₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο φερόμενος με τον επίσημο τίτλο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, (γνωστότερος εκ των αρχικών ως ΙΔΕΑ), ήταν μία μυστική παραστρατιωτική συνωμοτική οργάνωση εθνικοφρόνων αντικομμουνιστών αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, η οποία αναμίχθηκε στα πολιτικά πράγματα της χώρας, ειδικότερα μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, με σκοπό την αντιμετώπιση "τυχόν επαπειλούμενου κομουνιστικού κινδύνου". Αποκορύφωμα της παρέμβασής του ήταν όταν, το 1951, αποπειράθηκε να καταλάβει την εξουσία δια των όπλων, ώστε να την παραδώσει στον Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, που θεωρούταν τότε αρχηγός της, αμέσως μετά την δήλωση της παραίτησή του από το στράτευμα. Ο Αρχιστράτηγος έκπληκτος τότε, όπως δηλώθηκε, από την αιφνίδια αυτή δράση του ΙΔΕΑ, κάλεσε τους αξιωματικούς που συμμετείχαν να αποσυρθούν στις μονάδες τους και στα κυρίως καθήκοντά τους, οδηγώντας έτσι το κίνημα σε καταστολή.
Παρά ταύτα και ενώ τότε ο ΙΔΕΑ θεωρήθηκε επίσημα πλέον συνωμοτική οργάνωση κατά της Δημοκρατίας, οι συμμετέχοντες συνωμότες σ΄ αυτή έλαβαν αμνηστία. Έτσι η οργάνωση, σε αντίθεση με την "ελαφρά" αντίληψη των τότε πολιτικών, δεν εξαρθρώθηκε, αλλά παρέμεινε να υφίσταται με εναλλασσόμενους ως αρχηγούς της τον Σ. Γκίκα, τον Πατίλη κ.ά. συνδεόμενη πλέον άμεσα με το παρακράτος που άρχισε ν΄ αναπτύσσεται και να γιγαντώνεται ειδικότερα μετά τις εκλογές του 1958.

Ίδρυση

Το σπέρμα της οργάνωσης του ΙΔΕΑ ως αντίληψη εντοπίζεται κατά τον Β' Π.Π., στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα λίγο μετά την ίδρυση του στρατιωτικού συνδέσμου ΕΝΑ (Ένωση Νέων Αξιωματικών) που συγκροτήθηκε από μια ομάδα κατωτέρων στελεχών του ελληνικού στρατού, με σαφείς αντικομουνιστικούς σκοπούς, στη Διοίκηση των εκεί Σχολών ΓΚΕΣ (Γενικό Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικών) τον Αύγουστο του 1943. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν τότε κι άλλες παρόμοιες αντικομουνιστικές οργανώσεις όπως ο ΣΑΝ (Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων), ο ΔΕΑ κ.ά που όμως δεν ευδοκίμησαν. Οι μικρότερες ομάδες δημιουργήθηκαν με βάση το έτος αποφοίτησης από τη Σχολή Ευελπίδων. Παρά ταύτα όλες μαζί αυτές οι ομάδες έπαιξαν ένα έντονο διχαστικό και διαλυτικό ρόλο φθάνοντας στο σημείο ν΄ απαιτούν και την αλλαγή της κυβέρνησης επιδεικνύοντας μια ανεπίτρεπτη απείθεια. Συνέπεια αυτών ήταν να συλληφθούν οι πρωταίτιοι να καταδικαστούν κάποιοι εις θάνατο πλην όμως ακολούθησε η αμνηστία τους.
Για την ιστορική ακρίβεια θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω κατώτεροι αξιωματικοί είχαν "γαλουχηθεί" σ΄ ένα ακραίο εθνικό μεταξικό περιβάλλον όπου αυτό στη Μέση Ανατολή είχε πλέον αλλάξει με συνέπεια ν΄ αντιδράσουν ευαγγελιζόμενοι την επαναφορά του. Από την άλλη πλευρά οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν μεταφέρει τα πολιτικά τους πάθη διακρινόμενοι σε "μεταξικοί" - "αντιμεταξικοί" (δημοκρατικοί) προσπαθώντας με αυτά να επιβληθούν των άλλων. Δυστυχώς η αμνηστία που δόθηκε στο τέλος για την εγκατάλειψη αυτών των φαιδρών ιδεολογημάτων εν καιρώ πολέμου αποδείχθηκε όχι και τόσο αποτελεσματική.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας επανερχόμενοι όλοι οι παραπάνω αξιωματικοί και διαβλέποντας από τις συνθήκες που επικρατούσαν τα σύννεφα του εμφυλίου αποφάσισαν να κινηθούν περισσότερο αποτελεσματικά. Έτσι ιδρύθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1944 στην Αθήνα[1] από ένα εκπρόσωπο της «ΕΝΑ» (Ένωση Νέων Αξιωματικών) και έξι αντιπροσώπους της «Τρίαινας», που ήταν αντικομμουνιστικές[εκκρεμεί παραπομπή] και φιλοβασιλικές[εκκρεμεί παραπομπή] οργανώσεις που είχαν ιδρυθεί από αξιωματικούς μονάδων του Ελληνικού Στρατού στη Μέση Ανατολή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σκοπός

Σκοπός του ΙΔΕΑ ήταν η πλήρης διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος και η εγκαθίδρυση και αναπαραγωγή του στρατιωτικού μηχανισμού στην οργάνωση του αστικού μεταπολεμικού κράτους στην Ελλάδα ή, σύμφωνα με την ορολογία απόρρητου εσωτερικού εγγράφου του ίδιου του ΙΔΕΑ, η «δικτατορία του ΙΔΕΑ»[2]. Η αντίληψη και ουσιαστική θέση του ΙΔΕΑ ήταν η ταύτιση του στρατού με το έθνος και η πλήρης ανεξαρτησία του από την πολιτική εξουσία. Ουσιαστικός θεσμός έκφρασης των εθνικών συμφερόντων θα ήταν ο ίδιος ο ΙΔΕΑ, ενώ πουθενά στις θέσεις του ΙΔΕΑ δεν αναφέρεται η μοναρχία.

Πολιτική αποδοχή

Από το 1947 είχαν αρχίσει απροκάλυπτες παρεμβάσεις του ΙΔΕΑ στην πολιτική ζωή με επισκέψεις σε πολιτικούς και υπαγόρευση των θέσεών του[2].

Οργάνωση

Ο ΙΔΕΑ ήταν οργανωμένος κατά το φασιστικό πρότυπο και τα όργανά του ονομάζονταν «δέσμες».

Το κίνημα του ΙΔΕΑ

Το βράδυ της 30ης προς 31η Μαΐου 1951, μόλις έγινε γνωστή η απόφαση του Αλέξανδρου Παπάγου να παραιτηθεί από την Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων, ηγετικά στελέχη του ΙΔΕΑ κατέλαβαν τα γραφεία του ΓΕΕΘΑ και του ΓΕΣ στα Παλαιά Ανάκτορα. Ταυτόχρονα έμπιστοι συνεργάτες τους κατέλαβαν κρίσιμες εγκαταστάσεις στο κέντρο της Άθήνας. Ο Αλέξανδρος Παπάγος πληροφορήθηκε έκπληκτος το κίνημα και νωρίς το πρωί της 31 Μαΐου κατέβηκε από το σπίτι του στην Εκάλη στα Παλαιά Ανάκτορα, διέταξε κάποιες μονάδες να επιστρέψουν στα στρατόπεδά τους και όχι μόνο επέπληξε του κινηματίες που είχαν προχωρήσει στο κίνημα χωρίς την άδειά του, αλλά αργότερα μετά τη σύλληψη και καταδίκη τους από την κυβέρνηση Πλαστήρα υπερασπίστηκε την αμνηστία τους την οποία και πέτυχε, όταν ο ίδιος ανέλαβε αργότερα την πρωθυπουργία, τους επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία.

Αίτια της κρίσης

O Παπάγος ήταν ενοχλημένος από τις επιθέσεις που δεχόταν από συμβούλους και μέλη της βασιλικής οικογένειας, που ήταν ενάντια στην κάθοδό του στη πολιτική. Σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα «Ελευθερία», στις 25 Μαρτίου 1951, ο Βασιλιάς Παύλος διακήρυξε την προσήλωσή του στους δημοκρατικούς θεσμούς και επετέθη κατά της λύσης Παπάγου, επικρίνοντας έμμεσα αλλά φανερά τον στρατάρχη για την απόφασή του ν' αναμιχθεί με την πολιτκή. Εκμεταλλευόμενη η κυβέρνηση την ανοιχτή πια διαμάχη μεταξύ βασιλιά και Παπάγου, ανακοίνωσε στις 2 Μαΐου 1951 την απόφασή της να προκηρύξει εκλογές[3].
Ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο το πρωί της 30 Μαΐου, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στην ανακοίνωσή του ο Βενιζέλος υπαινίχθηκε πως η παραίτηση του Παπάγου ήταν αντίθετη με τις επιθυμίες του βασιλιά και της κυβέρνησης, επιβεβαιώνοντας έτσι ό,τι ήταν πάγκοινα γνωστό. Ο βασιλιάς Παύλος, επικαλούμενος εξαπάτηση του Θρόνου με τη διαβεβαίωση του στρατάρχη να μην πολιτευτεί, διέταξε τον αρχηγό Γ.Ε.Σ., στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο να συλλάβει τον Παπάγο, αλλά η εντολή δεν εκτελέστηκε.

