₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ !!


Βραχοσκεπή της Μπόιλα

Προϊστορική Εποχή

Οι πρώτες ενδείξεις ανθρώπινης κατοίκησης στο νομό των Ιωαννίνων χρονολογούνται τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο (περίπου 38.000 χρόνια πριν από το παρόν). Η διαμόρφωση του εδάφους της περιοχής, ευνόησε σε πρώιμες εποχές την ανάπτυξη πλούσιας πανίδας, η οποία διευκόλυνε την εγκατάσταση εδώ της ανθρώπινης παρουσίας. Την παρουσία του παλαιολιθικού ανθρώπου μαρτυρούν τα λίθινα εργαλεία, που βρέθηκαν στις ανασκαφές που έγιναν στο σπήλαιο της Καστρίτσας. Άλλα ευρήματα από την ίδια θέση και τη θέση Κλειδί στην κοιλάδα του Βοϊδομάτη, βεβαιώνουν τη συνέχιση της κατοίκησης και κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο (33.000-8.000). Οι άνθρωποι και στις δύο αυτές περιόδους ήταν νομάδες και τροφοσυλλέκτες και έπρεπε να μετακινούνται διαρκώς, προκειμένου να εξασφαλίσουν την τροφή τους με κυνήγι, ψάρεμα και τη συλλογή καρπών.

Η Μεσολιθική και Νεολιθική περίοδος (8.000-3.000) είναι λιγότερο γνωστές σε σχέση με την Παλαιολιθική, αλλά εξ ίσου ενδιαφέρουσες. Η συστηματοποίηση των κλιματολογικών συνθηκών, που ακολούθησε το τέλος των μεγάλων παγετώνων, έπαιξε ρόλο στην αλλαγή του τρόπου διαβίωσης του ανθρώπου. Οι άνθρωποι την εποχή αυτή ζουν ημινομαδικό και ποιμενικό βίο και μετακινούνται εποχιακά από τα ορεινά της Πίνδου και των γύρω βουνών, στις παράλιες και πεδινές περιοχές και αντίστροφα. Οι νέες κλιματολογικές συνθήκες επέτρεψαν επίσης τη μονιμότερη εγκατάσταση των ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη περιοχή, γεγονός που ακολούθησε η ενασχόλησή τους με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η αποκάλυψη εργαλείων και κεραμικής, που χρονολογείται την εποχή αυτή, στους Γεωργάνους, την Έλαφο και τους Μελιγγούς μαρτυρούν την παρουσία ανθρώπινων εγκαταστάσεων στην περιοχή των Ιωαννίνων.

Αρκετές ενδείξεις μαρτυρούν ανθρώπινη δραστηριότητα και για την επόμενη περίοδο, την εποχή του Χαλκού, την οποία χαρακτηρίζει η χρησιμοποίηση των μετάλλων στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Την μακρινή αυτή εποχή πιστεύεται ότι άρχισε να χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας η Δωδώνη, όπου αρχικά λατρευόταν η Μεγάλη Θεά, θεότητα της γονιμότητας και της ευφορίας, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από τη λατρεία του Δωδωναίου Δία. Γύρω στα 2.000 π.Χ στην Ήπειρο μετοίκησε ένα από τα πρώτα ελληνικά φύλα οι Θεσπρωτοί, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της. Ένας κλάδος του φύλλου αυτού οι Έλλοπες ή Ελλοί ή Σελλοίπαρέμειναν στην πεδιάδα των Ιωαννίνων, που ονομάστηκε από αυτούς Ελλοπία. Σ' αυτούς οφείλονται και αρκετά τοπωνυμία στην περιοχή, όπως Πασσαρών, Δωδώνη κ.α, αρκετά από τα οποία έχουν επιζήσει έως τις μέρες μας.

Η περιοχή θεωρείται ότι υπήρξε η αρχική κοιτίδα των ελληνόφωνων φύλων και είναι ενδεικτικό ότι ο Αριστοτέλης στο έργο του "Μετεωρολογικά" αναφέρει ότι ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας συνέβη "περί την Ελλάδα την αρχαίαν, περί την Δωδώνην και τον Αχελώον," γιατί στην περιοχή αυτή κατοικούσαν, "οι καλούμενοι τότε μέν Γραικοί νυν δ' Έλληνες."

