₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

-"Παράδοση ειναι ο δρομος τον οποίο ο άνθρωπος ανοίγει
καθε φορά για να βρει τον εαυτό του".

Στην πανέμορφη ελληνική Σμύρνη πριν το 1922,

τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά
ηταν μια επισημη απο τις επισημότητες σκόλες της χρονιάς
με ιδιομορφία δραστηριότητας και εκδηλώσεων πραγματικά χαρακτηριστικής.

Ας ζήσουμε για λιγο στη Σμύρνη τις άγιες τούτες μέρες.


"...Από την παραμονή των Χριστουγέννων ανάστατη ολη η οικογένεια στο σμυρναϊκό σπιτι. Απο νωρίς το απογευμα αρχίζαν τα λουσίματα και η καθαριότητα, πρώτα των παιδιων. Θα μεταλαβαίνανε του "Χριστού τη μέρα" που ξημέρωνε, γι' αυτό ήπρεπε να γινει "ειδική καθαριότητα". "Σώμα και ψυχή", οπως έλεγε η μητέρα/ σαν φέρνανε αντίρηση τα παιδιά. Λούσιμο, χτένισμα με το ψιλό χτένι/ κόψιμο σύριζα τα νύχια και σαπούνισμα γερό ουλο το κορμί για να μπουν τα παστρικά μοσκομυρισμένα ασπρόρουχα. Νηστεία κρατούσανε ολο το σαρανταήμερο, αλλα για τη μετάληψη έπρεπε να γινει "τρίμερο" με σκέτο νερόβραστο.


Αφου γινούτανε η γενική καθαριότητα στο σώμα, η μητέρα φώναζε ένα - ένα παιδί χωριστά και τόκλεινε στην κρεββατοκάμαρη. "Τώρα και τάλλα σου χρέη", έλεγε σοβαρή - σοβαρή, "τα χρέη της ψυχής, οπως τάπαμε"/ Αυτά ητανε: - Να πούνε το πιστεύω, τρεις φορές/ το πατερ ημων και να κάνουνε δέκα μετάννοιες μπροστά στα εικονίσματα. Οταν τελειώνανε κι αυτά τα χρέη/ ερχότανε η σειρά για τα χειροφιλήματα της συγχώνευσης. "Πρώτα τον παππουλη και τη νενέ/ και μη ξεχάσεις να κάνεις μετάνοια,/ αρμήνευε σιγανά η μητέρα. Παντα, τις γιορτινές μερες, απο τις παραμονές, ερχόντουσαν οι παππουληδες στα παντρεμένα τους παιδιά, για να περάσουν μαζί τους τα πατροπαράδοτα έθιμα. Οταν ερχόταν η ώρα να δώσουν την ευχή τους, για να πανε να μεταλάβουνε τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, άπλωναν με συγκίνηση το γέρικο χέρι τους να το φιλήσουν και έδιναν χιλιες ευκές με τρέμουλη απο τη συγκίνηση φωνη, για υγεία, προκοπή και προ παντων για γνώση.



Το ιδιο γινότανε κι αυτό απο τον πατέρα και τη μητέρα και οσους θειους και θειες βρισκόντουσαν κοντά. Ποτέ ομως δεν ξεχνούσανε τη νονά. Απο πολυ μικρά τα πήγαινε η μάνα τα παιδια στη νουνά, για να τα ευχηθεί τη μέρα που θα μεταλαβαίνανε. Σαν μεγαλώνανε πηγαίνανε προθυμα μόνα τους. Γιατι, η συγχώρευση της νουνάς, είχε μια ιδιαίτερη χαρά. Παντα μετά το χειροφίλημα και τις ευχές "να γίνουν καλοί Χριστιανοί", ήβαζε κάμποσα μεταλίκια στις τσέπες των βαφτισιμιών της, λέγοντας: "για να ανάψετε κερι αύριο που θα μεταλάβετε". Μετά τη μετάληψη η μητέρα είχε έτοιμο στο σπιτι, σ' ένα ρακοποτηρο, μοσχάτο κρασί κι έδινε στα παιδια, να πιούνε μια γουλια/ "για να πάει η αγία κοινωνια κάτω"/ και συνάμα παρέγγελνε, οσο πειστικα μπορούσε: "Προσέξτε παιδια, να μη φτύστε καθόλου σήμερα/ να μη χτυπήστε και ματώστε/ και προ πάντων/ να μη πειτε ασκημο λογο/ προσέξτε! έχετε μεταλάβει μη το ξεχάστε!" Οι μέρες απο τα Χριστουγέννα ισαμε τον Αγιο Βασίλη ητανε σωστό αναστάτωμα, για μικρούς και μεγάλους στην αξέχαστη πατρίδα. Τα σκολειά κλειστά και τα σπιτια ολο ετοιμασίες.


Οι νοικοκυράδες μπαινοβγαίνανε φουριόζες κι ολο μουρμουρίζανε για τα παιδιά, που μπερδεύανε μέσα στα ποδάρια τους και δεν περνούσε μέρα που να μη τα καταχερίσουνε. Μα ανήμερα την Πρωτοχρονιά τα παντα ηταν εντάξει. Τα σπιτια "πετούσαν" απο πάστρα και μοσκοβολουσαν κανέλλα και καριοφύλλι, περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο. Ούλα τα πατροπαράδοτα αντέτια, ήπρεπε να γινουν οπως τα βρήκανε απο τσι γονιοί τους. Πρωί - πρωί ξεκινούσε ολη η οικογένεια, με τα κατάκαλά τους, να πανε στην εκκλησία. Ο νοικοκύρης κρατούσε στην τζέπη του το ροδι, που θα σπούσε στην πορτα


του σπιτιού σαν θα γυρνούσαν. Για το καλό του χρόνου και για πολλά μπερικέτια, οπως λεγανε. Μετά απ' αυτό ήπρεπε να μπει με το δεξί στο σπιτικό και να ευχηθεί σ' ολη τη φαμίλια του "καλη χρονιά", φιλωντας έναν - εναν σταυρωτά. Σαν τέλειωναν οι ευχές, ολη η φαμίλια καθότανε με τάξη γύρω στο αηβασιλιάτικο τραπέζι. Η μητέρα έφερνε αμεσως το θυμιατό, και θυμιαζε με μοσκολιβανο, πρώτα την πίττα και μετά έναν - έναν κάνοντας το σημείο του σταυρού. Ο πατέρας ήκοβε την βασιλιόπιττα με την ιδια κάθε χρόνο σειρά. Το πρώτο κομμάτι του Χριστού,/ της Παρθένου/ και μετά κατά ηλικία, αρχίζοντας απο τους παπουλήδες. Το νόμισμα ήτανε παντα μεταλλίκι χρυσό και σ' εκείνον που θάπεφτε θάφερνε μεγάλο γουρι. Πολλες φορές τύχαινε, την ώρα που κόβανε την πιττα, να έρθουν τα παιδια του μαχαλά να τα πούνε. Το σήμαντρο χτυπούσε με τέχνη και το ντουμπελέκι κρατούσε το ισιο. Οι παιδικές φωνές συμπληρωναν τη χαρούμενη ατμόσφαιρα του σπιτιού και τα λόγια τους έφερναν στον καθένα ένα καλό μήνυμα:


Αρχή μηνια κι αρχή χρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ' άγιο θρόνο τραγουδούσαν τα παιδόπουλα, μα τόνιζαν ιδιαίτερα τις ευχές για τον νοικοκύρη του σπιτιού: χρόνια πολλά να ζήσει, ποντάροντας σ' ένα καλύτερο μπαξίσι. Δεν πρόφταινε καλά - καλά να τελειώσει το κόψιμο της πιττας/ και το μοίρασμα των μπουναμάδων/ κι αρχίζανε να καταφτάνουν τα πρώτα βίζιτα./ Παλιό αντένι κι αυτό. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, συγγενείς και φίλοι/ μονο άντρες/ ανταλάανε βίζιτα για να ευχηθούν "τα έτη πολλά". Ακόμη και άγνωστοι μπαίνανε απο μέσα, για να πουνε τις ευχές τους. Οι πόρτες του σμυρναιικου σπιτιού, ούλη μέρα της Πρωτοχρονιάς εμεναν ανοιχτές, για ολο τον κόσμο. Μονοι οι γιατροί,/ σαν γιατροί/ πηγαίνανε/ τη χρονιάρα μέρα/ στα σπιτια. Και ανάγκη να ήτανε αποφεύγανε να τους καλέσουνε. Ολοι οι επισκέπτες ήπρεπε να σερβιριστούν απο το μεγάλο τραπέζι της σάλας/ που ηταν ανοιγμένο περα για πέρα. Στρωμενο με το άσπρο λινο τραπεζομάντηλο/ απο τα προυκιά της νοικοκυράς/ με κεντημένα στη μέση τα ψημια της. Ολα τα καλά του Θεού βρισκόντουσαν, για το καλό της χρονιας, απανω σε εκείνο το τραπεζι. Βαλμένα με τάξη στα καλά σερβίτσια, που φύλαγαν για τις χρονιάρες μέρες.


Μεσ' τη μεση η μεγάλη φρουτιέρα με το "Χριστό". Ετσι λέγανε τη μέρα εκεινη τα λογιών - λογιών ξερά φρούτα. Σωστό φρουτατζίδικο ητανε ο λεγόμενος "Χριστός". Τίποτα δεν έλειπε. Και τι δεν είχε σε κεινη την πελώρια κρυστάλινη φρουτιέρα. Ο,τι ήθελες και τραβούσε η όρεξή σου. Δαμάσκηνα, φουντούκια, τζίτζιφα, κουκουνάρια, σουλτανιές σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια, ως και κουντουρούδια. Μα ποτέ δεν ήλιπε το μανα τ' ουρανού. Ούλα αυτά στολισμένα με πρασινάδες και ου, δείχνανε πραγματικά την ευλογία του Χριστού. Ασε πια εκεινα που είχανε φτιάξει τα άξια χέρια της νοικοκυράς. Μια στοιβα σεκέρ λουκούμια/ πασπαλισμένα με άχνη/ μοιάζανε με χιονισμένο βουνό. Δίπλα τα φοινίκια ποτισμενα στο μελι. Βασιλοπιττάκια λογιών λογιών. Αστρουλάκια καρδίτσες, αετουδάκια, ολα με το καρεφυλάκι στη μέση που μοσκομυρίζανε και θρούσανε μολις τάβαζες στο στόμα. Μα στην πρώτη γραμμή, απ' ολα τα κατασκευάσματα ερχούντανε η Βασιλόπιττα. Κάθε Σμυρνιά νοικοκυρά, ήβαζε ουλα τση τα δυνατά να στολίσει καλύτερα απο τσ' άλλης την πιττα του σπιτικού της. Στη μέση ήπρεπε να μπει / απαραίτητα/ ο δικέφαλος αετός και γύρω - γύρω μικρότερα αετουδάκια και λογιών - λογιών πλουμιά. Αστρα, πουλουδάκια και ο,τι άλλο κατέβαζε το γούστο της για να γίνει πιο όμορφη.