Συνέπειες

Η κυβέρνηση προσπάθησε να συγκαλύψει το επεισόδιο. Το επίσημο ανακοινωθέν απλώς ανέφερε πως «λόγω πληροφοριών περί ενδεχομένης αποπείρας διασαλεύσεως της τάξεως υπό αναρχικών στοιχείων, ελήφθησαν την πρωίαν σήμερον ορισμένα στρατιωτικά μέτρα, τα οποία ήρθησαν ευθύς ως εξέλιπον οι λόγοι». Αργότερα, από τη προανάκριση προέκυψε πως η έκταση του κινήματος ήταν αρκετά σοβαρή, και πως το κίνημα είχε επιχειρηθεί στο όνομα του Παπάγου. Το κίνημα απέτυχε χάρη στην άρνηση της Μεραρχίας Τεθωρακισμένων να προσχωρήσει στη συνωμοσία[4].
Η αποτυχία του κινήματος είχε σαν αποτέλεσμα μια ομάδα σκληρών ακραίων αξιωματικών της οργάνωσης ΙΔΕΑ να χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς τους ανωτέρους τους, επειδή δεν τόλμησαν να φέρουν σε πέρας το κίνημα και υπέκυψαν στις πιέσεις των ανακτόρων και του Παπάγου.
Ο Βασιλιάς Παύλος, όπως και ο Σοφοκλής Βενιζέλος, πίστευαν ότι οι εμπλεκόμενοι έπρεπε να τιμωρηθούν.
Oι αξιωματικοί που είχαν ηγηθεί της απόπειρας απομακρύνθηκαν από το στρατό αλλά τους δόθηκε αμνηστία. Το ΑΣΣ (Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο) αποφάσισε και πήρε σκληρά μέτρα εναντίον του ΙΔΕΑ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που δημοσιεύτηκαν [5]. Η πλευρά των υπερασπιστών του ΙΔΕΑ επικεντρωνόταν στο γεγονός ότι το ο εμπνευστής του κινήματος της 30 Μαΐου, o ταξίαρχος Χρηστέας, ήταν σε πολεμική διαθεσίμοτητα ως ανάπηρος πολέμου. Το ίδιο και ο συνταγματάρχης Καραμπότσος, ενώ ο έτερος των πρωταιτίων είχε χάσει τον αδελφό του στον πόλεμο (Κουρούκλης). Αυτό τεκμηριώνεται από τις ανακρίσεις και τα στρατιωτικά μητρώα των πρωταιτίων.
Στη συνεδρίασή του, το ΑΣΣ με συντριπτική πλειοψηφία (16 θετικές, 1 λευκή και 1 αρνητική ψήφο), ζήτησε να μην ψηφίσει ο στρατός στις επόμενες εκλογές, διότι, κατά τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Θρασύβουλο Τσακαλώτο, υπήρχε κίνδυνος να επηρεαστεί το ελεύθερο πολιτικό φρόνημα των στρατιωτών από τους αξιωματικούς. Τα πρακτικά αυτών των σημαντικών αποφάσεων του ΑΣΣ διέρρευσαν στον τύπο από κύκλους εναντιούμενους στον Παπάγο. Οι εφημερίδες «Τα Νέα» και «Το Βήμα», με συνεχή δημοσιεύματα τα έτη 1951 και 1952, καλούσαν το ΑΣΣ να δείξει ανεκτικότητα έναντι του ΙΔΕΑ.[6][7].
O ΙΔΕΑ έπαψε να υφίσταται το 1951, όμως αξιωματικοί που ανήκαν σε αυτόν παλαιότερα συνέχισαν τη συνωμοτική παρακρατική τους δράση και μετά, μέχρι το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Δείτε επίσης


Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ ΤΟΥ ΠΟΡΘΗΤΗ;


ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ

Ενώ στην Τουρκία σπάει όλα τα ρεκόρ εισιτηρίων η κινηματογραφική επιτυχία, «Φατίχ 1453», η οποία όμως έχει κατηγορηθεί ακόμα και από Τούρκους ιστορικούς  για μεγάλες ιστορικές ανακρίβειες, άνοιξε για άλλη μια φορά σε δημόσια συζήτηση  το ζήτημα του τάφου του Μωάμεθ του Πορθητή και όλων των πιθανών μυστηρίων που κρύβονται εκεί και τα οποία για πολλούς αποτελούν μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας.

Σε μια σημαντική συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, στις 15 Απριλίου 2012,  ο Τούρκος συγγραφέας, Ahmet Ümit, παρουσιάζοντας το νέο του βιβλίο με τον τίτλο, «Να σκοτώσεις τον Σουλτάνο», ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην ζωή του Μωάμεθ του Πορθητή, δηλώνει ότι υπάρχει ανάγκη να ανοιχτεί επιτέλους ο τάφος του για να ερευνηθεί τι ακριβώς έγινε με τον θάνατό του.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα του έργου, «Σκοτώνοντας τον Σουλτάνο», ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατά πάσα πιθανότητα δεν πέθανε με φυσιολογικό τρόπο, αλλά δηλητηριάστηκε.




Το γεγονός αυτό για τον Ahmet Ümit έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί αν αποδειχτεί ότι έγινε έτσι, τότε, όπως υποστήριξε ο Τούρκος συγγραφέας, θα καταρρεύσει ένα μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας. Μάλιστα ο Ahmet Ümit χαρακτήρισε «ιστορικό λεκέ» τον δηλητηριασμό του Φατίχ και δεν δίστασε να ζητήσει ακόμα και ιστολογική εξέταση για να εξακριβωθεί η πραγματική αιτία θανάτου του.

Να σημειωθεί ότι ο τάφος του Μωάμεθ του Πορθητή κρατείται ερμητικά κλειστός καθώς στο παρελθόν είχαν κυκλοφορήσει έντονες φήμες ότι αν ανοιχτεί θα αποκαλυφτεί ότι ο Φατίχ, τουλάχιστον στο τέλος της ζωής του, είχε ασπαστεί ο την Ορθοδοξία  και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο τον είχαν δηλητηριάσει.

Ο πρώτος που μίλησε αποκαλυπτικά για το θέμα αυτό  ήταν  ένας μεγάλος Τούρκος πολιτικός και ποιητής, ο Γιαχία Κεμάλ Μπεγιατλί και το γεγονός αυτό  αναφέρει ο Τούρκος συγγραφέας, Ρεσάτ Εκρέμ Κότσού στο βιβλίο του, «Οθωμανοί ηγεμόνες»,.

Η απαγορευμένη αυτή μαρτυρία είναι άκρως αποκαλυπτική για την πραγματική θρησκευτική ταυτότητα του μεγάλου Φατίχ των Οθωμανών, του Μωάμεθ του Πορθητή. Γράφει λοιπόν το βιβλίο:

«Την εποχή του Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄, στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε σπάσει ένας μεγάλος αγωγός νερού στη συνοικία του μεγάλου τεμένους  του Πορθητού, το Φατίχ.

Το Φατίχ είχε οικοδομηθεί μεταξύ των ετών 1463 και 1470, πάνω στα ερείπια της κατεδαφισμένης από τους Οθωμανούς εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, κάτω από την οποία βρίσκονται θαμμένοι πολλοί βυζαντινοί βασιλείς. Στην εκκλησία αυτή ο Γεννάδιος είχε εγκαταστήσει το Πατριαρχείο κατόπιν άδειας του Μωάμεθ μετά την άλωση.

Το 1454 ο Πατριάρχης εγκατέλειψε οικιοθελώς την εκκλησία, επειδή μέσα σε αυτή είχε βρεθεί το πτώμα ενός Τούρκου και φοβήθηκε μήπως κατηγορηθούν οι Έλληνες για το έγκλημα. Την κατασκευή του τζαμιού είχε αναλάβει ο Έλληνας αρχιτέκτονας, Χριστόδουλος, που φρόντισε όμως να διατηρήσει τα θεμέλια της κατεδαφισμένης εκκλησίας. 

Κατά την επισκευή όμως του χαλασμένου αγωγού, ο Αμπντούλ Χαμίτ έδωσε εντολή να ανοιχτεί ο τάφος του Μωάμεθ που βρίσκονταν δίπλα στο τζαμί, για να διαπιστωθούν τυχόν ζημιές και να επισκευαστούν. 

Ο τάφος λοιπόν ανοίχτηκε και σε βάθος τριών μέτρων βρέθηκε μια σιδερένια καταπακτή από όπου μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα της βυζαντινής εκκλησίας.

Εκεί βρέθηκε ο μαρμάρινος τάφος που βρίσκονταν το ταριχευμένο πτώμα του Μωάμεθ, ολόιδιο με το πορτρέτο που είχε φιλοτεχνήσει ο Ιταλός ζωγράφος Μπελίνι, πέντε μήνες πριν από τον θάνατο του Πορθητή.

Το γεγονός αυτό και μόνο για πολλούς αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Μωάμεθ θέλησε να ταφεί σαν χριστιανός και βυζαντινός βασιλιάς, εν μέσω των άλλων βυζαντινών αυτοκρατόρων».

Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, που για λόγους πολιτικούς την εποχή εκείνη είχε εγκαταλείψει το μπεκτασισμό, (δηλαδή το αιρετικό Ισλάμ), τον οποίο ακολουθούσε και ασπάστηκε τον σουνιτισμό, δηλαδή το ορθόδοξο Ισλάμ, κυριεύτηκε από πανικό και έδωσε εντολή να σφραγιστεί αμέσως ο τάφος του Μωάμεθ.

Τα παραπάνω συνέβησαν πριν από το 1908 και έκτοτε ο τάφος του Μωάμεθ δεν ξανάνοιξε.

Γι’ αυτό και σήμερα είναι αδύνατο να αποδειχτεί αυτή η μαρτυρία του Μπεγιατλί. Αποτελεί όμως μαρτυρία επιφανούς Τούρκου, η οποία δεν εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες και δεν είχε λόγους να παρουσιάζει τον Μωάμεθ Χριστιανό.

Σήμερα το μέρος εκείνο είναι απαγορευμένο και δεν επιτρέπεται σε κανένα, είτε αρχαιολόγο είτε θρησκευτικό αρχηγό να το πλησιάσει, επιτείνοντας έτσι το μυστήριο για τους βυζαντινούς βασιλικούς τάφους αλλά και για τους τάφους των σουλτάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Είναι γεγονός ότι παρόμοιες με αυτήν  μαρτυρίες έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς στην Τουρκία, αλλά χωρίς να δοθούν για ευνόητους λόγους μεγάλη έκταση. Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι στις 19 Δεκεμβρίου 1996, το εβδομαδιαίο περιοδικό, μεγάλης κυκλοφορίας, στην Τουρκία, «Ακτουέλ», του συγκροτήματος της γνωστής εφημερίδας, «Σαμπάχ», είχε κυκλοφορήσει με τον εξής εντυπωσιακό τίτλο: «Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;» και από κάτω είχε τον υπότιτλο:  «Οι ιστορικοί δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να λύσουν αυτό το μυστήριο, 540 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Φατίχ».