Η τελευταία περίοδος της εποχής του Χαλκού συμπίπτει με την ανάπτυξη του μυκηναϊκού πολιτισμού και αντιπροσωπεύεται στην περιοχή των Ιωαννίνων κυρίως από τα χάλκινα ευρήματα της Δωδώνης, της Μεσογέφυρας κοντά στην Κόνιτσα και του Καλπακίου. Τα όπλα και τα κοσμήματα, που βρέθηκαν στις παραπάνω θέσεις, φανερώνουν την εμπορική επικοινωνία που υπήρχε την εποχή αυτή μεταξύ των ορεινών περιοχών των Ιωαννίνων και του Μυκηναϊκού Νότου. Τη σχέση της περιοχής με τους Μυκηναίους μαρτυρούν επίσης μύθοι, όπως τα Αργοναυτικά, όπου ο Ιάσων παίρνει από τη Δωδώνη κλαδί βελανιδιάς για την πρώρα του καραβιού του. Στην Ιλιάδα επίσης αναφέρονται ο Δωδωναίος Δίας, τον οποίο επικαλείται στην προσευχή του ο Αχιλλέας και οι Σελλοί "οι ανιφτόποδες" ιερείς του.

Στον κατάλογο των πλοίων της Ιλιάδας γίνεται επίσης λόγος για τους Περαιβούς και τους Ενιήτες, που κατοικούσαν μεταξύ Θεσσαλίας και Δωδώνης. Γύρω στον 13ο και 12ο αι π.Χ μετακινήσεις νέων ελληνικών φύλων αναστάτωσαν την περιοχή. Ένα νέο φύλο, οι Μολοσσοί, εγκαταστάθηκε στην ανατολική και κεντρική Ήπειρο αναγκάζοντας τους Θεσπρωτούς να περιορισθούν στα δυτικά. Η Δωδώνη παρέμεινε Θεσπρωτικό ιερό, ενώ οι Μολοσσοί είχαν ως θρησκευτικό τους κέντρο την Πασσαρώνα, που τοποθετείται στο σημερινό Ροδοτόπι. Την εποχή αυτή, που σηματοδοτεί η χρησιμοποίηση των σιδερένιων όπλων, δημιουργούνται νέοι οικισμοί. Στην περιοχή του σημερινού νομού των Ιωαννίνων έχουν εντοπισθεί αρκετοί οικισμοί και εγκαταστάσεις, όπως στην Κρύα και στο Κουτσελιό στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, στο Ρωμανό Λάκκας Σουλίου, στην Αρίστη Ζαγορίου, στην κοιλάδα του Γορμού κοντά στην Κάτω Μερόπη Πωγωνίου και σε άλλες θέσεις που έχουν λιγότερο ερευνηθεί.


Ιερά Οικία της Δωδώνης

Ιστορικοί χρόνοι

Η απαρχή των ιστορικών χρόνων στην περιοχή των Ιωαννίνων σηματοδοτείται από τις ανασκαφές που έγιναν κοντά στη Βίτσα και οι οποίες έφεραν στο φως ένα Μολοσσικό οικισμό. Πρόκειται για μία Μολοσσική κώμη, της οποίας το όνομα δεν μας είναι γνωστό και η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά στα μέσα του 4ου αι π.Χ. Οι οικοδομικές φάσεις του οικισμού της Βίτσας καλύπτουν μια περίοδος έξι αιώνων, χωρίς διακοπή από τις αρχές του 90ου αι π.Χ. έως στο τέλος του 4ου αι π.Χ.

Τα σπίτια που είναι κτισμένα με γκρίζα πέτρα της περιοχής και προϋποθέτουν σημαντική κατασκευαστική εμπειρία, ενώ τα ευρήματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές φανερώνουν το αξιόλογο βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του. Αντίστοιχες θέσεις έχουν επίσης εντοπισθεί στην Δουρούτη στην Πανεπιστημιούπολη Ιωαννίνων και στο Λιατοβούνι κοντά στην Κόνιτσα.

Τον 5ο αι π.Χ. το " έθνος " των Μολοσσών χάρη στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του βασιλιά Θαρύπα (423-385π.Χ.) βγήκε από την πολιτική αφάνεια και άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στην Ηπειρωτική πολιτική σκηνή. Ο Θαρύπας έκανε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις (νομοθετικές, πολιτειακές κ.ά), που απετέλεσαν τη βάση του εκσυγχρονισμού του κράτους των Μολοσσών. Μεταξύ των άλλων την περίοδο αυτή προσκλήθηκε στην Πασσαρώνα, την πρωτεύουσα των Μολοσσών, ο Ευριππίδης, ο οποίος δίδαξε το 433/2 την τραγωδία του "Ανδρομάχη", που εξυμνούσε την καταγωγή του δυναστικού κλάδου των Μολοσσών. Οι αλλαγές αυτές προέκυψαν μετά τη συμμαχία των Μολοσσών με τους Αθηναίους, λόγω του Πελοποννησιακού πολέμου, με την οποία οι Μολοσσοί γνώρισαν και επηρεάστηκαν από την πιο ανεπτυγμένη Νότιο Ελλάδα.