Αυτά ητανε αντέτια που τα κρατούσανε, ανάλογα, ολα τα σπιτικά της Σμύρνης, πλούσια και φτωχά. Οι νοικοκυρές δεχόντουσαν τα βίζιτα στολισμένες με ούλα τα καλά τους/ για να τιμήσουν τους αντρες τους/ και να φανεί η αγάπη που τους εχουν. Μεγάλη τιμή για τη νοικοκυρά ηταν/ τα βίζιτα να πάρουν απ' ούλα τα καλούδια που είχε φτιαξει και να τα παινέψουν. Το σμυρναιϊκο σπιτι ηταν φιλόξενο και οι Σμυρνιές τόχανε καμάρι να ρετσιβάρουν τους μουσαφιραίους. Τα φαγιά τους ητανε μιλημένα. Ο χριστουγεννιάτικος διανος ηθελε ολόκληρη επιστήμη για να γινει οπως πρέπει. Παραγεμισμενος με καβουρντισμένο κυγμά με ψιλό - ψιλό κρεμμυδάκι, και ξεροψημένα κάστανα στη χόβολη του μαγκαλιού. Μπόλκο μαύρο πιπερι και κουκουναράκια. Ροδοκοκκινισμένος και γαρνιρισμένος με ολόκληρες πατετούλες, άνοιγε σ' ολους την όρεξη. Ολα τα φαγια που ψήνανε οι Σμυρνιές νοικοκυράδες ητανε σωστός πειρασμός. Οποιος έτυχε να φάει το στιφάδο τους, ποτέ δεν το ξεχνά. Με μπολικα ολόκληρα κρεμμυδάκια και ολων των λογιών τα μπαχαρικά μέσα. Το κρέας, όμως, ήπρεπε νάναι γουρουνίσιο, με το συμπαθειο, ή αγριογούρουνο, άμα ητανε η εποχή του. Αμ οι γιαπρακιένιες ντολμάδες με κυμα η γιαλαντσί, τι σου λενε! 'Η το ατζέμ πιλάφι πούμενε κουκι - κουκί, ακομη και την άλλη μέρα. Ασε πια τα σουτζουκάκια! με το σκορδάκι και το μπολικο κίμινο, που μύριζαν δυο μαχαλάδες πέρα. Στα γλυκίσματα και τα ρετσέλια πια, δεν τις έφτανε κανείς. Σαν έτρωγες απ' αυτά, ηταν να γλύφεις και τα δάχτυλά σου, που λέει ο λόγος...


Οι γυναίκες στη Σμύρνη, δεχοντουσαν μόνο ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και κανανε τα βίζιτά τους την άλλη μέρα ή την παραπανω. Σκέτο "γυναικείο" οταν το λέγανε. Στα βιζιτα αυτά πια, γινούτανε και το "μορστράρισμα" των μποναμάδων. Ο,τι ήθελε να τους δωρήσουν την Πρωτοχρονιά, ήπρεπε να το φορέσουν στο βιζιτο εκεινο. Προ πάντων οι παντρεμένες και αρραβωνιασμένες. Ο,τι χρυσαφικό παίρνανε απο τσι άντρες τους και αρραβωνιαστικούς, για καμάρι το βάζανε κι ας είχαν άλλα τόσα. Κι ήβλεπες μάτια μου χρυσαφικά/ σαν να βρισκόσουνα στα κουγιουμτζίδικα του καπαλι τσαρσιού. Κορδόνια, μακριά και κοντά και Κωσταντινάτα. Μαλαματένια βραχιόλια, λογιών - λογιών. Στριφτα, μάπες ή βέργες. Σκουλαρίκια καφασωτά που λαμποκοπουσανε. Δαχτυλίδια μονόπετρα με διαμάντια σα ρεβύθι. Στα καρέ τους φιγουράρανε ρέστες - ρέστες τα μαργαριτάρια. Πολλές φορές ανακατωμένες με αληθινά κοράλια. Καταστόλιστες ξεκινούσαν για τα βίζιτα οι Σμυρνιές της καλής τάξης οπως τις λεγανε, με τα πιο καλά τους λούσα και στολιδια. Μπουάδες, μανσόν και παπούτσι λουστρίνι καϊκάκι να τρίζει. Απαραίτητο ομως ηταν το καπελλο με φτερό. Κορδωμένες στα αστραφτερά "λαντώ", κάνανε πιο πρωτοχρονιατικο αντέτι στα συγγενικά και φιλικά σπιτια.

Αγαπημένοι φίλοι και συμπατριωτες, δεν ξέρω κατά ποσο τα κατάφερα να σας μεταφέρω νοερά, για λίγο στην αγαπημένη μας Σμύρνη, στις γιορτινές μέρες Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιας. Αλλα προσπαθησα. Η μνήμη οσο παει και θολώνει με τα χρόνια, γι' αυτό, οπως είπαμε, ειναι ανάγκη να γίνονται συχνά τέτοιες προσπαθειες αναδρομής/ για να μη σβήσει ποτέ.
Ας μη κόψουμε τα αόρατα νήματα που μας δένουν με τις σκλαβωμένες μας πατρίδες και που δεν ειναι άλλα απο τις μνήμες/ εστω και θολωμένες...


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑ

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Οι μυστικές συναντήσεις και οι συνομιλίες του βασιλιά Κωνσταντίνου για επιστροφή στο Θρόνο


Συνάντηση με Πιπινέλη, Ασλανίδη και συνομιλίες με Παττακό στην Ουάσινγκτον, κατόπιν παρεμβάσεως του Σάχη της Περσίας

Του Τάσου Κ. Κοντογιανννίδη
akontogiannidis@yahoo.gr

Στις 13 Δεκεμβρίου 1967, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με μια απεγνωσμένη προσπάθεια προσπαθεί με έμπιστους αξιωματικούς να ανατρέψει τους συνταγματάρχες για να επαναφέρει την δημοκρατική ομαλότητα στη χώρα. Το κίνημά του αυτό απέτυχε γιατί ο Παπαδόπουλος που γνώριζε πλέον τις κινήσεις του αφού τον ενημέρωναν έμπιστοι αξιωματικοί που βρίσκονταν πλησίον του βασιλιά και υπέκλεπταν τις συνομιλίες του και έτσι έλαβε τα μέτρα του.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, μετά το αποτυχημένο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου έφυγε - όπως είναι γνωστό- με στρατιωτική ντακότα από την Καβάλα για την Ρώμη. Προσγειώθηκε τις πρωϊνές ώρες με τα μέλη της βασιλικής οικογενείας. Λίγο πριν το μεσημέρι, ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης που βρισκόταν στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες για την τακτική Σύνοδο με τον αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως και υπουργό Εθνικής Αμύνης στρατηγό Γρηγόριο Σπαντιδάκη, τηλεφώνησε στην Αθήνα και μίλησε στον Παπαδόπουλο.
- Θα ήθελα κύριε πρόεδρε διερχόμενος από την Ρώμη να συναντήσω τον βασιλέα και να βολιδοσκοπήσω τας προθέσεις του ...
- Αν νομίζετε οτι θα είναι χρήσιμη μία συνάντηση μαζί του έχετε την έγκριση μου, απάντησε ο Παπαδόπουλος, που ήθελε πάση θυσία ανοικτές γέφυρες με τον βασιλιά, για να καθησυχάσει τους βασιλόφρονες αξιωματικούς, διπλωμάτες, βιομηχάνους και εφοπλιστικούς κύκλους που περίμεναν εναγωνίως τις εξελίξεις.
Κατά βάθος δεν πίστευε οτι ο Πιπινέλης θα φέρει κανένα αποτέλεσμα, γιατί γνώριζε ότι ο βασιλιάς θα έθετε όρους και εκείνος δεν ήταν διατεθειμένος να τους δεχθεί. Έτσι και έγινε. Οταν ο Πιπινέλης γύρισε στην Αθήνα ενημέρωσε τον Παπαδόπουλο:
- Ο βασιλεύς αρνείται να επιστρέψει, εκτός αν η κυβέρνηση δεχθεί τους όρους που θέτει: επιστροφή των αξιωματικών στους στρατώνες, προκήρυξη εκλογών και αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Φυσικά οι όροι του απορρίφθηκαν και η προσπάθεια επιστροφής στο θρόνο του απέτυχε. Η αποτυχία όμως αυτή, δημιουργούσε προβλήματα στον Παπαδόπουλο, και ενέτεινε τις πιέσεις των φιλοβασιλικών. Ενας από αυτούς ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, που όρκισε την κυβέρνηση Παπαδοπούλου με όρους. Τότε ο Παπαδόπουλος πήρε τον Ιερώνυμο, πήγαν στην Σχολή Ευελπίδων και μετά την ομιλία του στους έκπληκτους μαθητές και αξιωματικούς, φώναξε: “Ζήτω ο βασιλεύς!” Ηταν η πιο καθησυχαστική ενέργεια προς τους βασιλόφρονες.
Άλλη σοβαρή προσπάθεια για επιστροφή του βασιλιά έγινε επι αμερικανικού εδάφους. Στις 28-3-1969, πέθανε ο στρατηγός Αϊζενχάουερ και στην κηδεία του την ελληνική κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Στυλιανός Παττακός. Παρών στην Ουάσινγκτον και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.
Δύο φορές ο πρεσβευτής της Ελλάδος στις ΗΠΑ Χρήστος Ξανθόπουλος - Παλαμάς, είπε στον Παττακό ότι είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία να δει τον Κωνσταντίνο, αλλά εκείνος, αν και φιλοβασιλικός, αρνήθηκε λέγοντας οτι δεν συντρέχει λόγος να το πράξει. Στη δεξίωση που δόθηκε στον Λευκό Οίκο από τον πρόεδρο Νίξον, προς τιμήν των ξένων προσκεκλημένων, τον Παττακό πλησίασε ο Σάχης της Περσίας και συνομίλησε μαζί του. Στο τέλος του είπε ότι στην αίθουσα βρίσκεται ο Κωνσταντίνος και θα ήταν καλό να συναντηθούν.
Ο Παττακός πιεζόμενος πανταχόθεν, τηλεφώνησε στον Παπαδόπουλο και τον ενημέρωσε. Εκείνος τον παρότρυνε και η συνάντηση βασιλιά-Παττακού κλείστηκε να γίνει το μεσημέρι της επομένης στην ελληνική πρεσβεία, όπου ο Ξανθόπουλος - Παλαμάς θα παρέθετε γεύμα προς τιμήν τους.
-Τι θα προτιμούσατε, ρώτησε ο Ξανθόπουλος - Παλαμάς. Η συνάντηση να γίνει πριν ή μετά το φαγητό ; «Καλύτερα πρίν», είπε ο Παττακός και συμφώνησε κι ο Κωνσταντίνος. Οι δυο άνδρες κλείστηκαν στο γραφείο του πρεσβευτή και άρχισαν να συνομιλούν.
Τρείς φορές κτύπησε την πόρτα ο Ξανθόπουλος- Παλαμάς, για να τους προσκαλέσει στο γεύμα. Και οι δύο αρνήθηκαν λέγοντας «αργότερα»… Η δραματική εκείνη συνάντηση κράτησε τρείς ολόκληρες ώρες! Στο τέλος, κατάκοποι, απογοητευμένοι και με κατεβασμένα τα κεφάλια, βγήκαν από το γραφείο χωρίς να πούν λέξη, αλλά και ούτε να καθίσουν στο τραπέζι για να φάνε, αφού τους κόπηκε η όρεξη… Σε κάποια στιγμή της συζητήσεως, διαφάνηκε οτι κάπου υπήρχε σημείο επαφής και ίσως τα πράγματα θα εξελίσσονταν θετικά για τον Κωνσταντίνο. Προσέκρουσαν στην επιμονή του: Επιστροφή του στρατού στους στρατώνες και εκλογές!
Μια άλλη επαφή που δεν καρποφόρησε έγινε στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972. Ο Κωνσταντίνος έκανε την απονομή του αργυρού μεταλλίου στον Πέτρο Γαλακτόπουλο που κέρδισε στην πάλη και λίγο μετά, τον πλησίασε ο υφυπουργός Αθλητισμού Κων. Ασλανίδης, χαιρέτησε δια χειροφιλήματος τη βασίλισσα Αννα Μαρία και άνοιξε κουβέντα που την έκλεισε γρήγορα ο Κωνσταντίνος λέγοντας: « Αι απόψεις μου είναι γνωσταί απο τας οποίας είμαι αμετακίνητος».