enromiosini.gr

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ


α) Γενικά
Από τον Ελληνισμό της Ανατολής, μόνον οι Έλληνες του Πόντου οργανώθηκαν δυναμικά και ανέπτυξαν αντάρτικη δράση εναντίον των εγκλημάτων της τουρκικής θηριωδίας και των μαζικών εκτοπισμών που επέβαλαν οι αρχές στους ελληνικούς πληθυσμούς. Είναι προφανές ότι πρόφαση των εν λόγω μαζικών εκτοπισμών ήταν η λήψη προληπτικών στρατιωτικών μέτρων, δεδομένου ότι η Τουρκία συμμετείχε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) ως σύμμαχος της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας και αντίπαλος της Ελλάδας. Πραγματικός, όμως, στόχος αυτών των «μέτρων ήταν η μαζική εξόντωση των Ελλήνων.
Αυτό, βέβαια, ισχύει για όλο τον Ελληνισμό της Ανατολής (Αν. Θράκη, Μ. Ασία, Πόντος). Ωστόσο, ο Πόντος έχει μια ιδιαιτερότητα: Από τη μια η μεγάλη απόσταση από το κέντρο και η θέση του στα βάθη της Ανατολής, και, από την άλλη, το γεγονός ότι, στην Κεμαλική περίοδο (1919-1923) ήταν ακάλυπτος από οποιαδήποτε δυτική ή ελληνική προστασία, αλλά και έκθετος στη μανία και στις ανεξέλεγκτες ληστρικές επιδρομές του Κεμάλ και του Τοπάλ Οσμάν, είχε ως αποτέλεσμα να έχει τη «μερίδα του λέοντος» στους εκτοπισμούς, στους διωγμούς και στη γενοκτονία.
Γι' αυτό, ακριβώς, αναπτύσσεται στον Πόντο το Αντάρτικο ως δύναμη αυτοάμυνας και αυτοπροστασίας του Ελληνισμού της περιοχής. Εξάλλου, το γεγονός ότι τα αντάρτικα σώματα πρωτοεμφανίζονται το 1914, με την έναρξη του πολέμου, οφείλεται στο ότι οι ανάγκες για αυτοάμυνα και αυτοπροστασία γίνονται πολύ πιο πιεστικές αυτή την περίοδο.
Έτσι, αν θελήσουμε να εντοπίσουμε τα αίτια του Αντάρτικου στον Πόντο, θα βρούμε ότι οι ρίζες και το ξεκίνημά του δένονται με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που επέβαλε, πέρα από τις άλλες ανώμαλες καταστάσεις, τη γενική επιστράτευση στον ανδρικό πληθυσμό ηλικίας 20-60 ετών.
Οι συνέπειες αυτής της επιστράτευσης παρουσιάζουν μια αισθητή κλιμάκωση:
  • μέχρι το 1918 η γενική επιστράτευση επιβάλλει: 1) την αναγκαστική απομάκρυνση των στρατευσίμων, 2) τη δημιουργία των εργατικών ταγμάτων (αμελέ ταμπουρού), όπου κατά εκατοντάδες εξοντώνονται οι Έλληνες στρατιώτες κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες, 3) επιτάξεις σπιτιών και καταστημάτων για τις ανάγκες του πολέμου, 4) βιαιοπραγίες εναντίον αμάχων, γερόντων και γυναικοπαίδων, 5) εξαναγκασμούς σε αγγαρείες, 6) καταλήψεις σπιτιών και περιουσιών από Μουσουλμάνους πρόσφυγες (από χώρες της Βαλκανικής), 7) μαζικούς εκτοπισμούς στο εξωτερικό, 8) διακοπή των συγκοινωνιών με τη Ρωσία, η οποία ήταν η ανάσα του Πόντου.
Αλλά και πριν από το 1914 έχουμε τα πρώτα άτυπα αντάρτικα σώματα, ιδιαίτερα στο δυτικό Πόντο. Στο διάστημα 1912-1914 τα ελληνικά χωριά της περιοχής Σαμψούντας γέμισαν από Τούρκους πρόσφυγες, από χώρες της Βαλκανικής, οι οποίοι ζητούσαν να εγκατασταθούν εκεί. Αποτέλεσμα, η αντάρτικη αντίδραση των Ελλήνων της περιοχής, με τις οδηγίες του Καραβαγγέλη, για να ματαιωθεί αυτή η εγκατάσταση.
  • Μετά το 1918:
Οι επιπτώσεις αυτές γίνονται πολύ πιο δυσμενείς και εξοντωτικές.
Ιδιαίτερα μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (2 Μαΐου 1919), η μανία των Τούρκων να εκδικηθούν τους Έλληνες συμμάχους της Αντάντ αλλά και η αρχική αδυναμία τους να σταματήσουν τη νικηφόρα προέλασή τους στα ενδότερα της Μ. Ασίας, οδήγησαν την περιοχή του Πόντου στη χειρότερη μοίρα και διαμόρφωσαν τις πιο απάνθρωπες συνθήκες γενοκτονίας. Ο Πόντος είναι πια έρμαιο στις ανεξέλεγκτες ληστρικές συμμορίες του Τοπάλ Οσμάν.
Αυτές, ακριβώς, οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την έναρξη και σ' όλο το διάστημα του πολέμου (1914-1918), επέβαλαν και την ανάγκη ανάπτυξης του Αντάρτικου στον Πόντο, ως καταφύγιου λύτρωσης και ως αντιδύναμης σωτηρίας.
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τα Αντάρτικα αποτελούν την κορυφαία αμυντική αντιδύναμη και δράση των Ελλήνων του Πόντου.
Συγκεκριμένα, η αντίδραση κατά της γενικής επιστράτευσης αρχίζει με τη νόμιμη εξαγορά της στράτευσης από τους έχοντες και τους ευπόρους. Στη συνέχεια, όταν το μέτρο αυτό καταργείται, περνά στην αθέμιτη αποφυγή της στράτευσης (φυγόστρατοι, απόκρυψη σ' όλο το διάστημα του πολέμου), για να προχωρήσει κατόπιν στη λιποταξία. Από τους λιποτάκτες άλλοι καταφεύγουν στην Ελλάδα, άλλοι στη Ρωσία και άλλοι συγκροτούν ή επανδρώνουν τις αντάρτικες ομάδες, στις οποίες, εννοείται εντάσσονται οι οποιοιδήποτε φυγόστρατοι και καταδιωκόμενοι, ακόμη και μουσουλμάνοι, αντικεμαλικοί, ιδιαίτερα οι Κιρκάσιοι και οι Κούρδοι. Πάντως, ο συστηματικός αντάρτικος αγώνας αρχίζει το 1914, οπότε η Τραπεζούντα καταλαμβάνεται από τους Ρώσους. Από κει και πέρα τα αντάρτικα σώματα του Πόντου ενισχύονται σημαντικά από τις ρωσικές δυνάμεις του Αν. Πόντου σε όπλα, μεταφορικά μέσα, κτλ.
Στόχοι δημιουργίας του Αντάρτικου
Ανάλογα με τις επιπτώσεις της γενικής επιστράτευσης και της επίσημης γενοκτονικής πολιτικής της Τουρκίας, διαμορφώνονται και οι στόχοι δημιουργίας του Αντάρτικου.
  • Για την περίοδο 1914-1918
1) Αυτοπροστασία φυγόστρατων, λιποτακτών, καταδιωκόμενων.
2) Προστασία χωριών και άμαχου πληθυσμού.
3) Εκδίκηση - τιμωρία Τούρκων για τα εγκλήματα που διέπρατταν.
  • Για το διάστημα 1919-1923
Στόχος, κατεξοχήν εθνικός. Μετά τη Συνθήκη της Ανακωχής (Ο­κτ. 1918) και, ιδιαίτερα, μετά την απόβαση στη Σμύρνη (Μάιος 1919), όλοι οι παράγοντες του Πόντου (Πολιτικοί, Εκκλησία, Αντάρτικα), αλλά και ο οργανωμένος Ελληνισμός της Ν. Ρωσίας και του Καυκάσου, δραστηριοποιούνται και κατευθύνουν τις ενέργειές τους προς το όραμα της Δημοκρατίας του Πόντου. Μετά το Παμποντιακό Συνέδριο της Μασσαλίας (Ιαν. 1918), όλοι κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Επομένως και τα Αντάρτικα του Πόντου κινούνται, από δω και πέρα, πάνω σ' αυτή τη γραμμή. Αποτελούν, μάλιστα, την ένοπλη δυναμική και προπαρασκευή για τον υψηλό αυτό εθνικό στόχο, την ένοπλη συστράτευση, παράλληλα με τις οργανωμένες πολιτικές κινητοποιήσεις. Θυμίζουμε ότι στις 25 Μαρτίου 1919 συγκροτείται το πρώτο Εθνικό Συμβούλιο, η πρώτη άτυπη κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Πόντου.

β) Ιδιαίτεροι λόγοι που ευνόησαν την ανάπτυξη και επέκταση του Αντάρτικου
  • Στο δυτικό Πόντο
Ο δυτικός Πόντος έχει υποστεί το σκληρότερο διωγμό. Θυμίζουμε ότι από την Αμισό (Σαμψούντα) έχουν πραγματοποιηθεί εννέα (9) αποστολές μαζικών εκτοπισμών, άλλες τόσες από την Πάφρα, και έξι από το Αλατσάμ. Εξάλλου, η περιοχή της Αμάσειας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Από ένα σύνολο 183.000 κατ., οι νεκροί ανέρχονται σε 134.078 άτομα, ποσοστό 73%. Η κατάσταση αυτή επέβαλε την ένοπλη αντίσταση και την αντάρτικη αντίδραση ως άμεση και επιτακτική ανάγκη. Σπουδαιότερα κέντρα αντίστασης: Αμισός, Πάφρα, Οινόη, Θέρμη (Τέρμε), Αμάσεια, Ορντού, Γάγγρα κ.ά.
  • Στον ανατολικό Πόντο
Στον ανατολικό Πόντο η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη στην περιοχή της Σάντας, με τα εφτά χωριά της. Η δημιουργία των αντάρτικων σωμάτων προέκυψε από την ανάγκη προστασίας αυτών των χωριών, που τα απειλούσαν και τα εποφθαλμιούσαν τα γειτονικά τουρκικά χωριά.

γ) Σπουδαιότερες μάχες στο Δυτ. Πόντο
1) 16/11/1916, όρος Αγιού τεπέ: Ύστερα από σύγκρουση των ανταρτών του Παντέλ Αγά με χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες, σκοτώθηκαν 119 στρατιώτες και 8 αξιωματικοί και σώθηκαν χιλιάδες γυναικόπαιδα που συνόδευαν το αντάρτικο σώμα.
2) Το «Αρκάδι του Πόντου»: Τέλη του 1917, στο σπήλαιο της Παναγίας (νότια της Πάφρας), έχομε το ολοκαύτωμα των υπερασπιστών αυτού του σπηλαίου για την αποτροπή της ομαδικής ατίμωσης των γυναικών. Το «Αρκάδι» της Κρήτης (1866) έχει τη συνέχειά του στον Πόντο, πενήντα, περίπου, χρόνια αργότερα.