Τα επόμενα χρόνια οι διάδοχοι του Θαρύπα ακολούθησαν την ίδια πολιτική, ενώ παράλληλα προσπάθησαν να επεκταθούν στη γειτονική Θεσπρωτία. Η επεκτατική πολιτική και η άνοδος των Μολοσσών ενισχύθηκε από τους Μακεδόνες βασιλείς με τους οποίους απέκτησαν και συγγενικούς δεσμούς με το γάμο της Ολυμπιάδος, αδελφής του βασιλέως των Μολοσσών Αλεξάνδρου με τον Φίλιππο, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Στα τέλη του 4ου αι π.Χ. η σημερινή περιοχή των Ιωαννίνων, όπως άλλωστε και ολόκληρη η Ήπειρος εξαρτιόταν από τους Μακεδόνες έως το 295 π.Χ., όταν εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή ο Πύρρος (295-272 π.Χ.) που έγινε βασιλιάς των Μολοσσών. Ο Πύρρος σημαντική προσωπικότητα συνένωσε όλα τα Ηπειρωτικά φύλα και κατάφερε να βγάλει την Ήπειρο από τα στενά γεωγραφικά και ιστορικά της πλαίσια. Με τις εκστρατείες του στην Ιταλία προσπάθησε να επαναλάβει στη δύση την επιτυχία που είχε ο Μέγας Αλέξανδρος στην ανατολή. Το 280 π.Χ. νίκησε τους Ρωμαίους στην Ηράκλεια και λίγο αργότερα υπερίσχυσε των Καρχηδονίων στη Σικελία. Μετά τη μάχη στο Beneventum το 275 π.Χ., όπου νίκησε και πάλι τους Ρωμαίους, λόγω των σοβαρών απωλειών που είχε, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ιταλική χερσόνησο και να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου όμως στράφηκε κατά των Μακεδόνων, τους οποίους προσπάθησε να εκδιώξει από τη Νότιο Ελλάδα. Το 272 π.Χ. ο Πύρρος σκοτώθηκε στο Άργος και με τον θάνατο του η Ήπειρος έπαψε να διαδραματίζει ενεργό μέρος στα πολιτικά δρώμενα στον ελλαδικό χώρο.

Οι διάδοχοί του δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν το έργο του. Το 234/2 π.Χ. οι Ηπειρώτες αναγκάστηκαν να καταργήσουν τη βασιλεία και τη διοίκηση ανέλαβε το Κοινό των Ηπειρωτών (232-167 π.Χ.), με έδρα του το Βουλευτήριο της Δωδώνης.

Το Κοινό των Ηπειρωτών βρισκόταν κάτω από την επιρροή των Μακεδόνων, τους οποίους βοήθησε στους πολέμους τους εναντίον των Ρωμαίων.

Την κλασσική εποχή δύο οργανωμένες πόλεις κυριαρχούν στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, η Πασσαρώνα (στο λόφο Γαρδίκι Ροδοτοπίου), πρωτεύουσα του κράτους των Μολοσσών και η Τέκμων (στο λόφο της Καστρίτσας). Και οι δύο ήταν οχυρωμένες με πολυγωνικά τείχη, των οποίων λείψανα σώζονται ακόμη και σήμερα.

Στο Ιερό της Δωδώνης που έως το 410 π.Χ. ανήκε στους Θεσπρωτούς-κτίζεται ο πρώτος ναός αφιερωμένος στο Δία. Αρχικά το Ιερό ήταν υπαίθριο, αφού πίστευαν ότι ο Δίας, που επονομαζόταν Νάϊος, κατοικούσε στις ρίζες της ιερής βαλανιδιάς, η οποία ονομαζόταν φηγός. Γύρω από το ιερό δένδρο υπήρχαν χάλκινοι τρίποδες, που σχημάτιζαν κύκλο και εφάπτονταν μεταξύ τους, έτσι ώστε όταν κάποιος έκρουε έναν από αυτούς, ο ήχος να μεταδίδεται και στους άλλους. Από τους ήχους των τριπόδων οι ιερείς έλεγαν τους χρησμούς, οι οποίοι χαράσσονταν σε μολύβδινα ελάσματα. Στις ανασκαφές του Ιερού βρέθηκαν πολλά κομμάτια από τους τρίποδες, που χρονολογούνται από τον 9ο έως και τον 4ο αι π.Χ. και αρκετά ελάσματα, μερικά από τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.