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Σουλιώτισσες οι Σπαρτιάτισσες της Επανάστασης


Οι σχέσεις των φύλων στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη.
Οι άντρες σέβονταν τις γυναίκες τους και συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις.
Οι σεβαστότερες απ΄ αυτές αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών.
Αντίθετα, ουδέποτε άνδρες ανακατεύονταν σε γυναικείους καβγάδες.Μερικές καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα στρατιωτικά συμβούλια, όπου οι γνώμες τους υπολογίζονταν όσο και των καπεταναίων. Στο σπίτι, τέλος, οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες αφέντρες.

Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός Όταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.

Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα-ηρωίδα που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά «τη γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα». «Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Η πρώτη σέρνει το χορό, φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη… Γύρω ακούγεται το μουγκρητό του ανέμου, που στροβιλίζει το χιόνι κι ανακατεύεται με το τραγούδι…

Την ίδια χρονική στιγμή(Δεκ. 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

Από τις Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες, καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου»,είπε χαρακτηριστικά στον πασά. Μια άλλη γυναίκα φυσιογνωμία που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.

 

Η περηφάνια που ένιωθαν οι Σουλιώτες και οι Σουλιώτισσες για τη Χάιδω φαίνεται στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι, το οποίο την εξισώνει με τους κορυφαίους άνδρες αγωνιστές:


Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Οι «φυλές» των Αλβανών. Ας τις γνωρίσουμε...



*Χάρτης της Αλβανίας


*Γκέγκηδες, Μαλισώροι, Μιρδίτες,
Τόσκηδες, Λιάπηδες και Τσάμηδες

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης


Οι Αλβανοί είναι γείτονές μας, αλλά ουσιαστικά δεν αποδείχθηκαν ποτέ καλοί γείτονες και αυτό το γνωρίζουμε και από την ιστορία, αλλά και από την τρέχουσα φοβερή καθημερινότητα, εξαιτίας της παρουσίας τους στη χώρα μας, που μας κατατυραννεί όλους.
Κράτος, κατόρθωσαν να γίνουν μόλις το 1912. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και το οιονεί άνοιγμα των συνόρων, πολλές χιλιάδες Αλβανών κατέφυγαν στην Ελλάδα, όπου η πλειονότητά τους δημιούργησε σειρά προβλημάτων κοινωνικής μορφής (ροπή προς την εγκληματικότητα κ.λπ.) Αυτά βέβαια, δεν αφορούν την ιστορία, αλλά την κοινωνιολογία. Αξίζει πάντως να γνωρίζουμε, ποιοι είναι αυτοί οι γείτονες που έχουν αναστατώσει τη χώρας μας ποικιλοτρόπως, αφού πέραν της καθημερινότητάς τους, που συνήθως κινείται στη σφαίρα του ποινικού νόμου ή τις παρυφές του, έχουμε και επίσημες εκδηλώσεις μεγαλοϊδεατισμού, που στρέφονται ευθέως κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας.


Το Αλβανικό Έθνος λοιπόν, χωρίζεται σε ορισμένες «φυλές» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η κάθε μια. Οι «φυλές» αυτές είναι οι ακόλουθες:

Αλβανός μπέης της Σκόδρας

* Οι Γ κ έ γ κ η δ ε ς: Ζουν στα βόρεια της χώρας, στην κοιλάδα του ποταμού Δρίνου (Μέλανος και Λευκού), κυρίως στην περιοχή της Σκόδρας. Κατά κανόνα είναι ανοιχτόχρωμοι με γαλανά μάτια. Σκληροί, βίαιοι και φιλοπόλεμοι. Οι Γκέγκηδες είναι ψηλοί και περισσότερο μεγαλόσωμοι από τους Τόσκηδες. Μιλούν την γκεκική διάλεκτο και είναι περισσότερο ατίθασοι και αυθόρμητοι απ` ό,τι οι Τόσκηδες. Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Δημιουργούν ισχυρές οικογένειες (πατριές), και δείχνουν απόλυτη υποταγή στον αρχηγό. Ακολουθούν πιστά τα ήθη, έθιμα και τις παραδόσεις τους και δεν διστάζουν να έρθουν σε σύγκρουση με το κράτος και το νόμο. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Γκέγκηδες αποτελούσαν τάγματα ατάκτων του τουρκικού στρατού, που τον ακολουθούσαν με στόχο τη λαφυραγωγία.
* Οι Μ α λ ι σ ώ ρ ο ι: Είναι ορεσίβιοι Γκέγκηδες που κατοικούν στην περιοχή των Αλβανικών Άλπεων προς τα σύνορα με το Μαυροβούνιο και είναι χριστιανοί (ορθόδοξοι ή καθολικοί) ή μουσουλμάνοι.
* Οι Μ ι ρ δ ί τ ε ς: Αυτοί ζουν στην κοιλάδα του ποταμού Μάτι και είναι κατά κανόνα καθολικοί. Αποτελούν παρακλάδι των Γκέγκηδων και θεωρούνται ως οι πιο πολιτισμένοι Αλβανοί.
* Οι Τ ό σ κ η δ ε ς: Απαντώνται στην Κεντρική και Νότια Αλβανία και είναι μουσουλμάνοι ή χριστιανοί ορθόδοξοι. Τα ήθη και τα έθιμά τους είναι όμοια με τα ελληνικά. Είναι σχετικά κοντοί, μιλούν την τοσκική διάλεκτο της αλβανικής γλώσσας, η οποία έχει θεσμοθετηθεί ως η επίσημη γλώσσα της Αλβανίας, είναι λιγότερο εκδηλωτικοί, ενώ οι περισσότεροι απ` αυτούς ασχολούνται με την πολιτική, τις επιστήμες και τα γράμματα. Οι Τόσκηδες θεωρούν τους Γκέγκηδες ως τραχείς, πρωτόγονους, ασυμβίβαστους και ευέξαπτους, που δεν δέχονται εύκολα τους καταναγκασμούς και τις συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
* Οι Λ ι ά π η δ ε ς: Είναι μουσουλμάνοι, που κατοικούν στην περιοχή της Μουζακιάς, μεταξύ των εκβολών των ποταμών Σκούμπι και Σεμένη. Ο Σεμένης ή Σεμάν, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός της Αλβανίας. Ο Σκούμπι ή Γενούσος με μήκος 100 χλμ. περίπου πηγάζει από τα νότια Κανδανούια, δυτικά του Πόγραδετς. Οι Λιάπηδες διακρίνονται για την αγριότητα, την πανουργία και την θρασύτητά τους. Αυτά τα γνωρίσματα, οι ίδιοι τα θεωρούν ως ενδεικτικά της γενναιότητάς τους. Λιάπης ήταν ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων (από το Τεπελένι) και ο βεζίρης του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β΄ ο Φερίτ πασάς Βλιώρας (από τον Αυλώνα). Η περιοχή τους ονομάζεται Λιαπουριά.

*Τσάμηδες υποστηρικτές του Ιταλικού φασισμού

* Οι Τ σ ά μ η δ ε ς: Είναι μουσουλμάνοι που κατοικούν σήμερα στη Νότια Αλβανία. Η περιοχή τους ονομάζονταν Τσαμουριά. Η ονομασία «Τσαμουριά» προέρχεται από την παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις… Θυαμουριά… Τσαμουριά.


Γενικώς...

Οι Βόρειοι Αλβανοί διαφέρουν χαρακτηριστικά από τους Νότιους Αλβανούς. Οι Γκέγκηδες, οι Μαλισώροι και οι Μιρδίτες πιστεύεται ότι είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Αντίθετα οι Τόσκηδες, οι Λιάπηδες και οι Τσάμηδες, θεωρούνται απόγονοι Ελλήνων, με εμφανή τα σημεία της επιμειξίας τους με τους Γκέγκηδες. Στους Τόσκηδες, υπερέχουν τα ελληνικά χαρακτηριστικά, ενώ στους Λιάπηδες και τους Τσάμηδες υπερέχουν τα γκέγκικα χαρακτηριστικά. Στη διαμόρφωση όλων των παραπάνω αλβανικών φυλών σημαντική επίδραση είχε και η επιμειξία των παλαιών Αλβανών με διάφορα ξένα φύλα ρωμαϊκά, βενετικά, σερβικά και τουρκικά.
Στις νότιες επαρχίες της Αλβανίας, στην περιοχή που είναι ευρύτερα γνωστή ως Βόρεια Ήπειρος, κατοικούν αμιγώς ελληνικοί πληθυσμοί, με γνήσια ελληνική καταγωγή και συνείδηση. Η Βόρεια Ήπειρος απελευθερώθηκε από τους Έλληνες δύο φορές μέσα στον 20ο αιώνα (το 1912 και το 1940) αλλά τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων απέδωσαν την Βόρεια Ήπειρο στην Αλβανία.

Η περίπτωση των Τσάμηδων

Οι Τσάμηδες, αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι, ζούσαν συγκεντρωμένοι κυρίως στη Θεσπρωτία και ιδιαίτερα στις περιφέρειες Ηγουμενίτσας, Μαργαριτίου, Φιλιατών και Παραμυθιάς. Όταν άρχισε ο πόλεμος του 1940 ήταν περίπου 23- 24.000 άτομα.
Στη διάρκεια της Κατοχής συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς αρχικά και τους Γερμανούς στο τέλος, διαπράττοντας σωρεία εγκλημάτων εις βάρος των Ελλήνων. Μάλιστα, με διάταγμα της Ιταλικής φασιστικής κυβέρνησης διορίστηκαν οι αδελφοί Νουρή Ντίνο και Ναζάρ Ντίνο από την Παραμυθιά, ο μεν πρώτος ύπατος αρμοστής Θεσπρωτίας, ο δε δεύτερος συνταγματάρχης της «Μιλίτσια», δηλαδή της Πολιτοφυλακής. Αργότερα, με έγκριση των Ιταλών, δημιούργησαν την οργάνωση «Κσίλι Νασιονάλ Σκιπετάρ» (Εθνική Αλβανική Επιτροπή), ένα είδος τοπικής κυβερνήσεως, που για λόγους συντομίας λεγόταν «Ξίλια» (K.S.I.L.I.A) . Η οργάνωση αυτή δημιούργησε 14 τάγματα που έκαναν φοβερά εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής. Ειδικότερα οι ηγέτες των Τσάμηδων, μπέηδες μεγαλοτσιφλικάδες από την εποχή της Τουρκοκρατίας, συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές και συμμετείχαν σε διώξεις, καταστροφές, και μαζικές εκτελέσεις. Γνωστότερη είναι η εκτέλεση 49 προκρίτων της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο 1943, που έκαναν οι Γερμανοί με υπόδειξη των Τσάμηδων.