3) 7/7/1921: Ο αντάρτης Ιστύλ Αγάς σώζει 6.000 γυναικόπαιδα από τα στίφη του Τοπάλ Οσμάν.
4) 1921-1922: Οι μάχες είναι συνεχείς.
Αρχηγοί αντάρτικων ομάδων του δυτικού Πόντου.
1) Βασίλ Αγάς, 2) Αντών Πασά με τη σύζυγό του Πελαγία, 3) Κοτσά Αναστάς (ο Κολοκοτρώνης του Πόντου), 4) Ιστύλ Αγάς, 5) Ιπποκράτης, 6) Νικολούν Αναστάς, 7) Ταστσόγλου Σάββας, 8) Ασλανίδης Σάββας, 9) Μεγαλομύσταξ Γεώργιος, 10) Τσακίρης Γεώργιος, 11) Μανουσάρτς, 12) Καρά Ηλίας, 13) Αλέκος Τερλόγου, 14) Νικόλας, 15) Αντώνιος, 16) Σωκράτης, 17) Αντόν', 18) Καλλίνικος, 19) Πιτς Βασίλ κ.ά. Με το τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου (1922) οι εν λόγω αρχηγοί κατέφυγαν στη Ν. Ρωσία και στον Καύκασο.
Οι πρώτοι αντάρτες προέρχονταν από τα Τάγματα Εργασίας
(Αμελέ Ταμπουρού)
Ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, στα Απομνημονεύματά του για τον Πόντο αναφέρει τα εξής για τη δημιουργία του αντάρτικου:
Η βίαιη ένταξη στα «Τάγματα Εργασίας» (Αμελέ Ταμπουρού) έγινε αφορμή να γεννηθούν τ' ανταρτικά σώματα των Ποντίων. Πολλοί άνθρωποι αντιδρώντας και ζητώντας να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο δραπέτευσαν απ' τα εργατικά τάγματα και κατέφευγαν στα βουνά, όπου ζούσαν κατά μικρές ομάδες που συχνά κατέβαιναν ως τα χωριά τους. Εφοδιάστηκαν σιγά-σιγά με όπλα και πολεμοφόδια και έτσι μπορούσαν τώρα ν' αποκρούουν τις επιθέσεις των Τούρκων. Τους φυγόστρατους εφοδίαζαν με τρόφιμα κι όπλα οι οικογένειές τους. Μ' αυτή τη δικαιολογία ο τουρκικός στρατός μπαίνοντας στα χωριά «έθυσε και απώλεσε», ενώ τα γύρω τουρκικά χωριά επωφελούμενα άρπαζαν και λεηλατούσαν τις περιουσίες των Ελλήνων και προπάντων τα ζώα.
Φυσικά οι πρώτοι αντάρτες - δραπέτες από τα αμελέ Ταπουρού ήταν εντελώς ή σχεδόν εντελώς άοπλοι με μόνα πρωτόγονα όπλα μια σκαπάνη που παίρναν μαζί τους φεύγοντας, ένα μαχαίρι, ένα τσεκούρι ή καμιά σπασμένη τούρκικη ξιφολόγχη, που τη στερέωναν όπως όπως σε μια μακριά ξύλινη σούβλα. Μα, σα φτάναν στα δικά τους χωριά, κλέβοντας ζώα απ' τους Τούρκους τα διναν στις γυναίκες τους, που τα πουλούσαν αμέσως και με τα χρήματα αυτά καθώς και μ' όσα κατόρθωναν να οικονομήσουν ληστεύοντας ταξιδιώτες και πλούσιους Τούρκους εμπόρους, αγόραζαν σύγχρονα όπλα και πολεμοφόδια απ' τους Λαζούς (είναι ίσως Έλληνες εξισλαμισθέντες, που διατηρούν όμως ως σήμερα την ελληνική γλώσσα, πολλά αρχαία ελληνικά και θρησκευτικά έθιμα, καθώς επίσης και τα επώνυμά τους και τα ονόματα των χωριών τους. Συγγενεύουν με τους καυκασιανούς λαούς και ιδίως με τους Γεωργιανούς. Η χώρα τους η Λαζική, μπορεί να ταυτιστεί με το νότιο τμήμα της αρχαίας Κολχίδας και όση σήμερα ανήκει στην Τουρκία - γιατί ένα μεγάλο μέρος πήρε η Ρωσία - αποτελεί μια από τις τέσσερις διοικήσεις του βιλαετίου της Τραπεζούντας). Έτσι συγκροτήθηκαν οι πρώτες ανταρτικές ομάδες.
Αυτές τις μικρές κι άτακτες στην αρχή ομάδες άρχισα να οργανώνω σε τακτικά κι αξιόμαχα ανταρτικά σώματα με τη μακρά πείρα που είχα αποκτήσει απ' τον αγώνα μας στη Μακεδονία. Τα σώματα αυτά γρήγορα πολλαπλασιάστηκαν. Κι αφού απέκτησαν άξιους και εμπειροπόλεμους αρχηγούς, που εγώ ο ίδιος τους έδινα το χρίσμα, εξελίχτηκαν σε πραγματικά στρατιωτικά σώματα, που είχε το καθένα υπό την προστασία του και την απόλυτη δικαιοδοσία του ένα τμήμα της επαρχίας.
(Θρεψιάδου-Μπέλλου Αντιγόνη, «Μορφές Μακεδονομάχων και τα ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», Αθήνα 1984.)
 
Το Αρκάδι του Πόντου
Στην Κρήτη, ο Κώστας Γιαμπουδάκης, τη στιγμή που οι Τούρκοι έμπαιναν στη Μονή του Αρκαδίου, πυροβολεί στην πυριτιδαποθήκη και όλοι μαζί, Έλληνες και Τούρκοι, τινάζονται στον αέρα. Έτσι γράφτηκε μια ακόμα εποποιία του Ελληνισμού. Ήταν μια ηρωική πράξη. Μια απόφαση της στιγμής ενός παλικαριού. Το ολοκαύτωμα έμεινε στην ιστορία, φωτίζοντας τον ορίζοντα της φυλής.
Το ίδιο έγινε και στο Σούλι και αλλού με τους: Σαμουήλ, Καψά­λη, Βρατσάνο, Γεωργάκη Ολύμπιο κ.ά. Αυτό όμως που έγινε στον Πόντο δεν έχει ξαναγίνει πουθενά. Να τι μας παραδίνει η ζωντανή ακόμα μέχρι τις μέρες μας παράδοση:
Οι σφαίρες των υπερασπιστών του σπηλαίου που υπεράσπιζαν οι πολεμιστές με εξακόσια και πλέον γυναικόπαιδα τελείωσαν. Άλλη λύση δεν υπήρχε παρά μόνο η παράδοση.
«Υπάρχει κι άλλη λύση», φωνάζει ο αρχηγός Καραβασίλογλου Γιώργης. «Θα παραδώσουμε τα πτώματά μας στους Τούρκους. Θα σκοτώσει ο ένας τον άλλον για να σώσουμε τα γυναικόπαιδα».
Κοιτάζονται τα παλικάρια ίσια στα μάτια. Η απόφαση είναι σκληρή, είναι απόφαση υπέρτατης θυσίας. Τη δέχονται όλοι, αφού θα σωθούν 650 περίπου γυναικόπαιδα. Δίνει το περίστροφο στον Ταγκάλ Γιώργη.
«Θα μας σκοτώσεις όλους και αφού σηκώσεις άσπρη σημαία θα σκοτωθείς και εσύ».
Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι άγριοι πολεμιστές με δάκρυα στα μάτια. Οι θρήνοι των γυναικών και τα κλάματα των παιδιών έρχονται στ' αυτιά τους σα μοιρολόγια. «Για την πίστη και την πατρίδα μας», λέει με συγκινητική και βροντερή φωνή ο αρχηγός.
Ο Ταγκάλ Γιώργης πυροβολεί. Ο πρώτος υπερασπιστής του σπηλαίου πέφτει. Ύστερα άλλος κι άλλος κι άλλος. Φτάνει στα δύο του παιδιά, σταματάει λίγο, τα κοιτάζει κατάματα, βλέπει τα θαρραλέα μάτια τους και ύστερα ρίχνει. Δεν ξέρει πια τίποτα. Δε βλέπει. Ρίχνει συνέχεια. Ύστερα σταματάει για λίγο. Αρπάζει ένα άσπρο πανί το καρφώνει στο ξίφος του και το σηκώνει ψηλά.
Οι Τούρκοι βλέποντας την άσπρη σημαία τους αλαλάζουν από τη χαρά τους.
«Γιασασίν, γιασασίν, τεσλίμ γκιαουρλάρ», ακούγονται οι ζητωκραυγές τους. Πλησιάζουν οι Τούρκοι. Να, ένας τσετές ανεβαίνει κιόλας προς το σπήλαιο. Ο Ταγκάλ Γιώργης κοιτάζει την κάννη του περιστρόφου του και ύστερα πιέζει τη σκανδάλη. Ο τελευταίος των γενναίων υπερασπιστών πέφτει μαζί με τη λευκή σημαία του. Οι άντρες, οι Έλληνες, είναι όλοι νεκροί. Για την τύχη των γυναικόπαιδων το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι έγιναν έρμαια της άγριας βουλιμίας των βαρβάρων της Ανατολής. Και το ολοκαύτωμα αυτό έμεινε στην αφάνεια και διασώθηκε μόνο στην παράδοση.
(Αχιλ. Ανθεμίδη, «Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του Ποντιακού Ελληνισμού 1912-24».)
 
1. Αποσπάσματα από το δεκάτομο έργο "Οι Αλησμόνητες Πατρίδες του Ελληνισμού", εκδόσεις Κεσόπουλος, Θεσσαλονίκη.