Την εποχή του Πύρρου κτίσθηκαν στο Ιερό της Δωδώνης το Θέατρο, το Πρυτανείο, το Βουλευτήριο και ανακαινίσθηκαν οι ναοί του Ιερού.

Το 168 π.Χ. η Ήπειρος καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους και πλήρωσε ακριβά την πίστη της στους Μακεδόνες. Οι πηγές αναφέρουν ότι 70 Ηπειρωτικές πόλεις καταστράφηκαν με πρωτοφανή αγριότητα, από τις λεγεώνες του Αιμιλίου Παύλου και 150.000 κάτοικοι πουλήθηκαν ως δούλοι. Το 30 π.Χ., μετά τη ναυμαχία στο Άκτιο, ιδρύθηκε από τον Οκταβιανό Αύγουστο η Νικόπολη στη χερσόνησο της σημερινής Πρέβεζας. Η Νικόπολη συνοικίσθηκε από τους κατοίκους των Ηπειρωτικών και Ακαρνανικών πόλεων και με την ακμή που γνώρισε σύντομα δημιούργησε νέες προϋποθέσεις για την Ήπειρο.


Η χερσόνησος του κάστρου των Ιωαννίνων

Βυζαντινοί χρόνοι

Τα πρώτα χριστιανικά χρόνια η περιοχή του σημερινού νομού των Ιωαννίνων ανήκε στη Ρωμαϊκή Επαρχία Παλαιά Ήπειρος (Epirus Vetus) με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, από την οποία εξαρτιόταν διοικητικά και θρησκευτικά, Από τις πρώτες εκκλησίες, που κτίστηκαν αφιερωμένες στη νέα θρησκεία, ήταν η βασιλική της Δωδώνης, η οποία κτίστηκε μέσα στο αρχαίο Ιερό και δέχθηκε ριζικές επισκευές, ιδιαίτερα κατά τον 6ο αι μ.Χ. Δεν υπάρχουν ιστορικές πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων την εποχή αυτή, γεγονός που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο οι λιγοστές αρχαιολογικές έρευνες. Πάντως τον 5ο και 6ο αι μ.Χ. ένα τμήμα της περιοχής θα πρέπει να υπέστη τις καταστρεπτικές συνέπειες των βαρβαρικών επιδρομών, που ως γνωστό ταλαιπώρησαν την Ήπειρο καθώς και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί ότι οι Γότθοι λεηλάτησαν την περιοχή γύρω από τη Δωδώνη. Τη μακρινή αυτή εποχή θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την απαρχή της σημερινής πόλης των Ιωαννίνων, που τους επόμενους αιώνες θα γνωρίσουν σημαντική ανάπτυξη και θα αποτελέσουν καθ' όλη τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής μια από τις αξιολογότερες πόλεις της Ηπείρου.

Τον 11ο αι η περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρο σημαντικών γεγονότων, αφού στην πόλη των Ιωαννίνων οχυρώθηκε ο Νορμανδός Βοημούνδος.

Περιμένοντας την αναμέτρηση του με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, ο Βοημούνδος επισκεύασε τα ήδη υπάρχοντα τείχη της πόλης, ένα τμήμα των οποίων σώζονται ακόμη και σήμερα. Το 1204 και μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους ιδρύθηκε το ανεξάρτητο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τα Ιωάννινα ήταν η σημαντικότερη πόλη του Δεσποτάτου, μετά την πρωτεύουσά του την Άρτα. Ο ιδρυτής του κράτους της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, επισκεύασε τα τείχη και εγκατέστησε στην πόλη βυζαντινές οικογένειες προσφύγων (Φιλανθωπινοί, Στρατηγόπουλοι κ.α) από την Κωνσταντινούπολη.

Την υστεροβυζαντινή εποχή κτίσθηκαν αρκετοί ναοί στην περιοχή των Ιωαννίνων. Την περίοδο αυτή στο μικρό Νησί της λίμνης Παμβώτιδας ιδρύθηκαν τα πρώτα μοναστήρια. Το καθολικό της Μονής των Φιλανθωπινών ανακαινίσθηκε σύμφωνα με επιγραφή το 1292 και την ίδια περίπου εποχή κτίσθηκε και το καθολικό της Μονής Στρατηγοπούλου. Οι δύο Μονές θα αποτελέσουν αργότερα τον πυρήνα της μεγάλης καλλιτεχνικής ανάπτυξης που γνώρισε το Νησί, κυρίως κατά τον 16ο αι. Στα τέλη του 13ου αι κτίσθηκε στην Κωστάνιανη η εκκλησία των Ταξιαρχών, χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής της λεγόμενης "Σχολής του Δεσποτάτου" και λίγο αργότερα η Κόκκινη εκκλησιά κοντά στην Κόνιτσα. Εκτεταμένες επισκευές έγιναν στις αρχές του 14ου αι στο μοναστήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου Μολυβδοσκεπάστου, το καθολικό του οποίου είχε ήδη κτιστεί κατά την μεσοβυζαντινή εποχή.