*Τσάμηδες παρουσιάζουν όπλα σε Γερμανό αξιωματικό.


Οι Τσάμηδες εκδιώχτηκαν τελικά στην Αλβανία από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ, του ναπολέοντα Ζέρβα. Οι αντάρτες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή της Ηπείρου, προέβησαν σε βίαια αντίποινα, τα οποία κορυφώθηκαν με τη μαζική εκδίωξη των Τσάμηδων στην Αλβανία, τον Σεπτέμβριο του 1944.
Στα ιταλικά αρχεία, διασώζεται ένα υπόμνημα του Τουρκαλβανού Τσάμη, Ντίνο προς τον Μπενίτο Μουσολίνι (που τον προσφωνεί AL CAVALIERE) με το οποίο επικαλείται την βοήθεια των Ιταλών, εκδηλώνοντας την αφοσίωση των Τσάμηδων προς την Ιταλία.
«Όλοι οι Έλληνες- έγραφε μεταξύ άλλων ο Ντίνο Μπέης- είναι οπλισμένοι, και μέρα με τη μέρα περιμένουν την πολυπόθητη άφιξη των Άγγλων, απευθύνοντας μας συχνά απειλητικά υπονοούμενα. Οι Τσαμουριώτες εν τω μεταξύ μου έχουν συχνά απευθύνει την ερώτηση: «Η Ιταλία πολέμησε την Ελλάδα για την Τσαμουριά, γιατί τώρα δεν υπολογίζει την πίστη μας και μας αφήνει στο έλεος των κοινών μας εχθρών;».
Και κατέληγε:
«Αυτός ο κόσμος οπλισμένος δυνατός και γεναιόδωρος θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη γη του, και να πεθάνει για την αφοσίωσή του στην Ιταλία».
Το υπόμνημα αυτό έχει ημερομηνία, 26 Φεβρουαρίου 1943.
Οι Τσάμηδες και σήμερα, διεκδικούν την επιστροφή τους στην Ελλάδα και την απόδοση των περιουσιών τους.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Όταν τα χιλιόμετρα τα έλεγαν σχοινίδια


Εργασίες για την κατασκευή της οδού Αθηνών – Πειραιώς (1835-1836) από εργάτες, ενώ επιβλέπουν άνδρες του Μηχανικού του Στρατού.
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Οι πρώτοι τροχονόμοι ονομάζονταν «οδοφύλακες», τα πεζοδρόμια «παραπάτια», οι αποστάσεις μετριόνταν με «σχοινίδια», τα πρόστιμα για παραβάτες, πεζούς και τροχοφόρα, ήταν ιδιαίτερα τσουχτερά και ο πρώτος κώδικας οδικής κυκλοφορίας είχε τίτλο «περί της καθ’ οδόν απαντήσεως των αμαξών, εφίππων κ.λπ.». Πρόκειται για σειρά τριών νομοθετημάτων που θέσπισε η αντιβασιλεία και σκόπευαν να καλλιεργήσουν οδική συνείδηση στους Έλληνες και να θέσουν τα θεμέλια για τη λειτουργία του νέου οδικού δικτύου.
Πότε συνέβαιναν όλα αυτά; Μα όταν φτιάχτηκαν οι πρώτοι δρόμοι, στα τέλη 1836! Τότε, αποφασίστηκε η λήψη μέτρων, τα οποία αποσκοπούσαν στην προστασία των δρόμων ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση αφού κατασκευάσθηκαν «δια τοσούτων δημοσίων δαπανών». Ήταν η εποχή, που οι μόνοι έτοιμοι δρόμοι, ήταν η οδός Πειραιώς, που οδηγούσε από την πρωτεύουσα στο λιμάνι της και ο δρόμος από την πρώτη πρωτεύουσα το Ναύπλιο προς Άργος. Όσο γραφικά φαντάζουν σήμερα, στην εποχή τους τα μέτρα αυτά ήταν πρωτοποριακά και αποτελούσαν αντιγραφή θεσμικών μέτρων που ίσχυαν στις σημαντικότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης.
Μονάδα ελαφρού πεζικού που δημιουργήθηκε μετά την άφιξη του Όθωνα.
Επιστάτες – Οδοφύλακες:
Οι πρώτοι τροχονόμοι!
Η επιτήρηση των δρόμων ανατέθηκε σε ειδική υπηρεσία, την πρώτη «τροχαία» που συστήθηκε στη χώρα μας. Μία για την οδό Πειραιώς και μία για την οδό Ναυπλίου – Άργους. Επικεφαλής τέθηκε ο «επιστάτης», ο οποίος εκλεγόταν μεταξύ των αξιωματικών των αποκαλούμενων «ελαφρών στρατευμάτων». Ο «επιστάτης» τέθηκε στη διάθεση του νομομηχανικού και είχε υπό τις διαταγές του τους τροχονόμους της εποχής, οι οποίοι αποκαλούνταν «οδοφύλακες». Οι τελευταίοι ήταν επιφορτισμένοι με την επιτήρηση και την προφύλαξή των δρόμων από τυχόν βλάβες. Εντάχθηκαν κανονικά στο προσωπικό «δημόσιας ασφάλειας», δηλαδή στο αστυνομικό σώμα της εποχής.
Οι επιστάτες είχαν το δικαίωμα να οπλοφορούν, ενώ οι οδοφύλακες φορούσαν περιβραχιόνιο με την ένδειξη «Βασιλικός Οδοφύλαξ». Ταυτοχρόνως βέβαια παρέμεναν υπεύθυνοι οι χωροφύλακες και οι δημοτικές αρχές για τη μύνηση των παραβατών. Και λόγω αδυναμίας των τότε αστυνομικών αρχών να προβαίνουν σε εξακρίβωση των στοιχείων όσων παραβατών δεν γνώριζαν οι ίδιοι, είχαν επίσης το δικαίωμα να προβαίνουν σε κρατήσεις και να οδηγούν τους παραβάτες στον ειρηνοδίκη για τα περαιτέρω.
Το Ναύπλιο, η πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.
«Παραπάτια» και «χάνδακες»
«Παραπάτια» ονομάζονταν τα πρώτα χρόνια τα πεζοδρόμια, ενώ το μέσον του δρόμου αποκαλούνταν «χάνδακας», προφανώς γιατί ήταν κάτι τι χαμηλότερα. Έτσι εξάλλου αποκαλούνταν ακόμη και στα επίσημα Βασιλικά Διατάγματα. Σύμφωνα λοιπόν, με το πρώτο εξ αυτών, «τα παραπάτια είναι προσδιωρισμένα δια τους πεζούς, το δε μέσον των μεγάλων οδών δια την διάβασιν των ζώων και των αμαξών». Επομένως απαγορευόταν «το να πηγαίνη έφιππος, με αμάξας ή με χειράμαξας ή να διέρχεται τις εις τα παραπάτια, ή να περνά εκείθεν ζώα, ωσαύτως και εις τους πεζούς εμποδίζεται να κατέρχωνται εις τους χάνδακας της οδού». Οι άμαξες της εποχής έπρεπε «να παραμερίζωσιν αμοιβαίως ώστε να διαβαίνουν πάντοτε δεξιά η μία της άλλης».
Εφόσον δε προβλεπόταν κατά μήκος των μεγάλων δρόμων να μπαίνουν δενδροφυτείες, απαγορευόταν αυστηρά στους ιδιοκτήτες των ζώων να τους επιτρέπουν να πλησιάζουν δένδρα. Επίσης απαγορευόταν «ν’ αφίνουν επί των οδών αμάξια, οχήματα και άλλα τοιαύτα, είτε φορτωμένα, είτε αφόρτωτα και μάλιστα την νύκτα∙ εις περίστασιν δε όταν τύχη να συντριφθή άμαξα τις, πρέπει να μεταφερθή πριν νυκτώση έξω της οδού αυτή τε και το φορτίο της∙ ή αν τούτο δεν ήναι δυνατόν χρεωστεί να ανάπτη φως»!
Τσουχτερά πρόστιμα και προσωπική εργασία
Απαγορευόταν να κατεβαίνουν ζώα «εις τους χάνδακας της οδού», να πορίζονται στο δρόμο και να περνούν κατά μήκος. Ιδιαίτερη μνεία γινόταν στους βοσκούς, ώστε να αποφεύγουν να περνούν τα κοπάδια τους από τους δρόμους, αλλά να δημιουργούν ειδικά περάσματα (γέφυρες), σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές. Επίσης, απαγορευόταν αυστηρά οι βλάβες στα κάγκελα των δρόμων, στους μιλιοδείκτες ή στα δημόσια μνημεία.
Τα πρόστιμα για τους παραβάτες ήταν ιδιαίτερα τσουχτερά και χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία, η οποία πλήρωνε πρόστιμο έως 20 δραχμές, υπάγονταν όσοι είχαν παραβεί τις διατάξεις για τα «παραπάτια», την κυκλοφορία στο δρόμο και τις βλάβες στις δενδροστοιχίες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν όσοι στάθμευαν φορτωμένα κάρα και άφηναν τα κοπάδια τους να κυκλοφορούν στους δρόμους ή προκαλούσαν βλάβες στις ταμπέλες. Αυτοί τιμωρούνταν με πρόστιμο από δέκα έως πενήντα δραχμές. Το πρόστιμο αποφασιζόταν από τον ειρηνοδίκη και τα χρήματα έμπαιναν στα δημοτικά ταμεία, ενώ ο παραβάτης ήταν υποχρεωμένος να διορθώσει τυχόν βλάβες ή να αποζημιώσει ανάλογα το δημόσιο. Και όταν δεν είχε να πληρώσει κρατούνταν και εργαζόταν για τη διόρθωση των οδών τόσες ημέρες, όσες απαιτούνταν για να πληρώσει το χρέος του ανάλογα με το ημερομίσθιο κάθε εποχής!
Φορτωμένα ζώα διασχίζουν δρόμο.
Ο άτυπος κώδικας οδικής κυκλοφορίας
Το τρίτο κατά σειρά Διάταγμα εκδόθηκε τις πρώτες ημέρες του 1837, αφορούσε την οδική συμπεριφορά στους δρόμους του ελληνικού βασιλείου και θεωρήθηκε από αρκετούς ερευνητές ως ο πρώτος κώδικας οδικής κυκλοφορίας. Επαναλάμβανε πως τα τροχοφόρα, οι έφιπποι κ.λπ. έπρεπε να πηγαίνουν δεξιά «και να μένη ούτως η δίοδος ελευθέρα απ’ αμφότερα τα διαβαίνοντα μέρη», ενώ όποτε εμφανίζονταν ταχυδρόμοι που σάλπιζαν υποχώρηση όλοι έπρεπε να παραμερίσουν! Οι παραβάτες δε τιμωρούνταν με πρόστιμα, τα οποία προσδιορίζονταν από τον ειρηνοδίκη στον οποίο έστελνε τους πρώτους ο εκάστοτε δήμαρχος.
ΑΘΗΝΑ 1836 ΠΙΝΑΚΑΣ LUDWIG LANGE
Οι πινακίδες και οι αποστάσεις
Στις άκρες των δρόμων στήνονταν πάνω σε πασσάλους μαύρες πινακίδες, όπου με λευκά γράμματα γράφονταν –συνοπτικά– οι οδηγίες για τις παραβάσεις! Υπήρχε όμως και η δημόσια σήμανση των δρόμων που αφορούσε το μήκος των διαδρομών σύμφωνα με το μετρικό σύστημα που ίσχυε στο νεοσύστατο κράτος. Τα διαστήματα των δρόμων μετρούνταν με στάδια (χίλια μέτρα = ένας βασιλικός πήχυς), σχοινίδες (χίλια μέτρα = ένας βασιλικός πήχυς) και ½ σχοινίδα ή λεύγα (5.000 μέτρα). Έτσι αναφέρει ένα ξεχωριστό Διάταγμα που εκδόθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου (1836).
ΟΘΩΝ
Υπήρχαν όμως και πέτρινες σκαλισμένες πινακίδες που έδειχναν τις αποστάσεις! Τοποθετούνταν σε τακτά διαστήματα, τριάντα πόντους μέχρι ένα μέτρο πάνω από τη γη με σκαλισμένα τα αρχικά του μέτρου [ΣΧ (σχοινίδες), ΩΡ (λεύγες) και ΣΤ (στάδια)] και δίπλα την απόσταση. Η αρίθμηση των αποστάσεων (στάδια, λεύγες, σχοινίδες) άρχιζε από την πρωτεύουσα προς τις πλησιέστερες πόλεις. Από εκεί άρχιζε πάλι νέα αρίθμηση προς όλες τις διευθύνσεις. Το αρχικό σημείο (Α) ήταν η συμβολή των οδών Ερμού και Αιόλου. Από εκεί γίνονταν μετρήσεις και τοποθετούνταν πινακίδες στους δρόμους: α) προς Πειραιά, β) προς Ελευσίνα, Μέγαρα, Καλαμάκι και Κόρινθο και γ) προς Θήβα.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Λορέντζος Μαβίλης - Ποιητής, Σκακιστής και Πολεμιστής



O Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του Παύλος υπηρετούσε τότε εκεί πρόεδρος των δικαστηρίων της Ιονίου Πολιτείας. Ο παππούς του ποιητή Δον Λορέντζος Μαβίλης, Ισπανός στην καταγωγή, ήταν πρόξενος της πατρίδας του στην Κέρκυρα, όπου πήρε γυναίκα Κερκυραία και εγκαταστάθηκε εκεί. Η μητέρα του ποιητή ήταν επίσης Κερκυραία και ονομαζόταν Ιωάννα Καποδίστρια - Σούφη. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια σ' ένα αγρόκτημα, όπου έμαθε κι αγάπησε τη γλώσσα του λαού, τα τραγούδια και τις παροιμίες, και την αγάπη της αυτή την μετέδωσε στο γιο της Λορέντζο. Ο ποιητής παρακολουθούσε τα γυμνασιακά μαθήματα στο εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας», όπου είχε δάσκαλο ελληνιστή τον Ιωάννη Ρωμανό. Αυτός τον σύστησε στην Αναγνωστική Εταιρία, όπου σύχναζαν τότε όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων. Εκεί γνώρισε τον Ιάκωβο Πολυλά, σοφό εκδότη του Δ. Σολωμού. Έμαθε την Ιταλική, Ισπανική, Αγγλική και Γερμανική.
Το 1878 γράφτηκε στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία εγκατέλειψε μετά ένα χρόνο για να σπουδάσει στην Γερμανία φιλολογία και κυρίως γλωσσολογία και φιλοσοφία. Το 1890 στις 16 Ιουνίου αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Έρλαγκεν της Βαυαρίας. Και κατέβηκε στην Κέρκυρα. Δεν δέχτηκε καμία θέση για να μην παραβεί τις ηθικές αρχές του. Ένα μικρό απόσπασμα επιστολής του (προς τον Κεφαλληνό) μας δίνει συμπυκνωμένο το πρόγραμμα της περαιτέρω προοπτικής του: «Ό,τι κατορθώσω εις την ζωή μου, θα το κατορθώσω μένοντας συνεπής, χωρίς ν' απαρνηθώ ούτε μια μόνο πράξη, ούτε μια μόνο στιγμή της περασμένης μου ζωής, ή αλλιώς δεν θα κατορθώσω τίποτε».

 Το 1896 η Ελλάδα αγωνίζεται για την απελευθέρωση της Ηπείρου, Μακεδονίας και Κρήτης. Ο Μαβίλης που δεν ήταν πατριώτης μόνο στο λόγο και στην ποίηση, αλλά και στην πράξη, πολεμάει εθελοντής στην Κρήτη. Το 1897 αγωνίζεται στην Ήπειρο, πάλι εθελοντής, όπου και τραυματίζεται. Το 1910 εξελέγη βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου στην αναθεωρητική Βουλή. Ιστορική θα μείνει η αγόρευσή του για την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας όταν συζητιόταν το άρθρο 107 του συντάγματος. «Δεν υπάρχει γλώσσα χυδαία» είπε «μόνο χυδαίοι άνθρωποι!». Ο άκαμπτος χαρακτήρας του και το ότι δεν προσαρμόστηκε στο ρεύμα της συναλλαγής που επικρατούσε, το λεγόμενο ρουσφέτι, συντέλεσε στο να μην εκλεγεί βουλευτής στις επόμενες εκλογές.

 Ο ποιητής Μαβίλης, εκτός από μερικά ποιήματα που δημοσίευσε σε περιοδικά της εποχής, δεν εξέδωσε καμία ποιητική συλλογή όσο ζούσε. Τα άπαντά του κυκλοφόρησαν με την φροντίδα του φίλου του Κ. Θεοτόκη στην Αλεξάνδρεια το 1915. Η μετριοφροσύνη χαρακτήριζε πάντα τον Μαβίλη όσον αφορά το έργο του. Αυτός ο εκπληκτικός μάστορας του σονέτου (δεκατετράστιχο ποίημα που αποτελείται από δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα) έστελνε τους στίχους του στον Παλαμά με την υποσημείωση: «Για το συρτάρι σου».
 Οι κριτικοί του καιρού του αναγνώρισαν στο πρόσωπό του έναν τεχνίτη απαράμιλλο. Ορισμένοι τον κατηγόρησαν γι' αυτή του την τελειομανία, χαρακτηρίζοντάς την σαν μια νεκρή πεταλούδα που μπορείς να θαυμάσεις τα ψυχρά φτερά της. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος πιο εύστοχα, ίσως, απ' όλους παρατήρησε: «Ο Μαβίλης στάθηκε ένας απ' τους σπάνιους εκείνους ποιητές που το καλύτερό τους ποίημα είναι η ζωή τους».
Και πράγματι:
 Στον Βαλκανικό πόλεμο του 1912 ο Μαβίλης παρά τα 53 του χρόνια κατετάγη εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών ερυθροχιτώνων. (Ονομαζόταν Γαριβαλδινοί οι εθελοντές Έλληνες και ξένοι από το όνομα του αρχηγού τους, Ιταλού στρατηγού, Γαριβάλδη. Ερυθροχίτωνες λέγονταν λόγω του κόκκινου χιτώνα που φορούσαν.) Εκείνη την εποχή ο Μαβίλης ήταν το βασιλόπουλο του παραμυθιού για μια μεγάλη ποιήτρια, την κυρία Θεώνη Δρακοπούλου ή Μυρτιώτισσα, όπως φιλολογικά επέλεξε να ονομάζεται. Η αγάπη αυτή, όσο σαγηνευτικό δόλωμα κι αν ήταν, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει κοντά της. Η φωνή της πατρίδας κάλυψε τη φωνή της καρδιάς. «Σ' αγαπώ/ δεν μπορώ/ τίποτ' άλλο να πω/ πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο!» έγραφε για 'κείνον η ερωτευμένη ποιήτρια. Μα αυτός τραβούσε για τα μεγάλα ιδανικά «στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει/ της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας/ και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας/ η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει&» Όχι πως δεν αγαπούν και οι ποιητές «μα τους θεριεύει ο πόθος του θανάτου/ με τ' αγιασμένα δαφνοστέφανά του».

 Στις 28 Νοεμβρίου 1912 στο χωριό Δρίσκος, κοντά στα Γιάννενα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση κατά των Γαριβαλδινών εθελοντών που ήδη είχαν προχωρήσει πολύ. Ο Μαβίλης μάχεται ηρωικά, επικεφαλής των στρατιωτών του που αποδεκατίζονται απ' τα εχθρικά βόλια.
 Σε μια στιγμή της μάχης μια σφαίρα του διατρυπά τα δύο μάγουλα χαλώντας και πολλά δόντια του. Ενώ μεταφέρεται αιμόφυρτος στο προσωρινό νοσοκομείο ένα δεύτερο βόλι τον βρήκε στο στόμα. Εκείνη τη στιγμή έφτανε στο χειρουργείο και ο αρχηγός, Αλέξανδρος Ρώμας. Είδε τον Μαβίλη και κατάλαβε. «Σε συγχαίρω απ' την καρδιά μου!» λέει δίνοντάς του το χέρι. Ο Μαβίλης μάζεψε τις στερνές του δυνάμεις, στάθηκε προσοχή και πήρε το χέρι του αρχηγού. Το αίμα που έτρεχε σ' όλο το δρόμο απ' τις πληγές των παρειών του πάγωνε το λαιμό του και του δυσκόλευε την αναπνοή. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Τους κάνει νοήματα να του δώσουν χαρτί, να γράψει. Τα αίματα στάζουν απ' όλες τις μεριές και οι βολές του πυροβολικού ακούγονται τώρα κοντύτερα. Αλλά δεν προφταίνει ούτε να γράψει. Ο παπα-Φώτης του κλείνει τα μάτια. Ο Πιπίνος Γαριβάλδης, ο μόνος εκείνη τη στιγμή στρατιωτικός, στέκεται προσοχή και τον χαιρετάει. Οι άλλοι σταυροκοπιούνται. Ο Μαβίλης είναι πλέον νεκρός, ξαπλωμένος στο πεζούλι της Αγίας Παρασκευής. Τον έχουν σκεπάσει με τον ματωμένο μανδύα του. Έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα κερδίζοντας «δώρα άγια τρία: ΘΑΝΑΤΟ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ Κ' ΕΛΕΥΤΕΡΙΑ»όπως το ήθελε.