ΠΗΓΗ 
http://www.impantokratoros.gr/antartiko-pontou.el.aspx

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ (MAGNA GRECIA)


Με αφορμή το φιλελληνικό ρεύμα που δημιούργησαν στην Κάτω Ιταλία οι δύο Ιταλοί δήμαρχοι, Μάρκο Γκάλντι και Τζοβάνι Μοσκατιέλο, θ’ αρχίσουμε μια σειρά αποκαλυπτικών άρθρων με συγκλονιστικά ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία για την Μεγάλη Ελλάδα , ως ένα πνευματικό αφιέρωμα όχι μόνο στους Ιταλούς δημάρχους, που από χθες έγιναν πλέον σύμβολα του Οικουμενικού Ελληνισμού, αλλά και σ’ όλους τους φίλους και φίλες της Ιστοσελίδας μας!..
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ
Μεγάλη Ελλάδα και Σικελία. Αρχαία ονομασία της Νότιας ή Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, η οποία δόθηκε εξαιτίας των πολυάριθμων αποικιών (αχαϊκών, δωρικών, ιωνικών) που ιδρύθηκαν εκεί από τους Έλληνες. Δεν είναι εξακριβωμένη η προέλευση της συγκεκριμένης ονομασίας, ωστόσο δηλώνεται με αυτόν τον όρο, σε γραπτές φιλολογικές μαρτυρίες, ήδη από το 2ο αι. π.Χ., από τον ιστοριογράφο Πολύβιο. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Στράβωνας (C, 253), η επικοινωνία μεταξύ των πληθυσμών της Νότιας Ιταλίας και του Αιγαίου είχε ξεκινήσει από την μυκηναϊκή εποχή, με ανταλλαγές εμπορικών προϊόντων, ενώ δεν αποκλείεται το γεγονός να είχαν εγκατασταθεί σε αυτό το τμήμα της Ιταλίας, και κατά κύριο λόγο στα παράλια, ομάδες Μυκηναίων ήδη από το 13ο αι. π.Χ. Η Κάτω Ιταλία αποικίσθηκε από Αχαιούς της Κεντρικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου, ενώ η Σικελία από Ίωνες και Δωριείς.
Είναι γεγονός, ότι η αρχαιότερη αποικία, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, είναι η Κύμη, η οποία ιδρύθηκε το 725 π.Χ. από τους Χαλκιδείς στην Καμπανία της Ιταλίας και θεωρείται ως η πρώτη αποικιακή πόλη στη Δύση. Επηρέασε τον πολιτισμό των Ετρούσκων και των άλλων ιταλικών λαών, καθώς από τους αποίκους της Κύμης διαδόθηκε στην Ιταλία το χαλκιδικό αλφάβητο, από το οποίο προήλθε το λατινικό. Οι ελληνικοί μύθοι, οι ελληνικές θρησκευτικές δοξασίες, τύποι λατρείας, ήθη και έθιμα και πολλά άλλα πολιτιστικά στοιχεία διαδόθηκαν επίσης στην περιοχή.
Η Καμπανία,
μια και αναφερθήκαμε σ’ αυτήν, είχε κατοικηθεί στα πολύ παλιά χρόνια από Ετρούσκους. Ο μεγάλος ελληνικός αποικισμός που άρχισε από τον 8ο π.Χ. αιώνα έφερε στην περιοχή πολλούς Έλληνες αποίκους, που ίδρυσαν σημαντικές πόλεις, κυρίως στα παράλια της Καμπανίας (Ποτίολοι, Ελέα, Ποσειδωνία, Καπρέες, Καπύη κτλ.) και παρουσιάστηκε τότε μια αλληλεπίδραση στους πολιτισμούς Ελλήνων και Ετρούσκων.
Η πόλη Ποτίολοι, είναι μία ρωμαϊκή ονομασία της αρχαίας ελληνικής αποικίας Δικαιάρχειας (σήμερα Ποτσουόλι), στον κόλπο της Νεάπολης. Η Δικαιάρχεια ιδρύθηκε γύρω στα 526 π.Χ. από Σάμιους, που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους διωγμένοι από την τυραννίδα του Πολυκράτη. Ανάμεσά τους πρέπει να ήταν και ο φιλόσοφος Πυθαγόρας. Η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή από το εμπόριο του θειαφιού, που αφθονούσε στην περιοχή, και του σιδήρου. Αργότερα κατακτήθηκε από τους Σαμνίτες και τέλος από τους Ρωμαίους, οπότε ονομάστηκε Ποτίολοι. Ως τις αρχές του 2ου αι. ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ρώμης. Από τη ρωμαϊκή πόλη σώζονται τα ερείπια της αγοράς και ένα αμφιθέατρο, που έχτισε ο Βεσπασιανός.
Η Ποσειδωνία είναι κι αυτή μία πολύ σημαντική αρχαία ελληνική αποικία στη Λευκανία της Κάτω Ιταλίας, στις ακτές του Τυρρηνικού πελάγους. Ιδρύθηκε από αποίκους της Σύβαρης και γνώρισε μεγάλη ακμή ως την κατάληψή της από τους Λευκανούς στο τέλος του 4ου π.Χ. αι. Το 273 π.Χ. την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι και την ονόμασαν Paestum. Στη συνέχεια η Ποσειδωνία άκμασε και ως ρωμαϊκή πόλη. Αργότερα καταστράφηκε από επιδρομή Σαρακηνών πειρατών (877 μ.Χ.) και από το 15ο αιώνα έπαψε να κατοικείται.
Πολύ αξιόλογα είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα της Ποσειδωνίας και ιδιαίτερα οι τρεις μεγάλοι δωρικοί ναοί της. Από αυτούς ο νεότερος, ονομαζόμενος ναός του Ποσειδώνα, χρονολογείται στον 5ο π.Χ. αι. και σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Είναι εξάστυλος, περίπτερος ναός με 36 κολόνες και διαστάσεις 60x24,25 μ. Σώζονται ακόμα πολυάριθμοι τάφοι με ωραίες τοιχογραφίες, μεγάλη «βασιλική στοά», αγορά, διάφορα ερείπια τειχών με πύλες κ.ά.
Η Σύβαρη (Σύβαρις)
ήταν μία αρχαία ελληνική πόλη στη Λευκανία της Κάτω Ιταλίας. Την ίδρυσαν οι Αχαιοί και οι Τροιζήνιοι περίπου το 720 π.Χ. στον κόλπο του Τάραντα. Απέκτησε μεγάλο υλικό πλούτο, επειδή ήταν το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου της Κάτω Ιταλίας. Ο πλούτος είχε μεγάλη επίδραση στην ψυχολογία και τη ζωή των κατοίκων, που έγιναν μαλθακοί. Λέγεται μάλιστα ότι τόσο απέφευγαν το θόρυβο, ώστε απομάκρυναν ακόμη και τους πετεινούς για να μην τους ενοχλούν. Από την αρχαιότητα με τη λέξη «συβαριτισμός» εννοείται η μαλθακότητα. Η Σύβαρη καταστράφηκε το 510 π.Χ. από την ανταγωνίστριά της πόλη Κρότωνα.
Άλλη σημαντική αποικία ήταν ο Τάραντας, που ιδρύθηκε περίπου στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., στον ομώνυμο κόλπο, από αποίκους οι οποίοι προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της Σπάρτης. Άλλη αχαϊκή αποικία στον κόλπο του Τάραντα ήταν ο Κρότωνας και το Μεταπόντιο, οι οποίες ιδρύθηκαν στο τέλος του 7ου αι. π.Χ. Το 730 π.Χ., περίπου, αποικίσθηκε το νοτιότερο άκρο της περιοχής της Καλαβρίας, από μια ομάδα Χαλκιδέων, οι οποίοι ίδρυσαν εκεί το Ρήγιο.
Ως γνωστόν, η Χερσόνησος της Καλαβρίας συγκαταλεγόταν από τον 8ο αι. π.Χ. στην περιοχή της Μεγάλης Ελλάδας και ονομαζόταν από τους Έλληνες Βρεττία. Οι ιταλικοί λαοί που την κατοικούσαν προηγούμενα αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους Έλληνες και ακολούθησαν την πορεία του πολιτισμού τους. Οι ελληνικές αποικίες της περιοχής, το Ρήγιο, η Σύβαρη, ο Κρότωνας, οι Επιζεφύριοι Λοκροί έφτασαν γρήγορα σε μεγάλη ακμή. Στο εσωτερικό της χερσονήσου, στο οποίο δεν είχαν επεκταθεί οι Έλληνες άποικοι, ζούσαν οι Βρέττιοι ή Βρούττιοι, οι οποίοι, στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., άρχισαν να προχωρούν προς τα νότια. Στον 3ο αι. π.Χ., μετά την κατάκτηση της χερσονήσου από τους Ρωμαίους, Βρούττιοι και Έλληνες συγχωνεύτηκαν και άρχισε η παρακμή των μεγάλων ελληνικών αποικιών. Μετά την κατάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους (476 μ.Χ.) η Καλαβρία υπέστη τις επιδρομές των Οστρογότθων και των Βησιγότθων. Τον 6ο αι. κατακτήθηκε από τους στρατηγούς του Ιουστινιανού Βελισάριο και Ναρσή. Λίγο αργότερα καινούριες επιδρομές των Λογγοβάρδων αυτή τη φορά και αργότερα των Σαρακηνών, προκάλεσαν την οριστική παρακμή.
Πόλη της νότιας Ιταλίας στην Καλαβρία είναι κι αυτή με το μακρόσυρτο όνομα: Ρέτζιο ντι Καλάμπρια. Είναι χτισμένη κοντά στον πορθμό της Μεσσήνης. Διαθέτει βιομηχανίες μηχανικών κατασκευών, χημικών προϊόντων, υφαντουργίας, αιθέριων ελαίων κ.ά. Στην πόλη σώζονται σπουδαία αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά ερείπια. Η πόλη ιδρύθηκε τον 8ο αι. π.Χ. ως ελληνική αποικία με την ονομασία Ρήγιο (ίδε όνομα). Το 1908 καταστράφηκε από σεισμό, αλλά αργότερα ξαναχτίστηκε. Στη διάρκεια του β’ παγκόσμιου πολέμου υπέστη σοβαρές καταστροφές από βομβαρδισμούς.
Θα ήταν, λοιπόν, ιστορική βλασφημία να μιλούσαμε για την Καλαβρία και να μην κάναμε αναφορά σε ορισμένες προσωπικότητες της Καλαβρίας, όπως για παράδειγμα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Ένιο Κόϊντο, τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό και άλλους:
Μάρκος Αυρήλιος (121-180). Αυτοκράτορας της Ρώμης (161-180). Ήταν θετός γιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβή (138-161). Έγινε καίσαρας (139), ύπατος (140 και 145) και τελικά αναγορεύτηκε αυτοκράτορας (161). Ο Μάρκος Αυρήλιος ανόρθωσε τα οικονομικά του κράτους, αναδιοργάνωσε τη διοίκηση των επαρχιών και κυβέρνησε ισότιμα τους λαούς της αυτοκρατορίας. Είχε μεγάλη μόρφωση, ήταν μάλιστα ο ίδιος στωικός φιλόσοφος. Έγραψε στην ελληνική γλώσσα το περίφημο έργο «Τα εις εαυτόν» (όπου αποτυπώνεται η φιλοσοφία του) σε 12 βιβλία.
Έννιος Κόιντος (239-169 π.Χ.). Ρωμαίος ποιητής. Γεννήθηκε στις Ρουδίες της Καλαβρίας και εκεί έμαθε τα ελληνικά. Άγνωστη είναι η νεανική του ζωή. Ώριμος άντρας, γνωρίστηκε με τον Κάτωνα τον Πρεσβύτερο, ο οποίος τον κάλεσε στη Ρώμη. Εκεί δίδαξε ελληνικά και λατινικά. Η εργασία του αυτή στάθηκε αφορμή να γνωριστεί με επιφανείς Ρωμαίους, όπως ο Μάρκος Φούλβιος Νοβιλίορας, που ήταν γνώστης και θαυμαστής της αρχαίας ελληνικής ποίησης και συγγραφέας ο ίδιος. Το 201 π.Χ. ο Κάτων ο Πρεσβύτερος τον πήγε στη Ρώμη, όπου ο Έννιος εργάστηκε ως δάσκαλος ελληνικών και μεταφραστής ελληνικών έργων. Το 184 π.Χ. έγινε Ρωμαίος πολίτης. Πέθανε σε ηλικία 70 χρόνων. Μέχρι την εμφάνιση του Έννιου οι κωμωδίες αποτελούσαν το βασικότερο γνώρισμα της ρωμαϊκής λογοτεχνίας. Ο Έννιος βοήθησε με τη λογοτεχνική του δημιουργία στην καλύτερη αφομοίωση της ελληνικής λογοτεχνίας από τη ρωμαϊκή. Ασχολήθηκε κυρίως με διασκευές αρχαίων δραμάτων και οι μισές τραγωδίες του είναι παρμένες από τον τρωικό κύκλο. Επίσης έγραψε και δράματα με ρωμαϊκή υπόθεση, όπως τα «Αμβρακία» και «Αρπαγή των Σαβίνων». Από τις τραγωδίες του διασώθηκαν λίγα μόνο αποσπάσματα. Ο Έννιος είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε το ελεγειακό μέτρο στη λατινική. Το έργο του ωστόσο που τον έκανε διάσημο ήταν τα «Χρονικά». Είναι ένα έμμετρο χρονικό σε 18 βιβλία στα οποία αφηγείται σε στίχους ηρωικούς ολόκληρη η ιστορία της Ρώμης μέχρι την εποχή του. Στο έπος αυτό, από το οποίο σώζονται περίπου 600 στίχοι, ο Έννιος μιμείται τον Όμηρο. Ο Έννιος άσκησε μεγάλη επιρροή στους μεταγενέστερους Ρωμαίους ποιητές και γι’ αυτό θεωρείται ο θεμελιωτής της ρωμαϊκής λογοτεχνίας.
Κασσιόδωρος Φλάβιος Μάγνος Αυρήλιος (477-575). Ρωμαίος άρχοντας, ιστορικός και θεολόγος. Γεννήθηκε στο Σκυλάκιο της Καλαβρίας. Σπούδασε εθνικά και χριστιανικά γράμματα, μπήκε στην υπηρεσία του κράτους, πήρε διάφορα ανώτερα αξιώματα και στο τέλος αποσύρθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου ίδρυσε μοναστήρι με πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και λατινικά χειρόγραφα. Εκεί πέρασε την υπόλοιπη ζωή του μελετώντας, συγγράφοντας και διδάσκοντας τους μοναχούς, τους οποίους και υποχρέωνε να μεταφράζουν από την ελληνική στη λατινική δόκιμα έργα, πράγμα που συνεχίστηκε και μετά το θάνατό του και συντέλεσε όχι λίγο στο πνευματικό ανέβασμα της χριστιανικής Ευρώπης. Ο Κασσιόδωρος έγραψε και άφησε πολλά έργα, μεταξύ των οποίων το σπουδαιότερο είναι οι «Institutiones».
Βαρλαάμ Καλαβρός (περ. 1290-περ. 1350). Γεννήθηκε στην Καλαβρία και καταγόταν πιθανόν από Έλληνες γονείς. Σπούδασε φυσικές επιστήμες, φιλοσοφία και θεολογία και τελικά έγινε μοναχός. Ο Βαρλαάμ ένιωθε μεγάλη περηφάνια για την ελληνική καταγωγή του και επιθυμούσε να γνωρίσει από κοντά την πατρίδα των προγόνων του και των μεγάλων σοφών που τόσο θαύμαζε. Επισκέφθηκε την Άρτα, τη Θεσσαλονίκη και το 1330 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκε θερμό υποστηρικτή το μεγάλο δομέστικο Ιωάννη Καντακουζηνό και διορίστηκε καθηγητής του πανεπιστημίου της πρωτεύουσας. Οι διαλέξεις του προκάλεσαν βαθιά εντύπωση και τα συγγράμματά του γνώρισαν πλατιά κυκλοφορία. Αντιδράσεις, ωστόσο, στο έργο του τον οδήγησαν να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου ίδρυσε δική του σχολή, η οποία απέκτησε γρήγορα μεγάλη φήμη. Το 1339 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ τον έστειλε στον πάπα Βενέδικτο ΙΒ΄ να διαπραγματευτεί πολιτική και πολεμική βοήθεια. Ο Βαρλαάμ όμως γύρισε άπρακτος, γιατί ο πάπας απέρριψε τους όρους του. Αν και αρχικά ο Βαρλαάμ ήταν τόσο ενθουσιασμένος με τη γνωριμία που έκανε με τη χώρα των πατέρων του, δεν άργησε να έρθει σε διάσταση με την εκκλησιαστική παράδοση. Αναθρεμμένος με το ουμανιστικό πνεύμα της αναγέννησης που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται στην Ιταλία, αδυνατούσε να καταλάβει το μυστικισμό των ορθόδοξων μοναχών (ησυχαστών) και διακωμώδησε τις μεθόδους προσευχής τους. Με τα συγγράμματά του μάλιστα τους κατηγόρησε για αιρετικούς. Οι οπαδοί του ονομάζονταν Βαρλααμίτες με γνωστότερο τον Ακίνδυνο. Ως υπερασπιστής των ορθόδοξων απόψεων πρόβαλε τότε ο λόγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που την ίδια εποχή ασκήτευε στο Άγιο Όρος. Η σύγκρουση των δυο αντρών κατέληξε να συζητηθεί από δύο Συνόδους που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1341 και καταδίκασαν το Βαρλαάμ, ο οποίος ύστερα απ’ αυτό γύρισε στην Ιταλία, όπου δίδαξε τα ελληνικά γράμματα και χειροτονήθηκε επίσκοπος της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.

(Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία»)

http://www.sakketosaggelos.gr/Article/2210/

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΠΥΡΓΟΥ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης είναι ένας οχυρωματικός πύργος του 15ου αιώνα, που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια σαν κατάλυμα φρουράς Γενιτσάρων και σαν φυλακή θανατοποινιτών. Είναι ένα από πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα πόλεων στην Ελλάδα. Είναι μια κυλινδρική κατασκευή με ύψος 33,9 μ., περίμετρο 70 μ. και διάμετρο 22,7 μ. Έχει 6 ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα, που ελίσσεται κοχλιωτά και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο. Έτσι, σε κάθε όροφο υπάρχει μια κεντρική κυκλική αίθουσα με διάμετρο 8,5 μ, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο 6ος όροφος έχει μόνον κεντρική αίθουσα κι έξω από αυτήν ένα δώμα με θέα το τοπίο γύρω από τον πύργο. Η ύπαρξη αφοδευτηρίων, τζακιών και καπναγωγών δείχνει ότι ο πύργος προοριζόταν όχι μόνο σαν αμυντικό έργο, αλλά και για στρατιωτικό κατάλυμα.


Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Η Θεσσαλονίκη τοπογραφικά συχνά οριζόταν από τους πολλούς χείμαρρους της. Ένας τέτοιος ξεκινούσε από ένα λατομείο στον Άγιο Παύλο, ανατολικά του οποίου υπάρχει σήμερα το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας και συνεχίζοντας παράλληλα με την οδό Εθνικής Άμυνας κατέληγε, μέσω των προσχώσεων, στη δημιουργία ενός μικρού ακρωτηρίου. Πάνω σ’ αυτό το ακρωτήριο πιθανολογείται ότι υπήρχε κάποιος μικρός οχυρωματικός πύργος ήδη από το 1185, έργο Βυζαντινών, αν και υπάρχουν αμφιβολίες για το αν ο πύργος του 1185 βρίσκονταν στο ακρωτήρι ή πιο δυτικά, περίπου στο ύψος του Βασιλικού Θεάτρου.  Άλλοι πιστεύουν ότι δεν είναι ο χείμαρρος της Ευαγγελίστριας υπεύθυνος για το ακρωτήρι, αλλά ο χείμαρρος που περνούσε ανατολικά από το εβραϊκό νεκροταφείο και διακλαδιζόταν στο Goz Dere (Λάκκο του Ματιού) και στο Kirishane (Χορδοποιείο). Υπάρχει όμως μια κοινή συμφωνία για την προσχωματική φύση του ακρωτηρίου και των δυο ορμίσκων που διέθετε, που αποτέλεσαν τη φυσική τοποθεσία όπου δημιουργήθηκε ο Πύργος. Άλλωστε αυτή η λειτουργία διατηρήθηκε και τους μετέπειτα αιώνες με τη λειτουργία της τεχνητής αποβάθρας, όταν οι προσχώσεις αλλοίωσαν τον φυσικό του χαρακτήρα.


Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, έγιναν προσθήκες και τροποποιήσεις στα τείχη της πόλης. Μια σειρά οχυρωματικών έργων δημιούργησαν νέα φρούρια στην πόλη και στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας εντάσσεται η δημιουργία του Λευκού Πύργου, μαζί με το Επταπύργιο και τον Πύργο Τριγωνίου (χρονολογείται τον 16ο αιώνα). Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε, στη θέση του βυζαντινού πύργου που προϋπήρχε και ο οποίος συνέδεε το ανατολικό τμήμα της οχύρωσης της πόλης (σώζεται και σήμερα), με το θαλάσσιο (κατεδαφίστηκε το 1867).
Σύμφωνα με μία εκδοχή, η χρονολογία κατασκευής του Πύργου τοποθετείται περί το 1450-1470, λίγο μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους (1430) και πρόκειται για ένα από τα πιο πρώιμα δείγματα οθωμανικής οχυρωματικής που λαμβάνει υπόψη της το πυροβολικό.

Κυριότερη πηγή για το έτος δημιουργίας είναι μια υπέρθυρη μαρμάρινη επιγραφή που υπήρχε στην είσοδο του εξωτερικού περιβόλου, που πρώτος ανέφερε ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή. Η επιγραφή αυτή δεν υπάρχει σήμερα κι άλλοι λένε ότι σβήστηκε από τον Σουλτάνο Χαμίντ, ενώ άλλοι από την ελληνική διοίκηση το 1937. Ανάλογα με τον μεταφραστή (υπάρχουν μικρές διαφορές), στην επιγραφή διαβάζαμε με αραβική γραφή: «Κτισθέν κατά διαταγή του λέοντος των ανδρείων Σουλεϊμάν, έγινε ο λέων όλων των φρουρίων. Με τα λεανταροπρόσωπα δρακόντεια πυροβόλα γύρω του, αρμόζει να ονομαστεί το φρούριο αυτό λιοντάρι των οχυρών. Έτος 942 της Εγίρας του Προφήτου». Με άλλα λόγια ο πύργος κτίσθηκε από τον Σουλεϊμάν τον Νομοθέτη (ή Μεγαλοπρεπή) το έτος 942 της Εγίρας, δηλαδή το 1535 μ.Χ., αν και η επιγραφή πολύ πιθανόν να αναφερόταν στη χρονολογία κατασκευής του περιβόλου και όχι του ίδιου του Πύργου.