Στο Μολυβδοσκέπαστο, το βυζαντινό όνομα του οποίου ήταν Διπαλίτσα, σώζεται μέσα στο χωριό και η εκκλησία του Αγ. Δημητρίου, που χρονολογείται τη βυζαντινή εποχή.

Την εποχή αυτή θα πρέπει ενδεχομένως να αναζητήσει κανείς και τις απαρχές της αργυροχρυσοχοΐας, που γνώρισε στην περιοχή ιδιαίτερη ανάπτυξη τα κατοπινά χρόνια. Στις εκκλησίες των Μετεώρων και του Αγίου Όρους σώζονται αρκετά εκκλησιαστικά σκεύη (δίσκοι, δισκοπότηρα κ.α), που αποτελούν αριστουργήματα της βυζαντινής μικροτεχνίας. Το σημαντικότερο από αυτά είναι η περίφημη λειψανοθήκη, που βρίσκεται σήμερα στην πόλη Cuenca της Ισπανίας.

Το 1413/4 χρονολογείται το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής στο Μονοδένδρι Ζαγορίου. Σύμφωνα με την επιγραφή, που σώζεται πάνω από την είσοδο του μικρού ναού, η εκκλησία κτίστηκε με δαπάνη του βοεβόδα Θεριανού και των Βεζιτσινών, δηλ. των κατοίκων της γειτονικής Βίτσας, την εποχή που ήταν άρχοντας στην περιοχή ο Κάρολος Α΄Τόκκο.


Το κάστρο των Ιωαννίνων το 1815

Μεταβυζαντινή περίοδος, Νεότεροι χρόνοι

Το 1430 οι κάτοικοι των Ιωαννίνων έγιναν υποτελείς στους Τούρκους, που την ίδια χρονιά είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και είχαν προσαρτήσει στο κράτος τους ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας. Οι Γιαννιώτες κατάφεραν να εξασφαλίσουν από τους Τούρκους μια σειρά από κοινωνικά, οικονομικά και εκκλησιαστικά προνόμια, τα οποία είναι γνωστά ως "Ορισμός του Σινάν πασά".

Ανάλογα προνόμια κατάφεραν να εξασφαλίσουν και άλλες περιοχές, όπως τα Ζαγοροχώρια και το Μέτσοβο.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, που διατηρούσαν χωρίς ουσιαστικές αλλαγές τις κοινωνικές και οικονομικές δομές και επέτρεπαν στους κατοίκους της να συνεχίσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες, η περιοχή γνώρισε την κατοπινή εποχή μεγάλη ανάπτυξη, που γίνεται εμφανής ήδη από τον 16ο αι. Την περίοδο αυτή ιδρύθηκαν, τοιχογραφήθηκαν, ανακαινίστηκαν και επεκτάθηκαν πολλά μοναστήρια και εκκλησίες στην περιοχή του νομού των Ιωαννίνων.

Ο 16ος αι υπήρξε περίοδος ακμής για τα μοναστήρια του Νησιού στη λίμνη Παμβώτιδα, που γνώρισαν μεγάλη καλλιτεχνική δραστηριότητα. Το 1506/7 κτίστηκε η Μονή του Αγ. Ιωάννη Προδρόμου, από τους ιερομόναχους αδελφούς Νεκτάριο και Θεοφάνη Αψαρά, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στα 1531/2 έγιναν οι τοιχογραφίες της πρώτης φάσης του καθολικού της Μονής των Φιλανθρωπινών. Η αγιογράφηση του καθολικού της Μονής ολοκληρώθηκε μερικά χρόνια αργότερα, το 1542 και 1560. Το 1542/3 τοιχογραφήθηκε το καθολικό της γειτονικής Μονής του Αγ. Νικολάου Στρατηγοπούλου και στα τέλη του 16ου αι αγιογραφήθηκε και το καθολικό (α΄ φάση) της Μονής Ελεούσας. Οι τοιχογραφίες της Μονής των Φιλανθρωπινών και της Μονής Στρατηγοπούλου θεωρούνται από τα αριστουργήματα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής και επηρέασαν την εξέλιξη της ζωγραφικής σ' ολόκληρο τον Ηπειρωτικό χώρο. Οι τοιχογραφίες αυτές εντάσσονται στα πλαίσια της "Ηπειρωτικής Σχολής Ζωγραφικής" ή "Σχολής της ΒΔ Ελλάδος". Κύριοι εκπρόσωποι της σχολής αυτής θεωρούνται οι δύο Θηβαίοι ζωγράφοι αδελφοί Φράγκος και Γεώργιος Κονταρής, που έζησαν και εργάστηκαν ιδιαίτερα στην περιοχή των Ιωαννίνων και στους ναούς του Αγ. Νικολάου Κράψης και Μεταμόρφωσης στην Κληματιά.