Το υλικό πάρθηκε από τη σελίδα:
http://www.e-lefkas.gr/GRPages/FirstPage/Culture/OldArticles/Culture031127.htm

Δείτε εδώ το αφιέρωμα από το αρχείο της ΕΡΤ 


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Πώς η CIA έκανε πρωθυπουργό τον Καραμανλή


Πώς η CIA έκανε πρωθυπουργό τον Καραμανλή
Την ιστορία την γράφουν πάντα οι νικητές και συνήθως αποδίδουν στον εαυτό τους,τους πιο βαρύγδουπους τίτλους, για να μπορούν να της ταιριάζουν. Σωτήρες, πατριώτες, ηθικοί και τις περισσότερες φορές ήρωες με αυταπάρνηση. Αρκούν όμως μερικά χαρτιά,για να αποδειχθεί πως η ιστορία
 
 
 
δεν ήταν παρά φωνή πάνω από τα συντρίμια, που δεν είχε αντίλογο. Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που η νίκη τον καθιέρωσε ως Εθνάρχη της Ελλάδας, είναι το άβατο της νεοελληνικής ιστορίας. Η 12τομη βιογραφία του, είναι γεμάτη από «έργα και επιτεύγματα». Τον πραγματικό Καραμανλή όμως, δεν αποδίδουν ούτε οι βιογράφοι του Ινστιτούτου Καραμανλής, ούτε τα εικονίσματα που έφτιαξαν όσοι επέλεγαν να γεμίζουν με πίστη όσα αμφισβητούσε η λογική. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, δεν ήταν ο φιλόδοξος επαρχιώτης που κατάφερε με πείσμα, να γίνει πρωθυπουργός. Ήταν το αποτέλεσμα της παρασκηνιακής δράσης μυστικών υπηρεσιών δράσης μυστικών υπηρεσιών και εξωτερικών παραγόντων. Η CIA ήταν ίσως ο κυριότερος από αυτούς.
Του Κώστα Βαξεβάνη
Στη βιογραφία του Άλεν Ντιούλς, του πιο σκληρού και αδίστακτου αρχηγού της CIA,την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, υπάρχουν πολλά ιστορικά γεγονότα τα οποία φωτίζονται από μια άλλη σκοπιά. Η βιογραφία έχει γραφτεί από την ίδια τη CIA, και αποτελεί ένα είδος ευαγγελίου για τους πράκτορες και τους θιασώτες της ατλαντικής αντίληψης, οι οποίοι θεωρούν πως αυτός ο τύπος, που έβαψε τα χέρια του με το αίμα χιλιάδων ανθρώπων, ήταν απλώς ένας ιεροκήρυκας της ελευθερίας. Στη βιογραφία του, πέρα από τα στοιχεία για την οξυδέρκεια και την αυταπάρνησή του,υπάρχουν και οι επιχειρήσεις τις οποίες σχεδίασε σε ολόκληρο τον πλανήτη. Πρόκειται για τις λεγόμενες «καλυμμένες επιχειρήσεις», μέσα από τις οποίες οι ΗΠΑ ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, δημιουργώντας οι ίδιες τις κατάλληλες συνθήκες. Σε αυτή λοιπόν τη βιογραφία, ως ένας από τους σταθμούς της καριέρας του Ντιούλς αναφέρεται και η τοποθέτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή για πρώτη φορά στη θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας, στις 5 Οκτωβρίου του 1955. Γιατί όμως η τοποθέτηση του Καραμανλή, τον οποίο είχαν συνδέσει με τις ραδιουργίες του παλατιού και της Φρειδερίκης, να αποτελεί κάτι για το οποίο επαίρεται ο πιο σημαντικός αρχηγός της CIA; Αυτό είναι κάτι στο οποίο δεν απαντούν οι βιογράφοι, ούτε του Ντιούλς, αλλά πολύ περισσότερο, ούτε του Καραμανλή.
Ένας τρελός και Aνθέλληνας
Στις 21 Δεκεμβρίου 1958, η εφημερίδα «Νεολόγος Πατρών» έχει ένα πρωτοσέλιδο, το οποίο έμελλε να ταράξει γιακαιρό την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Ο κεντρικός τίτλος είναι «Πώς ανήλθε ο Καραμανλής εις την Εξουσίαν». Η εφημερίδα αποδίδει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή ενδοτικότητα στο θέμα του Κυπριακού, κατηγορώντας τον πως, σε συμφωνία με τον αγγλικό και τον αμερικανικό παράγοντα, έγινε πρωθυπουργός με αντάλλαγμα το Κυπριακό. Το πιο σημαντικό είναι πως η εφημερίδα δημοσιεύει επιστολή του πρώην βουλευτή Παναγιώτη Σωτηρόπουλου, ο οποίος υπήρξε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Παναγιώτη Πιπινέλη, στενού συνεργάτη του Καραμανλή. Ο Σωτηρόπουλος στην επιστολή του γράφει πως ο Καραμανλής έδωσε στον Πιπινέλη ένα μνημόνιο, στο οποίο περιέγραφε τις θέσεις του για το Κυπριακό. Ο Πιπινέλης το έδωσε με τη σειρά του για να δακτυλογραφηθεί και να μεταφραστεί στα αγγλικά. Το μνημόνιο αυτό ήταν οι «εξετάσεις» του Καραμανλή προκειμένου να πάρει το χρίσμα του πρωθυπουργού. Και όλα αυτά πριν πεθάνει ο πρωθυπουργός της χώρας, στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος.
Γράφει στην επιστολή-βόμβα ο Σωτηρόπουλος: «Ο κ. Καραμανλής, πολύ προ του θανάτου του στρατάρχου Παπάγου, αφ” ής, ως γνωστόν, να εξασφαλίση δι” αυτών, επί πλέον άλλων, και της υποστήριξης των Αμερικανών. Εκτός των άλλων επαφών, είχε από του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1955 και εν συνεχεία μετά του κ. Πιπινέλη τοσαύτας μεθ” ου συνεργαζόμην, εκδίδων τα «πολιτικά Φύλλα». Ασθενούντος του στρατάρχου Παπάγου και μετά την επιστροφήν εκ Κέρκυρος εις Αθήνας της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως Παύλου, κατά τον μήνα Σεπτέμβριον του 1955, μετά συνεργασίαν μετά του κ. Καραμανλή, ο κ. Πιπινέλης, επιστρέψας εις το γραφείον του, μου έδωσε να αναγνώσω σημείωμα γραμμένο επί φύλλου χάρτου φέροντος έντυπον επικεφαλίδα «Υπουργείον Δημοσίων Έργων» και εις το οποίο αναφέροντο, κατεταγμέναι κατά παραγράφους, σκέψεις-προτάσεις επί της πολιτικής, η οποία θα ηκολουθείτο εν περιπτώσει σχηματισμού Κυβερνήσεως. Το σημείωμα αυτό, όπως μου είπε ο κ. Πιπινέλης, είχε συνταχθή εν συνεραγσία μετά του κ. Καραμανλή (υπουργού τότε των Δημοσίων Έργων) και αι διορθώσεις τας οποίες έφερεν ήσαν ιδιόχειρα του κ. Καραμανλή. Μεταξύ των σκέψεων προτάσεων εις 6 ή 7 κατά τον αριθμόν παραγράφους, ως ενθυμούμαι, υπήρχε και μία, η οποία αναφέρετο εις την καταπολέμησιν του κομμουνισμού και ετέρα διλαμβάνουσα ότι ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΘΑ ΚΑΤΕΒΑΛΕΤΟ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ ΠΡΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗΝ ΕΠΙΛΥΣΙΝ ΤΟΥΤΟΥ. Αι άλλαι παράγραφοι ανεδέροντο εις εσωτερικά οικονομικά και διοικητικά θέματα. Επρόσεξα και ενθυμούμαι τούτο, διότι εκ της Ελληνικής εις την οποίαν ήτο συντεταγμένο, ο κ. Πιπινέλης το μετέφρασεν εις την Αγγλικήν και το έδωσεν εις την δακτυλογράφο να αντιγράψει εις 3 αντίτυπα το αγγλικόν και άλλα 3 το ελληνικόν κείμενο. Με παρακάλεσε δε να επιβλέψω να κλειδώση την θύρα του γραφείου της η δακτυλογράφος και να μην κρατήσει τυχόν αντίγραφα. Καλέσας τον υπάλληλον του γραφείου του, έδωσε τον φάκελον με την εντολήν να τον παραδώσει ιδιοχείρως εις τον κ. Καραμανλήν.». Η κυβέρνηση Καραμανλή αντέδρασε στις κατηγορίες Σωτηρόπουλου και διέψευσε πως ο Καραμανλής σχεδίαζε με ξένες δυνάμεις να αναλάβει την πρωθυπουργία πριν ακόμη πεθάνει ο πρωθυπουργός Παπάγος. Ο Σωτηρόπουλος, μέσα από μία επιθετική επικοινωνιακή πολιτική της εποχής, σχεδόν χαρακτηρίστηκε τρελός και ανθέλληνας, απέναντι σε έναν ελπιδοφόρο πολιτικό όπως ο Καραμανλής.