Μια άλλη χρονολογία που αναφέρεται είναι το 974 της Εγίρας, δηλαδή το 1566 μ.Χ. Χρονολόγηση κορμών ξύλου που χρησιμοποιήθηκαν στο Λευκό Πύργο για τα ξύλινα υποστηρίγματα έδειξε ότι είναι βαλανιδιές της Πίνδου κομμένες περίπου τον 15ο αιώνα, αλλά υπάρχει πιθανότητα οι κορμοί αυτοί να χρησιμοποιήθηκαν σε εκτεταμένη επισκευή του μνημείου. Όλα αυτά φανερώνουν τις δυσκολίες στη χρονολόγηση μνημείων της οθωμανικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της εποχής της Αναγέννησης. Παλιότερα πίστευαν ότι ήταν έργο Ενετών τεχνιτών, κάτι που έχει πια απορριφθεί οριστικά από τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Η πεποίθηση αυτή διαψεύδεται και από μια άλλη εσωτερική επιγραφή που αναφέρει για μια μεγάλη ανακατασκευή (με υποχρεωτική συμμετοχή του λαού), το 1619. Άλλωστε, η τοιχοδομία συνάδει με άλλες οθωμανικές κατασκευές της περιόδου για τις οποίες έχουμε περισσότερες πληροφορίες.

Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι αρχιτέκτονας του Πύργου ήταν ο Μιμάρ Σινάν, ο διάσημος αρχιτέκτονας του Σουλεϊμάν, λόγω της ομοιότητας με ανάλογο πύργο στη Valona (Αυλώνα) της Αλβανίας που κτίστηκε τη δεκαετία του 1530. Πολύ πιθανόν όμως αυτό να αποτελεί απλή φήμη, επειδή δεν έχουμε κάποια σχετική μαρτυρία, ενώ συνολικά στον Σινάν αποδίδονται εκατοντάδες έργα.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ

Αρχικά ο Πύργος χτίσθηκε χωρίς το περίφημο περιτοίχισμα του. Αντίθετα είχε μια κωνική μολυβδαίνια σκεπή και ανάμεσα στις σημερινές πολεμίστρες ξεπρόβαλλαν τα κανόνια που έλεγχαν τον Θερμαϊκό Κόλπο και έριχναν βλήματα «40 οκάδων σε μήκος 8 μιλίων». Πολύ πιθανόν, η υπέρθυρη μαρμάρινη επιγραφή στην είσοδο του εξωτερικού περιβόλου να αναφέρονταν μάλλον στο πυροβολοστάσιο, που ήταν η κύρια αποστολή του. Ο ίδιος ο Πύργος είναι κυλινδρικός με ύψος 33,9 μ., περίμετρο 70 μ. και διάμετρο 22,7 μ. Έχει ισόγειο και 6 ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα μήκους 120 μ., που ελίσσεται κοχλιωτά και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο, αφήνοντας στο κέντρο έναν κυκλικό πυρήνα διαμέτρου 8,5 μ. Έτσι, σε κάθε όροφο σχηματίζεται μια κεντρική κυκλική αίθουσα, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο τελευταίος όροφος έχει μόνο την κεντρική αίθουσα και έξω από αυτήν δημιουργείται ένα δώμα, που προσφέρει εξαιρετική θέα του γύρω τοπίου της πόλης και της θάλασσας.

Γύρω από τον πύργο υπήρχε χαμηλός οκταγωνικός περίβολος (προτείχισμα), που δεν γνωρίζουμε το πότε χτίσθηκε, αλλά γνωρίζουμε τη μορφή του. Είχε σχήμα οκταγώνου, ύψος περίπου 5 μέτρα και είχε 3 οκταγωνικούς πυργίσκους σε 3 ακμές του, εξοπλισμένοι και αυτοί με τηλεβόλα. Αυτός ο περίβολος χρησίμευε κυρίως για να προστατεύει τον Πύργο από τη θάλασσα, αλλά θεωρείται πιθανή η χρήση του και για την τοποθέτηση βαρέων πυροβόλων, που θα έλεγχαν την ακτογραμμή και το λιμάνι. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στρέφονταν προς την πόλη, ενώ ο Πύργος βασιζόταν στο ίδιο του το μέγεθος για άμυνα προς το εξωτερικό. Ο περίβολος αυτός κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Υπήρχε κι ένας ακόμη διώροφος πυργίσκος και διάφορα άλλα κτίσματα στο εσωτερικό. Η είσοδος του περιτοιχίσματος, από το βορρά και σε ευθεία με την είσοδο του Πύργου, λεγόταν Πύλη του Ντιβάν Χανέ. Μερικές πηγές αναφέρουν το διοικητή των γενίτσαρων ως Divan Efendi, ενώ άλλες με τον τίτλο αυτόν αναφέρουν το διοικητή της Ακρόπολης, δηλαδή του συγκροτήματος του Επταπυργίου (γνωστού και ως Kucuk Selanik, μικρή Θεσσαλονίκη). Αυτό είναι ενδεικτικό της πολυπολικότητας της οθωμανικής εξουσίας και των ανταγωνισμών μεταξύ γενίτσαρων και κεντρικής εξουσίας. Ο Πύργος διέθετε κι άλλες συμπληρωματικές κατασκευές, απαραίτητες για τη λειτουργία του ως κατάλυμα, όπως τζάκια και αφοδευτήρια, μέσα στο κυρίως κτίσμα και αποθήκες, δεξαμενές νερού, έξω από το κυρίως κτίσμα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Στην αρχή λοιπόν, ονομαζόταν «Πύργος του Λέοντος», όπως αναφέρει η τουρκική επιγραφή του 1535. Από τον 17ο αιώνα και μετά ονομαζόταν ανεπίσημα «Φρούριο της Καλαμαριάς» (Kelemeriye Kal’asi) και «Πύργος των Γενιτσάρων». Καλαμαριά λεγόταν παλιά η περιοχή του σημερινού Ευκλείδη, μέχρι την παραλία. Μέχρι το 1826 χρησιμεύει σαν φρούριο (όπου σταθμεύει το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς των Γενίτσαρων) και ως φυλακή, αλλά μόνο συμπληρωματικά για τις ανάγκες των ίδιων των γενίτσαρων. To φρούριο της Καλαμαριάς, που αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπή, διέθετε κι ένα διώροφο πυργίσκο που λειτουργούσε ως mescid (τζαμί χωρίς μιναρέ). Επίσης γνωρίζουμε ότι διέθετε τον Mahmud Aga Zeviye (τον τεκέ του Μαχμούντ Αγά),[1] επειδή οι γενίτσαροι είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με το τάγμα των Μπεκτασήδων, αν και ο συγκεκριμένος συνδεόταν μάλλον με τους Kadiri. Το ανώνυμο αυτό τέμενος, που επέζησε τουλάχιστον μέχρι το 1906, κατεδαφίστηκε από τις ίδιες τις οθωμανικές αρχές της πόλης.


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι γενίτσαροι είχαν μετατραπεί, από ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, σ’ ένα ημιαυτόνομο και ανεξέλεγκτο τάγμα, που μέχρι τον 18ο αιώνα είχε μετατραπεί σε ένοπλη τάξη εμπόρων, στρατιωτών, που παράλληλα υποχρέωναν σε καταβολή προστασίας, ανεξαρτήτως θρησκεύματος κι ουσιαστικά έλεγχαν τις αγορές δέρματος, τροφίμων και τσόχας. Η Θεσσαλονίκη ήταν ένα σημαντικό κέντρο με περίπου 6.000 γενίτσαρους, οργανωμένους σε 3 ορτάδες. Η παράλογη βία και απληστία τους προς τους κατοίκους της πόλης, ανεξαρτήτως θρησκείας και η δημιουργία δομών παράλληλων με το οθωμανικό κράτους ήταν μόνιμη πληγή σε κάθε Σουλτάνο. Άλλωστε, όλες οι θρησκευτικές ομάδες της πόλης τονίζουν ότι αυτές ήταν ο ιδιαίτερος στόχος των γενίτσαρων. Αποκαλυπτικό είναι ότι τις περισσότερες πληροφορίες για τις συνθήκες κράτησης έχουμε από τον φιλέλληνα δικαστή Χαϊρουλάχ, που φυλακίστηκε ο ίδιος λόγω των προσπαθειών του να θέσει τέρμα στις σφαγές των γενίτσαρων, το 1821, μετά την επανάσταση στη Χαλκιδική.

Τελικά στις 16 Ιουνίου 1826, ο Μαχμούντ ο Β' διατάζει την εξόντωση τους και με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη οργανώνεται η εξόντωση τους σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Περίπου 3.000 επιβιώνουν και συλλαμβάνονται μετά από σκληρές μάχες με τον οθωμανικό στρατό και μεταφέρονται στον Πύργο όπου κι εκτελούνται μαζικά. Μετά τη διάλυση του τάγματος των Γενίτσαρων, ο Πύργος αποκτά το όνομα «Kanli Kule», δηλαδή «Πύργος του Αίματος», που διατηρήθηκε λόγω της μετέπειτα χρήσης του Πύργου σαν φυλακή και τόπο εκτελέσεων, που κοινοποιούνταν με έναν κανονιοβολισμό. Με την πάροδο του χρόνου ο ρόλος του Πύργου άλλαξε και από προστασία από εξωτερικές απειλές, έγινε μέρος του σχεδίου ελέγχου της ίδιας της πόλης. Η ύπαρξη του περιβόλου, μόνο προς τη μεριά της πόλης, επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα των ταραχών που ξεσπούσαν στην πόλη μέχρι και τον 18ο αιώνα, λόγω επισιτιστικών προβλημάτων. Μάλιστα όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ιστορικοί, ο Πύργος των Γενίτσαρων ήταν ένα αντίβαρο στην εξουσία του νόμιμου Οθωμανού διοικητή της πόλης που η έδρα του ήταν στο Γεντί Κουλέ.

