. Ανατολή. Τον συνόδευαν και 2 Κρητικοί κομάντος, που είχαν εκπαιδευτεί μαζί με τους Βρετανούς.
Στην ουσία ήταν μια ενεδρευτική προσβολή γερμανικών τμημάτων που συνέβη κοντά στο χωριό Δαμάστα. Ας πούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους. 
Στις 7 Αυγούστου του '44, οι Γερμανοί, όπως το συνήθιζαν τότε, βγήκαν παγανιά στα χωριά θέλοντας να "επιστρατεύσουν" χωρικούς για καταναγκαστικές εργασίες. Ήταν ένας Γερμανός υπαξιωματικός ονόματι Γιόζεφ Ολενχάουερ, που οι ντόπιοι του είχαν δώσει το υποκοριστικό "Σήφης", ο οποίος  είχε σαν έδρα το στρατόπεδο του Γενί Γκαβέ (σημερινή ονομασία  Δροσιά) και εκείνη την ημέρα αποφάσισε με 10 άνδρες του, ν' ανέβει στ' Ανώγεια για να ψάξει για εργάτες. Κακή ιδέα, όπως αποδείχτηκε αργότερα.
Βρήκε κάποιους και με τη βία προσπάθησε να τους πάρει μαζί του. Εκείνοι αντιστάθηκαν και τότε άρχισε ο καβγάς. Με τη δύναμη των όπλων πήρε 50 ομήρους. Αλλά αυτή ήταν και η τελευταία του ενέργεια. Αντάρτες που είχαν στο μεταξύ ειδοποιηθεί έφτασαν και γρήγορα ξεκίνησε και τελείωσε μια μάχη που άφησε όλους τους Γερμανούς νεκρούς και τους ομήρους ελεύθερους.
Όλοι κατάλαβαν ότι τ' αντίποινα πλησιάζουν. Την επόμενη ημέρα, τμήμα  ανταρτών οργανωμένο από τον Εγγλέζο και έχοντας μαζί τους και ...έξι Ρώσους αιχμαλώτους που το είχαν σκάσει από τους Γερμανούς, (πώς  βρέθηκαν εκεί άραγε;), έστησαν ενέδρα σε σημείο του δρόμου που συνδέει το Ρέθυμνο με το Ηράκλειο κοντά σε μια γέφυρα της Δαμάστας, ένα χιλιόμετρο δυτικά του χωριού, που στένευε ο δρόμος. 
Οι αντάρτες τοποθέτησαν παγιδεύσεις, χρησιμοποιώντας  αντιαρματικές νάρκες τύπου Hawkins. Εκείνη την ημέρα υπήρξε μεγάλη επιτυχία. Μόλις η γερμανική φάλαγγα αυτοκινήτων έφτασε στο χώρο της ενέδρας , το πρώτο αυτοκίνητο έπεσε επάνω σε νάρκη, και ακολούθησε καταιγισμός πυρών και εκρήξεων. Η γερμανική δύναμη των 50 περίπου ανδρών εξουδετερώθηκε πλήρως. Από την μεριά των ανταρτών, σκοτώθηκε ένας Ρώσος μαχητής, και τραυματίσθηκε ένας αντάρτης, ο Μανώλης Σπιθούρης
Η όλη ενέργεια αργότερα αμφισβητήθηκε ως προς την σκοπιμότητά της, δεδομένου ότι επέφερε την πλήρη καταστροφή των Ανωγείων.  Υπάρχουν διαφορετικές, διιστάμενες απόψεις. Τότε όμως αυτό που προείχε ήταν να χτυπηθούν οι κατακτητές. Το αποτέλεσμα της φονικής προσβολής κατά του γερμανικού τμήματος, ήταν η έκδοση της περιβόητης διαταγής του τότε Γερμανού διοικητή της Κρήτης, στρατηγού Μύλλερ, για την πλήρη καταστροφή των Ανωγείων.
Η ανακοίνωση με καθαρά στρατιωτικό ύφος, έμοιαζε σαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών 
"ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΟΥ ΝΗΣΟΥ ΚΡΗΤΗΣ"

Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι το κέντρο της αγγλικής κατασκοπείας, 
Επειδή οι κάτοικοι των Ανωγείων διέπραξαν τον φόνο του επιλοχία  διοικητού του φυλακίου Γενί Γκαβέ
Επειδή οι κάτοικοι των Ανωγείων διέπραξαν το σαμποτάζ της Δαμάστας,
Επειδή οι αντάρτες κάθε προέλευσης, βρίσκουν καταφύγιο και προστασία στα Ανώγεια
Επειδή μέσω Ανωγείων διεπράχθη η απαγωγή του στρατηγού  Φον Κράιπε

ΔΙΑΤΑΣΣΟΜΕΝ

Την πλήρη καταστροφή της πόλης και την εκτέλεση οιουδήποτε άρρενος κατοίκου που θα τύχει να βρεθεί μέσα στην πόλη και γύρω απ' αυτήν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.

Χανιά, 13 Αυγούστου 1944
   Στρατηγός Διοικητής  
Φρίντριχ Βίλχελμ Μύλλερ    
Έτσι  το χωριό "ξυρίστηκε" από το έδαφος και 50 κάτοικοι που βρέθηκαν εκεί δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς. Στις 21 Αυγούστου, οι Γερμανοί έπιασαν και 30 άντρες από τη Δαμάστα και τους εκτέλεσαν με την κατηγορία της συμμετοχής του χωριού στο σαμποτάζ, αφού δεν ειδοποίησαν τις κατοχικές αρχές για την ενέργεια των ανταρτών, αν και  την εγνώριζαν από νωρίτερα.
Ο Μύλλερ καταδικάστηκε σε θάνατο τον Δεκέμβριο του 1946 σαν εγκληματίας πολέμου για αυτή του την πράξη αλλά και για άλλες, κατά την διάρκεια του πολέμου. Εκτελέσθηκε "δια τυφεκισμού" από στρατιωτικό απόσπασμα  τον Μάιο του 1947. Του δόθηκε αρκετός χρόνος για να σκεφτεί τι είχε κάνει.


Πηγή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...