Βασιλικά ψέματα και σχεδιασμοί με τη CIA
Στις 4 Οκτωβρίου 1955, ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, πρωθυπουργός και ηγέτης του «Λαϊκού Συναγερμού», του κόμματος της ελληνικής δεξιάς, πεθαίνει μετά απόπολύμηνη ασθένεια. Ο βασιλιάς Παύλος καλεί τον Στέφανο Στεφανόπουλο, τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υποψήφιο πρωθυπουργό, και του ανακοινώνει πως σε τρεις μέρες η Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος θα εκλέξει τον νέο πρωθυπουργό. Την άλλη μέρα, όμως, ο νεαρός υπουργός Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνος Καραμανλής παίρνει από τον βασιλιά εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, παρακάμπτοντας τις δυο μεγάλες μορφές του κόμματος και αντιπροέδρους της κυβέρνησης: Τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον Στέφανο Στεφανόπουλο.
Στις 5 Οκτωβρίου ο Καραμανλής ορκίζεται πρωθυπουργός. Η πρωτοφανής πολιτική ανατροπή χαρακτηρίζεται από τα πολιτικά κόμματα της εποχής ως παρέμβαση του παλατιού υπέρ του εκλεκτού της Φρειδερίκης. Ως σήμερα αυτή η «ιστορική» αντίληψη είναι κυρίαρχη. Τα αρχεία όμως της CIA αποδεικνύουν πλέον πως ο Καραμανλής αναρριχήθηκε στην πρωθυπουργία μετά από σημαντικές διαβουλεύσεις με τους Αμερικανούς, οι οποίοι διαπραγματεύονταν μαζί του για το αν ήθελε να συμμετέχει σε μεταβατική κυβέρνηση ή να γίνει πρωθυπουργός, και κατέληξαν σε αυτόν, παίρνοντας μάλιστα διαβεβαιώσεις για θάψιμο του βασικού εθνικού προβλήματος της εποχής: Του Κυπριακού. Το 1955 στην Κύπρο έμπαινε ανοιχτά το θέμα της αυτοδιάθεσης και της απαλλαγής από τη βρετανική κατοχή. Ο Παπάγος θεωρούσε πως είναι αναγκαία η προσφυγή στον ΟΗΕ για την αντιμετώπιση του προβλήματος της Κύπρου ως προβλήματος αυτοδιάθεσης μέσα στα διεθνή πλαίσια. Αυτό ήταν κάτι που δεν επιθυμούσαν οι Βρετανοί. Δεν ήθελαν να χάσουν την Κύπρο, με την οποία έλεγχαν τη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ, αποδεχόμενες τη θέση της Βρετανίας, προσπαθούσαν να εμποδίσουν την εγγραφή του Κυπριακού στον ΟΗΕ. Ο Παπάγος ήταν κατάκοιτος όταν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Στ. Στεφανόπουλος διαμήνυσε στους Αμερικανούς πως η μη εγγραφή του Κυπριακού στον ΟΗΕ θα δημιουργούσε προβλήματα στην κοινή γνώμη στην Ελλάδα και προβλήματα στη Συμμαχία. Απείλησε μάλιστα τον βασιλιά Παύλο με παραίτηση. Οι ΗΠΑ έβαλαν τον Στεφανόπουλο στη μαύρη λίστα και ξεκίνησαν την αναζήτηση προσώπου που, ως διάδοχος του Παπάγου, θα ακολουθούσε τον δικό τους σχεδιασμό για το Κυπριακό.
Μεθοδεύτηκε μάλιστα η τριμερής συνάντηση στο Λονδίνο με τη συμμετοχή της Τουρκίας. Η ελληνική πλευρά αντέδρασε στη συμμετοχή της Τουρκίας σε συνάντηση για το κυπριακό, αφού εκείνη την εποχή η Τουρκία, με μια μικρή τυορκοκυπριακή κοινότητα στο νησί, δεν είχε ρόλο. Οι ΗΠΑ θεωρούσαν πως έπρεπε να σχηματιστιεί μια μεταβατική κυβέρνηση στην Ελλάδα, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο, μετά τον θάνατο του Παπάγου ή εξαιτίας των εξελίξεων για το Κυπριακό, να ανέβει η ελληνική αριστερά. Τα αρχεία της CIA είναι γεμάτα με αναφορές των στελεχών της στην Αθήνα, που αναφέρονται σε συναντήσεις τους με τον Καραμανλή και τον από κοινού σχεδιασμό για την ανάληψη της εξουσίας. Σε ένα από τα τηλεγραφήματα η πρεσβεία στην Αθήνα ενημερώνει για τη συνάντηση με τον Καραμανλή και περιγράφει τι είναι αυτό που ζητά: «Συμφωνώ πως ιδανικά θα ήταν η καλύτερη λύση εάν ο Καραμανλής συνέχιζε να υπηρετεί σε μια μεταβατική κυβέρνηση. Ωστόσο ο Καραμανλής αντιτίθεται σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, επειδή στην ουσία θεωρεί πως αυτό θα τον εμποδίσει να γίνει πρωθυπουργός, και πρέπει να λάβουμε υπόψη πολύ σοβαρά αυτή την εκτίμησή του». Ο Έλληνας υπουργός μεταφέρει τις φιλοδοξίες του στην αμερικανική πρεσβεία και από κοινού σχεδιάζει το πολιτικό του μέλλον. Απ” ό,τι φαίνεται από τις αναφορές της πρεσβείας προς την Ουάσιγκτον αλλά και του σταθμάρχη της CIA Άλφρεντ Άλμερ, ο Καραμανλής διατηρεί προσωπική σχέση μαζί τους και οι Αμερικανοί πιέζουν ακόμη και το παλάτι με το όνομα «Καραμανλής». Ο ρόλος των μυστικών υπηρεσιών σε όσα διαδραματίζονται τον Σεπτέμβριο του 1955 σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία είναι, όπως αποδεικνύεται, καθοριστικός.
Στις 6 Σεπτεμβρίου μια βόμβα εκρήγνυται στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα είναι γνωστό πως ο δράστης ήταν στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας. Ως απάντηση στην Κωνσταντινούπολη ξεκινά πογκρόμ κατά της ελληνικής μειονότητας. Παρότι στην Κύπρο δεν υπάρχει καμία αντιπαλότητα μεταξύ Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων, οι ορδές στην Κωνσταντινούπολη υποστηρίζουν πως απαντούν στις σφαγές των Τουρκοκύπριων στην Κύπρο. Έτσι η Τουρκία, όπως ακριβώς ήθελαν ΗΠΑ και Βρετανία, καθίσταται παράγοντας του Κυπριακού. Ο Στεφανόπουλος επιμένει στη διεθνοποίηση του θέματος μέσω του ΟΗΕ, αλλά οι Αμερικανοί επιδιώκουν άλλη «λύση» και σίγουρα άλλου είδους πρωθυπουργό.
Στις 22 Σεπτεμβρίου ο αρχηγός της CIA Άλεν Ντιούλς στέλνει στον υπουργό Εξωτερικών και αδελφό του, Φόστερ Ντιούλς, ένα άκρως απόρρητο υπόμνημα με πληροφορίες από συναντήσεις αμερικανών πρακτόρων στην Ελλάδα, με τον Παύλο, τη Φρειδερίκη και τον υπουργό Δημοσίων Έργων Καραμανλή. Πιθανός αποστολέας των πληροφοριών του υπομνήματος είναι ο σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα Άλφρεντ Άλμερ. Σε αυτό το υπόμνημα, που δεν διανέμεται στην υπηρεσία αλλά έχει ειδικό χειρισμό, ο Καραμανλής συνομιλεί μαζί τους ως ο «πρωθυπουργός» που υπόσχεται να βάλει το Κυπριακό στο ράφι και μάλιστα «με τιμή», δηλαδή χωρίς να βλάψει την εικόνα του ώστε να μπορεί να εστιάσει σε εγχώρια οικονομικά προβλήματα. Η ανάγνωση όλου του εγγράφου έχει σημασία για να καταλάβει κάποιος όχι μόνο τη σχέση του Καραμανλή με τις υπηρεσίες των ΗΠΑ, αλλά και εκείνη του παλατιού.
Κυπριακό στο ράφι
Η έκθεση του διοικητή της CIA για τιςυποσχέσεις Καραμανλή και την προώθησή του στην πρωθυπουργία: Ο Παπάγος ζει ακόμη, οι δύο διάδοχοί του Στεφανόπουλος και Κανελλόπουλος διεκδικούν με την πολιτική τους πορεία την πρωθυπουργία. αλλά οι Αμερικανοί έχουν προκρίνει τον Καραμανλή. Η φράση θα βάλει το Κυπριακό στο ράφι shelving) και μάλιστα με την ειρωνική προσθήκη «με τιμή» (σε εισαγωγικά), ικανοποιώντας δηλαδή ταυτόχρονα το εθνικό αίσθημα. Μερικά χρόνια αργότερα ο Καραμανλής θα υπογράψει τις συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, που είχαν χαρακτηριστεί από τον κυπριακό ελληνισμό και την ελλαδική αντιπολίτευση ως προδοτικές. Χρόνια αργότερα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο επικρατέστερος για την πρωθυπουργία, ο οποίος έχασε από τις μηχανορραφίες της CIA, δήλωσε:
«Δεν επεχειρήθη από την ημέραν του Χαρ. Τρικούπη νόθευσις τουδημοκρατικού μας πολιτεύματος, οία η σημειούμενη, διαρκώς επιδεινούμενη από του Οκτωβρίου του 1955. Παρεβιάσθησαν αυταί αύται αι ηθικαί προϋποθέσεις της λειτουργίας του… Δυστυχώς από του Οκτωβρίου του 1955 επεκράτησαν οι σκοτεινοί θάλαμοι των παρασκηνίων…». Ο τρόπος που οι ΗΠΑ χειρίζονταν τους πολιτικούς και έπαιρναν τις αποφάσεις φαίνονται και από ένα άλλο τηλεγράφημα, της 29ης Σεπτεμβρίου. Σε αυτό το τηλεγράφημα παίρνουν την απόφαση να τελειώνουν με τον Παπάγο, προχωρώντας στη διάδοχη κατάσταση (Καραμανλής), αλλά αυτός πεθαίνει.
Ο Άλμερ, ο Νιάρχος και ο Ωνάσης
Ο σταθμάρχης της CIA Άλφρεντ Άλμερ, προσωπικός φίλος του Καραμανλή, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον διευθυντή της CIA Άλεν Ντιούλς. Ο Ντιούλς συνήθιζε να βλέπει την Ελλάδα και την Ευρώπη ως ένα πεδίο καλυμμένων επιχειρήσεων. Δεν έδειχνε κανένα δισταγμό στο να παρέμβει. Το δίκτυο που έστησε ο Ντιούλς με τον ελληνοαμερικανό πράκτορα Καραμεσίνη και τον Άλμερ έπαιξε τα επόμενα χρόνια καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα. Στη μέση του τριγώνου υπήρχε ο ελληνοαμερικανός Τόμας Πάππας, ο οποίος έως τηδεκαετία του ’70 αναλάμβανε δουλειέςτης CIA εμφανιζόμενος ως ένας λομπίστας επιχειρηματίας. Ο Άλμερ ήταν αυτός που είχε αναλάβει την επικράτηση και την αποδοχή του Καραμανλή στον χώρο του κόμματός του, στο οποίο ήταν ουσιαστικά νεοσός. Η επιχείρηση του Άλμερ προέβλεπε τη χρησιμοποίηση τμήματος του εφοπλιστικού κεφαλαίου στην Ελλάδα για την αποδοχή του Καραμανλή στο κόμμα του. Είναι εντυπωσιακό πως 82 βουλευτές του «Συναγερμού», οι οποίοι είχαν υπογράψει υπόμνημα υποστήριξης του Στεφανόπουλου για την πρωθυπουργία, απέσυραν τελικά τη διαμαρτυρία τους. Ο εγκέφαλος της επιχείρησης επικράτησης του Καραμανλή διεκδίκησε την αρχηγία της CIA ανεπιτυχώς και εγκατέλειψε την υπηρεσία για να δουλέψει στο πλευρό του έλληνα εφοπλιστή Σταύρου Νιάρχου. Ο Νιάρχος, ο οποίος επίσης είχε σχέσεις με τον Άλεν Ντιούλς, ήταν αυτός που τον έπεισε πως ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν ο κοινός τους εχθρός. Έτσι ο Ντιούλς, το 1954, ανακοίνωσε στη CIA το σχέδιο εξόντωσης του Ωνάση,ο οποίος είχε εξασφαλίσει την αποκλειστική μεταφορά των πετρελαίων από τη Σαουδική Αραβία.
H CIA φρόντιζε να καθορίζει τα πολιτικά και επιχειρηματικά πράγματα στην Ελλάδα, αλλά το κυριότερο, να «ξεπλένει» όσους δέχονταν να συμμετέχουν στους σχεδιασμούς της.Τα στοιχεία για τη σχέση του Καραμανλή με τη CIA είναι από τα ανοιχτά αρχεία της υπηρεσίας. Μπορεί λοιπόν κάποιος να τα βρει σχετικά εύκολα. Είναι ωστόσο εντυπωσιακό πως, παρότι «ανοιχτά αρχεία», δεν έχουν ανατρέψει την επίσημη ιστορία για ένα νεαρό πολιτικό από το Κιουπκόι των Σερρών, που κατέβηκε στην Ελλάδα για να την κατακτήσει. «Ανήκουμε εις την Δύσην», έλεγε τα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση ο Καραμανλής. Και είναι βέβαιο πως είχε κάθε λόγο να το λέει.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο 10ο τεύχος του περιοδικού HOT DOC που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο.
ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