Την ίδια εποχή αγιογραφήθηκε το καθολικό της Μονής Μολυβδοσκεπάστου από τον Ζωγράφο Ευστάθιο Ιακώβου και κτίστηκε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων μέσα στο χωριό. Αρκετές εκκλησίες κτίστηκαν και αγιογραφήθηκαν και στο χωριό Κληματιά (π. Βελτσίστα), όπως ο ναός του Αγίου Δημητρίου και της Μεταμόρφωσης. Τον 16ο αι ιδρύθηκαν επίσης δύο μεγάλα μοναστηριακά συγκροτήματα. η Μονή Πατέρων στο Λίθινο Ζίτσας και η Μονή Σωσίνου, κοντά στον Παρακάλαμο. Τα μοναστήρια αυτά, καθώς και πολλά άλλα, όπως η Μονή Μολυβδοσκεπάστου και η Μονή της Γκούρας στο Αηδονοχώρι, χάρη στις δωρεές κυρίως των ηγεμόνων της Βλαχίας απέκτησαν αργότερα δύναμη και πλούτο και είχαν πολλά μετόχια στις παραδουνάβιες περιοχές. Τα μοναστήρια αυτά έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην πνευματική ανάπτυξη που γνώρισε η περιοχή, αφού τα περισσότερα διέθεταν ή επιχορηγούσαν σχολεία. Στις αρχές του 17ου αι (1611) τα Ιωάννινα συνταράχθηκαν από το αποτυχημένο κίνημα ( το πρώτο στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα) του Διονυσίου, επισκόπου Τρίκκης και Σταγών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Σκυλόσοφος. Οι αναταραχές που γνώρισαν τα Ιωάννινα δεν φαίνεται όμως να είχαν ιδιαίτερες συνέπειες για τις άλλες περιοχές του νομού, που εξακολούθησαν να γνωρίζουν οικονομική άνθηση, χάρη στις εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων τους. Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισαν το Μέτσοβο, τα Ζαγοροχώρια, το Συρράκο, οι Καλαρρύτες κ.α

Το Μέτσοβο υπήρχε ήδη από την υστεροβυζαντινή εποχή, αφού αναφέρεται στο "Χρονικό των Ιωαννίνων", γνώρισε όμως μεγάλη ανάπτυξη κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, χάρη στη διοικητική αυτονομία που παραχωρήθηκε στους κατοίκους του, κυρίως για την προστασία της διάβασης του Ζυγού, μεταξύ Ηπείρου Θεσσαλίας. Σε προνόμια που απόκτησαν με τη "συνθήκη του Βοϊνίκου" οφείλεται και η μεγάλη ανάπτυξη που γνώριζαν τα Ζαγοροχώρια, τα οποία αναφέρονται ήδη από το 1352, στο χρυσόβουλο του Συμεών Uros. Η περιοχή των Ζαγοροχωρίων κατά την Τουρκοκρατία έγινε αυτοδιοικούμενη ομοσπονδία, γνωστή ως Βιλαέτι του Ζαγορίου. Τη μεταβυζαντινή εποχή κάτοικοι της περιοχής ήταν εγκατεστημένοι σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και κυρίως στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την Ρωσία, όπου πλούτισαν και με δωρεές ευεργέτησαν την πατρίδα τους, κτίζοντας εκκλησίες και έργα κοινής ωφέλειας, όπως σχολεία και γεφύρια.

Ανάπτυξη γνώρισαν επίσης και τα χωριά Συρράκο και Καλαρρύτες, τα οποία από τα μέσα του 17ου αι ήταν σημαντικά κέντρα εξαγωγής προϊόντων, που συγκεντρωνόταν εκεί από τα γειτονικά χωριά και κυρίως από τη Θεσσαλία. Κάτοικοι της περιοχής είχαν δημιουργήσει εμπορικούς οίκους σε μεγάλα Ευρωπαϊκά κέντρα, όπως η Τεργέστη και το Λιβόρνο.