Το επίσημο όνομά του σαν Πύργος του Λέοντος και το ανεπίσημο σαν Kanli Kule συνυπήρχαν μέχρι το 1891. Το σύγχρονο όνομά του το πήρε όταν ένας Εβραίος κρατούμενος, ο Νατάν Γκιντιλί (Nathan Guidili), καταδικασμένος για ένα ερωτικό έγκλημα, τον ασβεστώνει, το 1891, με αντάλλαγμα τη μείωση της ποινής του και άρα την απελευθέρωση του. Ο λόγος δεν είναι γνωστός. Η λαϊκή εκδοχή λέει ότι ήταν επιθυμία του Σουλτάνου για να φανεί ότι κάτι αλλάζει μετά τη Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου ή με το τέλος του Tanzimat. Πιο πιθανό είναι να συνδέεται με την απόφαση για χρησιμοποίηση μόνο του Γεντί Κουλέ, σαν φυλακές της πόλης, την έναρξη της κατεδάφισης του περιβόλου και μια συνειδητή προσπάθεια αποσύνδεσης του Πύργου από το αιματηρό παρελθόν του.


Από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι σύντομα ο πύργος από Kanli-Kule (όνομα με το οποίο ο χριστιανικός πληθυσμός συνεχίζει να τον αναφέρει μέχρι το 1912) μετονομάζεται σε Beyaz-Kule, δηλαδή Άσπρος Πύργος. Δεν υπάρχουν όμως πηγές που να υποστηρίζουν ότι η υιοθέτηση του Torre Blanca από την εβραϊκή κοινότητα οδήγησε στην υιοθέτηση του ονόματος και από τις άλλες μειονότητες, Ορθόδοξους και Μουσουλμάνους, αν και οι Έλληνες της πόλης ήξεραν λαντίνο (Ισπανοεβραϊκά) για να μπορούν να κινούνται στην πόλη.  Πάντως, η χρήση του Λευκός, αντί του Άσπρος, μοιάζει με επίσημη μετάφραση και όχι με αυθόρμητη λαϊκή ονοματοδοσία.[2]

ΝΕΩΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Λευκός Πύργος 1950
Το 1905 μπαζώνεται ο ανατολικός ορμίσκος και σε συνδυασμό με την κατεδάφιση του περιτειχίσματος, δημιουργείται η Πλατεία Προόδου, στην περιοχή της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών και οι κήποι του Torre Blanca. Ο Λευκός Πύργος συνεχίζει να ασβεστώνεται τακτικά, ειδικά με την ευκαιρία της επίσκεψης του Σουλτάνου το 1911, όταν και ολοκληρώνεται η καταστροφή του περιτειχίσματος κατεδαφίζονται το τζαμί κι ο τεκές για να είναι άνετο το πέρασμα της πομπής. Ο Πύργος κι οι κήποι αποτέλεσαν το επίκεντρο της κοσμικής και πολιτικής δράσης της Θεσσαλονίκης: Από την παρέλαση του Ελληνικού στρατού το 1912, τη συγκέντρωση των οπαδών της Εθνικής Άμυνας το 1916, τα καταρριφθέντα ζέπελιν κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, τον θίασο νάνων της Κωνσταντινούπολης του 1921, την αναβίωση του Πύργου ως φυλακή Τούρκων αιχμαλώτων, μετά την απόβαση στη Σμύρνη κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, το πρώτο τραμ το 1927, τη γιορτή του Προσφυγικού Φοίνικα το 1929, μέχρι και τη χρησιμοποίησή του από τους Ναυτοπροσκόπους το 1934. Η βαφή του Πύργου με βαφή παραλλαγής κατά τον Β' Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε μια επιπλέον σελίδα στις χρωματικές αλλαγές του κτιρίου.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης (1912), το μνημείο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και έως το 1983 φιλοξένησε την αεράμυνα της πόλης, το εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου. Τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λευκός Πύργος στέγαζε το κέντρο διαβιβάσεων των Συμμάχων, ενώ το 1916 χρησιμοποίησαν έναν όροφό του για τη φύλαξη αρχαιοτήτων από αρχαιολογικές εργασίες, στη ζώνη ευθύνης του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος. Από το 1983 έως το 1985 η Αρχαιολογική Υπηρεσία συντήρησε και αναστήλωσε το μνημείο και το διαμόρφωσε σε εκθεσιακό χώρο. Από το 1985 έως το 1994 λειτούργησε η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη». Το 1994, άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σ’ αυτό. Το 2001, παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο: «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο». Το 2002 παρουσιάστηκε έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Άθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες». Ανήκει διοικητικά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού κι από το 2006 λειτουργεί μόνιμα ως Μουσείο Πόλης της Θεσσαλονίκης.
  
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο τεκές αποτελούσε ησυχαστήριο των δερβίσηδων, οι οποίοι ήταν παρακλάδι του σουνίτικου Ισλάμ. Οι τεκέδες ήταν μυστικιστικά κέντρα προσβάσιμα στο λαό, που ορισμένα δέχονταν και Χριστιανούς ως μέλη τους.
[2] Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτό θα συνέβαινε στα Βαλκάνια ή στην ίδια τη Θεσσαλονίκη. Το όνομα Αγία Σοφία είχε διατηρηθεί τόσο από το τζαμί Aya Sofia Cami'i, όσο κι από την ομώνυμη εβραϊκή συνοικία. Αντίστοιχα το τουρκικό λουτρό στη θέση Λουλουδάδικα, ονομάζεται από τον λαό Yahudi Hamam, δηλαδή εβραϊκό χαμάμ, γιατί βρισκόταν μέσα στην εβραϊκή συνοικία Kulhan.


http://www.istorikathemata.com/2012/05/blog-post_13.html#more

Το National Geographic παρουσιάζει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την γέφυρα Ρίου- Αντίρριου

Το National Geographic παρουσιάζει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την γέφυρα Ρίου- Αντίρριου. Πρόκειται για την μεγαλύτερη σε μήκος καλωδιωτή γέφυρα παγκοσμίως. Αν και αντιμετωπίζει φυσικές προκλήσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν ζημίες, όπως τα πολύ βαθιά νερά. Εντούτοις η γέφυρα στέκεται δείχνοντας μας όλο το Ελληνικό μεγαλείο. Ποια η δύναμη της τελικά;

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας και η Βόρειος Ήπειρος

 

       Η Αλβανία συγκροτήθηκε ως Κράτος με τη Συνθήκη του Λονδίνου (17-30 Μαϊου 1913). Τα σύνορά της καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου 1913). Στο  τότε νεοσύστατο   αλβανικό κράτος συμπεριελήφθη και το Βόρειο τμήμα της Ηπείρου,  που από τότε μετονομάστηκε Βόρειος Ήπειρος, τμήμα το οποίο είχε ήδη απελευθερωθεί κατά τον Α΄Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913), από τον ελληνικό στρατό.
Επειδή οι κάτοικοι της περιοχής ήταν Έλληνες άντέδρασαν στην απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων που αγνόησε τόσο την εθνική τους ταυτότητα όσο και την εκπεφρασμένη βούλησή τους για ένωση με την Ελλάδα. Επαναστάτησαν και δημιούργησαν την ανεξάρτητη πολιτεία της Αυτονόμου Ηπείρου (17 Φεβρουαρίου 1914), η οποία νομιμοποιήθηκε με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας την 17η  Μαϊου 1914 που παραχωρούσε πλήρες καθεστώς Αυτονομίας (εκπαιδευτικής, θρησκευτικής, δικαστικής, διοικητικής) στους νομούς  Αργυροκάστρου και Κορυτσάς και υπεγράφη από την Αλβανία και τις έξι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής: Η. Π. Α, Γαλλία, Αγγλία, Αυστρο-Ουγγαρία, Γερμανία και Ρωσία (Βλέπε Παράρτημα).
Ο Ελληνισμός εντός των αλβανικών συνόρων έκτοτε επίσημα, ονομάστηκε Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός, ενώ η ίδια η Αυτόνομη Πολιτεία  το καθεστώς της οποίας επικυρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Κερκύρας,  αναγνωρίστηκε με την ονομασία Βόρειος  Ήπειρος.
Δημιουργήθηκε έτσι για την Ελληνική Κοινότητα εντός των αλβανικών συνόρων, ένα Εθνικό Θέμα γνωστό στη διεθνή διπλωματική σκηνή ως Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα.
Το πρώτο βήμα εκχώρησης της Βορείου Ηπείρου στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος έγινε το Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1921, με την αποδοχή από την Κοινωνία των Εθνών της αλβανικής δήλωσης «Περί αναγνώρισης των μειονοτήτων» στην επικράτειά της.
Στα μετέπειτα χρόνια το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα απασχόλησε  την διεθνή διπλωματία δύο φορές.   
Το 1946, ξανά στην Κοινωνία των Εθνών, όπου δεν λύθηκε, αλλά αποφασίστηκε να αφεθεί στην αρμοδιότητα των Μεγάλων Δυνάμεων και να τεθεί προς επίλυση μαζί με το Γερμανικό και το Αυστριακό Ζήτημα.
Επίσης το 1960 ο Ν. Χρουτσόφ, ηγέτης της ισχυρής τότε Σοβιετικής Ενώσεως ζήτησε από το σταλινικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα να παραχωρήσει αυτονομία στους Έλληνες Βορειοηπειρώτες, αίτημα το οποίο, ο αλβανός δικτάτορας το αρνήθηκε και η άρνηση αυτή ήταν και ένα από τα ζητήματα που τον οδήγησαν σε βαθιά ρήξη με την Σοβιετική Ένωση.
 Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα από τότε  εκκρεμεί, ενώ τα άλλα δύο αντίστοιχα, το Γερμανικό και το Αυστριακό Ζήτημα είχαν αίσιο τέλος. Το Αυστριακό λύθηκε το 1955 με την ουδετερότητα και το Γερμανικό, το 1991 με την Ένωση των δύο Γερμανιών.   
Από το 1924 που οι αλβανικοί πληθυσμοί εμφάνισαν το πρώτο πυρήνα οργανωμένου κράτους και κυρίως μετά το 1928, το αλβανικό κράτος αφαίρεσε από τους ελληνικής εθνικότητας υπηκόους της, τους όρους «Βόρειος Ήπειρος» και «Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός», αντικαθιστώντας τους με τον όρο «Εθνική Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας». Από τότε αυθαίρετα το αλβανικό κράτος μας προσδιόρισε ως  «μειονοτικούς», αν και στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου που ζούσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί αποτελούσαν αδιαμφισβήτητα την πλειοψηφία. Και γι’ αυτό οι όροι αυτοί δεν έγιναν ποτέ αποδεκτοί από τον ίδιο τον ελληνικό πληθυσμό στην Αλβανία.  Άλλωστε ο προσδιορισμός αυτός εκ μέρους του αλβανικού κράτους έγινε τότε για δύο κυρίους λόγους:

Συνέχεια εδώ

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ (17 ΜΑΙΟΥ 1914) σελ.72-76
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...