Οι Καλαρρυτινοί ήταν επίσης περίφημοι για την τέχνη της αργυροχοΐας. Κατασκεύαζαν αντικείμενα οικιακής χρήσης, κοσμήματα, λειτουργικά σκεύη, αρκετά από τα οποία σώζονται ως τις μέρες μας και εντυπωσιάζουν με τον πλούτο των σχεδίων και την άριστη τεχνική τους. Αργότερα το 1881, όταν τα τουρκικά στρατεύματα κατέστρεψαν το χωριό τους, οι Καλαρρυτινοί εγκαταστάθηκαν στα Ιόνια νησιά και κυρίως στη Ζάκυνθο, όπου αναδείχθηκαν σπουδαίοι μαστόροι του ασημιού. Τεχνίτες, όπως ο Αθ. Τζημούρης, ο Διαμ. Μπάφας, αφομοιώνοντας στοιχεία από την τέχνη της Δύσης, δημιούργησαν μερικά από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής μικροτεχνίας όπως η λάρνακα του Αγ. Διονυσίου, στον ομώνυμο ναό της Ζακύνθου.

Αξιόλογοι αργυροχόοι υπήρχαν και στα Ιωάννινα. Από αυτούς οι πιο ονομαστοί ήταν οι Σουγδουρήδες, έργα των οποίων βρίσκονται σήμερα στο μοναστήρι της Αγ. Αικατερίνης στο Σινά και στη μονή Βατοπεδίου στο Αγ. Όρος.

Τον 17ο αι κτίσθηκαν στα Ιωάννινα σημαντικά Οθωμανικά κτίρια, όπως το τζαμί του Ασλάν πασά, στη ΒΑ ακρόπολη του Κάστρου. Στην ύπαιθρο κτίσθηκαν και διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες πολλές εκκλησίες και μοναστήρια, όπως η εκκλησία του Αγ. Νικολάου στη Βίτσα και του Αγ. Μηνά στο Μονοδένδρι, το μοναστήρι της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας στην Αρίστη Ζαγορίου κ.α Παράλληλα με την οικονομική και καλλιτεχνική κίνηση η περιοχή παρουσίασε την εποχή αυτή και σημαντική πνευματική δραστηριότητα, που τα σπέρματά της βρίσκονται σε παλαιότερες εποχές. Στα μέσα του 17ου αι λειτουργούσαν στα Ιωάννινα, με την άδεια του τουρκικού κράτους, οι Σχολές του Επιφάνειου και του Γκούμα. Στην πνευματική ανάπτυξη της περιοχής σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα τυπογραφεία, που ίδρυσαν στη Βενετία Γιαννιώτες, όπως ο Νικ. Γλυκής, ο οποίος εξέδιδε λειτουργικά βιβλία, εγχειρίδια γραμματικής κ.α., μέσω των Ιωαννίνων διακινούντο σ' ολόκληρη την Ελλάδα.

Χάρη στο εμπόριο και τη μεταποιητική χειροτεχνία η μεγάλη αυτή δραστηριότητα διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια του 18ου αι και ιδιαίτερα μετά το 1718, όταν υπογράφτηκε η συνθήκη του Πασάροβιτς. Την εποχή αυτή υπήρξε μια έντονη οικοδομική δραστηριότητα στα περισσότερα χωριά του νομού, όπου νέες εκκλησίες κτίστηκαν και αγιογραφήθηκαν, όπως η εκκλησία του Αγ. Νικολάου στο Καπέσοβο, το καθολικό της Μονής Άβελ στη Βήσσανη, η εκκλησία της Παναγίας στο Αλεποχώρι Μπόσταρη, ο ναός της Μεταμορφώσης στο Φορτόσι Κατσανοχωρίων, ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Χρυσοβίτσα κ.α. Οι περισσότερες εκκλησίες είναι έργα περίφημων μαστόρων από τα μαστοροχώρια της Κόνιτσας (Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη κ.α). Παράλληλα κτίστηκαν μεγάλα αρχοντικά, που διακοσμήθηκαν με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Την εποχή αυτή τα Ιωάννινα υπήρξαν κέντρο παιδείας και ιδιαίτερα κέντρο του λεγόμενου Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σημαντικοί λόγιοι, όπως ο Αθ. Ψαλίδας, ο Ευγ. Βούλγαρης, ο Βασ. Μακρής δίδαξαν στη Σχολή του Επιφάνειου, (μετέπειτα Μαρουτσαία), στη Σχολή του Γκιούμα και αλλού. Πολλά σχολεία κτίσθηκαν επίσης στα περισσότερα χωριά του σημερινού νομού.

Τον 18ο αι η Ήπειρος αντιμετώπισε γενικότερες αναταραχές εξ αιτίας των συγκρούσεων των Αλβανών μπέηδων, η τοποθέτηση όμως του Αλή πασά ως τοπάρχη των Ιωαννίνων και της Θεσσαλίας είχε σαν αποτέλεσμα την εδραίωση της ασφάλειας και την ηρεμία στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του τα Ιωάννινα και γενικότερα η Ήπειρος γνώρισαν μεγάλη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη. Ο Αλής αποβλέποντας στην ανεξαρτησία του από την Υψηλή Πύλη οχύρωσε εκ νέου το Κάστρο των Ιωαννίνων, το οποίο πήρε τη μορφή που έχει σήμερα. Παράλληλα έκτισε τα κάστρα των Πέντε Πηγαδιών και του Ελευθεροχωρίου για να ελέγχει στους δρόμους, που οδηγούσαν στην Πρέβεζα και τη Θεσπρωτία.

Η σύγκρουση του Αλή με την Υψηλή Πύλη είχε ολέθρια αποτελέσματα για την περιοχή. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή (1820-21) από τον Οθωμανικό στρατό, τα Ιωάννινα καταστρέφονται από πυρκαγιά, ενώ παράλληλα επήλθε οικονομικός μαρασμός στην περιοχή. Η πτώση του Αλή πασά, τα διάφορα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν στον ευρύτερο Ηπειρωτικό χώρο και η δράση των Τουρκαλβανών, που λεηλατούσαν για μεγάλα διαστήματα περιοχές της Ηπείρου, έφεραν μεγάλη αναστάτωση και υπήρξε ανασταλτικός παράγοντας στην ευημερία και στις δραστηριότητες των κατοίκων της. Η οικονομική ενίσχυση των αποδήμων κατοίκων της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, αφού με χρήματα των αποδήμων κτίστηκαν νέα εκπαιδευτήρια, όπως η Ζωσιμαία Σχολή, εκκλησίες (το Αρχιμανδρειό, η Περίβλεπτος, ο Αγ. Νικόλαος Αγοράς κ.α) και πολλά κοινωφελή Ιδρύματα (Νοσοκομείο Χατζηκώστα, Παπαζόγλειος Υφαντική Σχολή κ.α.). Οι δωρεές των αποδήμων Ηπειρωτών (Ζώης Καπλάνης, Σίμων Μαρούτσης, Γεώργιος Αβέρωφ, Απόστολος Αρσάκης, Ιωάννης Γεννάδιος, Ιωάννης Δομπόλης, Ευάγγελος & Κων/νος Ζάππας, αδελφοί Ζωσιμά, Ιωάννης Μπάγκας, αδελφοί Ριζάρη, Σίμων & Γεώργιος Σίνας, Γεώργιος Σταύρου, Νικόλαος Στουρνάρας, Μιχαήλ Τοσίτσας, Γεώργιος Χατζηκώστας κ.α,) δεν περιορίστηκαν μόνο στα Ιωάννινα και τη γύρω περιοχή, αλλά και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπου κόσμησαν την Αθήνα με καλαίσθητα κτίρια και κοινωφελή Ιδρύματα όπως το Εθνικό Καποδιστριακό Μετσόβειο Πανεπιστήμιο, το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, το Αστεροσκοπείο Αθηνών, η Σιναία Ακαδημία Αθηνών, το Αρσάκειο Παρθεναγωγείο, η Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή, η Εθνική Τράπεζα Αθηνών, το Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", το Ζάππειο Μέγαρο, η Μητρόπολη Αθηνών, το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, το Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό στάδιο κ.ά..

Η περιοχή του σημερινού νομού των Ιωαννίνων απελευθερώθηκε το 1912/13 και προσαρτήθηκε στο Ελληνικό κράτος. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ορεινές περιοχές του νομού έγιναν πεδία σφοδρών μαχών, αφού οι Ιταλοί από την Αλβανία διαμέσου της κοιλάδας του Καλαμά εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος. Τα ελληνικά στρατεύματα ωστόσο κατάφεραν να απωθήσουν τον Ιταλικό στρατό μέχρι τους Αγ. Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πολλά χωριά των Ιωαννίνων (π.χ Ασπράγγελοι, Ελάτη κ.α) πυρπολήθηκαν από τους Γερμανούς, σε αντίποινα στη βοήθεια που προσέφεραν στα ανταρτικά σώματα του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Σφοδρές μάχες στην περιοχή της Κόνιτσας έγιναν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά κυρίως η εμφύλια σύρραξη , είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει η περιοχή μεγάλο οικονομικό πρόβλημα και να ακολουθήσει ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα κυρίως προς τη Γερμανία και την Αμερική, που έφερε την ερήμωση και τον μαρασμό πολλών χωριών.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε ψευδώνυμο.
Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).Υβριστικά και μη ευπρεπή σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...