15.000 ευρώ για σπάνιες επιστολές του Γεωργίου Καραϊσκάκη


Σε τιμές πολλαπλάσιες από την αρχική εκτίμηση πουλήθηκε σημαντικός αριθμός από τα περίπου 500, συνολικά, σπάνια βιβλία, χειρόγραφα, έγγραφα και χαρακτικά στην δημοπρασία του οίκου Βέργος, που πραγματοποιήθηκε σήμερα στην Αθήνα.
Η ενότητα επιστολών του αρχιστράτηγου του 1821 Γεωργίου Καραϊσκάκη, που είχε τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας, πωλήθηκε στα 15.000 ευρώ, όσο ήταν και η αρχική τιμή εκτίμησης. Πρόκειται για 7 επιστολές που απευθύνονται στην επιτροπή των Ψαριανών προσφύγων της Αίγινας, μια επιστολή προς τη Διοίκηση της Ελλάδος και μια προς τον Άγγλο στρατηγό Richard Church.
Η επιστολή προς τους προκρίτους των Ψαρών με τις υπογραφές 59 πληρεξούσιων της Γ' Εθνοσυνέλευσης, μεταξύ των οποίων των Θ. Κολοκοτρώνη, Π. Πατρών Γερμανού και άλλων πωλήθηκε στις 2.000 ευρώ, ενώ επιστολή του Γ. Καραϊσκάκη προς την διοίκηση που αφορούσε σχέδιο του για την ανασυγκρότηση των Ελληνικών Δυνάμεων πωλήθηκε στα 4.500 ευρώ, από αρχική εκτίμηση μεταξύ 2.000-3.000 ευρώ. Ενότητα 61 εγγράφων σχετικών με την κληρονομιά του Κοραή πωλήθηκε στα 18.000 ευρώ από αρχική τιμή εκτίμησης μεταξύ 8.000-12.000 ευρώ.
Σε πολύ υψηλότερες τιμές πωλήθηκαν σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης όπως του Κ.Π.Καβάφη (Ποιήματα, 1919-1932, Αλεξάνδρεια) στα 3.300 ευρώ από αρχική τιμή εκτίμησης μεταξύ 600 και 800 ευρώ, του Α. Κάλβου και Α. Χριστόπουλου (σπάνια πρώτη έκδοση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Κάλβου) στα 3.000 ευρώ, από αρχική τιμή εκτίμησης 1.000-1.500 ευρώ.
Στην έναρξη της Δημοπρασίας απομακρύνθηκε παριστάμενος που εισήλθε στην αίθουσα διαμαρτυρόμενος για την πώληση επιστολών του Καραϊσκάκη, ενώ από πλευρά οίκου Βέργου υπήρξε ενημέρωση ότι έλαβε έγγραφο από το υπουργείο Πολιτισμού ότι το υπουργείο προτίθεται να εξετάσει το ενδεχόμενο να θεωρήσει παρόμοιες επιστολές προστατευόμενα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.

Oι κατακόμβες της Θεσσαλονίκης - Βίντεο



ΚΑΤΑΚΟΜΒΕΣ "ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ" ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΗD « www olympia 1

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Υπίλαρχος Γουνελάς Μιχάλης, ουλαμαγός που διέταξε το άρμα να ρίξει την πύλη του Πολυτεχνείου: Η πύλη έπεσε σε συμφωνία με τους φοιτητές


Τα κείμενα που δημοσιεύονται αποτελούν την ακριβή απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων, χωρίς καμία επεξεργασία.
Πείτε μου, πώς βρεθήκατε, πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία που σας ανακαλέσανε τις άδειες.
Εκείνο το βράδυ ανεκλήθησαν όλοι οι αξιωματικοί στη μονάδα. Εγώ έτυχε να πάω πρώτος μέσα στη μονάδα. Δεν θυμάμαι τώρα τι ώρα ακριβώς ήταν, πάντως ήταν βράδυ.
Μπαίνοντας μέσα είδα ότι μπροστά στην πύλη είχε ορθωθεί μια φάλαγγα πέντε αρμάτων. Μέχρι να αλλάξω και να βάλω τη στολή μου τα άρματα είχαν φύγει από κει. Κανείς δεν μου είπε πού θα πάω, απλώς μου είπαν ότι θα συναντήσεις τον υπεύθυνο της ΑΣΔΕΝ, τον βοηθό επιτελάρχου τον Συνταγματάρχη Γεμανή.
Ξεκινώντας, υπέθεσα ότι τα άρματα θα πήγαιναν στο επιτελείο για λόγους ασφαλείας. Πηγαίνοντας προς τα εκεί όμως με το ΙΧ αυτοκίνητο ενός στρατιώτη, είδα ότι δεν υπήρχαν άρματα. Κάποιος πολίτης στο δρόμο μας πληροφόρησε ότι είδε άρματα στη συμβολή των οδών Μεσογείων και Φειδιππίδου.
Επιστρέφοντας λοιπόν, τα βρήκα. Από κει λοιπόν ξεκινήσαμε και κατευθυνθήκαμε στο Πολυτεχνείο, όπου και φτάσαμε, δεν θυμάμαι ακριβώς ώρες, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια τώρα. Εκείνη την ώρα ορθώσαμε τα άρματα απέναντι και περιμέναμε δυο – τρεις ώρες περίπου και σε αυτό το διάστημα γίνανε διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους των φοιτητών, μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής, που τους επετράπη και βγήκαν έξω και οι διαπραγματεύσεις αυτές έγιναν στον προθάλαμο του ξενοδοχείου ΑΚΡΟΠΟΛ. Οι εκπρόσωποι δήλωσαν ότι δεν ελέγχουν απόλυτα την κατάσταση, ότι θέλουν κι αυτοί να λήξει αυτή η ιστορία αλλά να λήξει βέβαια ειρηνικά και αναίμακτα και προτάθησαν από όλους διάφορες λύσεις, για να ανοίξει η πύλη του Πολυτεχνείου. Εξ όλων των λύσεων οι οποίες επροτάθησαν, σαν πλέον πρόσφορη εκρίθη να ανοίξει η πύλη με την ενέργεια ενός άρματος μάχης. Δεν θυμάμαι ποια πλευρά έκανε αυτή την πρόταση, η οποία τελικώς έγινε αποδεκτή. Μόλις έγινε αυτό, εγώ πήγα απέναντι από την πύλη, έφερα ένα άρμα απέναντι από την πύλη και ένας από τους τρεις εκπροσώπους των φοιτητών, δεν θυμάμαι ποιος ήταν ακριβώς, με έναν τηλεβόα ειδοποίησε τον κόσμο ο οποίος ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, να απομακρυνθεί από την πύλη, γιατί θα πέσει η πόρτα. Ανέβηκα κι εγώ ο ίδιος επάνω στο άρμα και σιγά – σιγά ξεκινήσαμε και ρίξαμε την πύλη. Πίσω από την πύλη δεν υπήρχε κανένας. Υπήρχαν μόνο δύο αυτοκίνητα τα οποία και κατεστράφησαν και δεν τραυματίστηκε ούτε σκοτώθηκε κανείς.
Η μόνη η οποία τραυματίστηκε ήταν κάποια κυρία ονόματι Ρηγοπούλου, η οποία δεν ήρθε καθόλου σε επαφή με το άρμα, τραυματίστηκε υποθέτω από διάφορα αντικείμενα τα οποία εκσφενδονίστηκαν μακριά κατά την πτώση του άρματος και η πλησιέστερη απόσταση που ήρθε η εν λόγω κυρία με το άρμα ήταν τουλάχιστον δεκαπέντε μέτρα. Τώρα εάν τραυματίστηκε πολύ ή εάν τραυματίστηκε λίγο, δεν το ξέρω. Μετά άνοιξε βέβαια η πόρτα του άρματος, μπήκε μέσα αυτό, άρχισαν να βγαίνουν οι φοιτητές. Εκεί τελειώνει ο ρόλος ο δικός μας.
Βέβαια, είχε προηγηθεί συμφωνία ότι δεν θα τους πειράξει κανείς τους φοιτητές και οι δυνάμεις των καταδρομών και των πεζοναυτών, οι οποίες ευρίσκοντο εκτός Πολυτεχνείου, έφτιαξαν έναν διάδρομο μέσα από τον οποίο περνούσαν οι φοιτητές και μπόρεσαν έτσι να φύγουν με ασφάλεια. Απομακρυνόμενοι βέβαια από το χώρο του Πολυτεχνείου, δεν ξέρω τι απέγινε. Δεν ξέρω η Αστυνομία ίσως κάπου αλλού να τους την είχε στήσει. Αυτή είναι η όλη ιστορία σχετικά με την πύλη.

Υπήρξε συμφωνία των εκπροσώπων των φοιτητών για να πέσει η πύλη ;
Βεβαίως! Συναποφασίστηκε. Εκρίθη ως η πλέον πρόσφορη λύση και συναποφασίστηκε. Δεν θυμάμαι ποια πλευρά το πρότεινε. Δεν το θυμάμαι. Αλλά εκρίθη ως η πλέον πρόσφορη και η πλέον ακίνδυνη λύση.

Γιατί έπρεπε να γίνει; Γιατί δεν μπορούσε να ανοίξει η πόρτα ή οι πλαϊνές πόρτες;
Όταν φτάσαμε στο Πολυτεχνείο, εκείνη την ώρα είχε γίνει κάποια συμφωνία με κάποιους άλλους, πιθανόν με την Αστυνομία και είχε ανοίξει μια παράπλευρη πόρτα από την οποία βγήκε ένας αριθμός εγκλείστων, εκατό – διακόσιοι, δεν ξέρω πόσοι. Αλλά κάποιοι από το εσωτερικό του Πολυτεχνείου αντέδρασαν, την έκλεισαν την πύλη και εν συνεχεία δεν επέτραπαν σε κανέναν να βγει. Γι΄ αυτό λοιπόν, έπρεπε να ανοίξει κάποια δίοδος απέξω. Δεν υπήρχε άλλη λύση να εκτονωθεί η κατάσταση και να φύγουν από μέσα.

Αλλά η πύλη αυτή εκ των υστέρων χρησιμοποιήθηκε για να βγει ο κόσμος;
Όχι, γιατί έπεσε η κεντρική. Βγήκαν όλοι από την κεντρική. Από κει βγήκαν όλοι, από την κεντρική πύλη, διότι κατέρρευσε. Έπεσε, άνοιξε. Και από κει βγήκαν εν συνεχεία όλοι όσοι ήσαν μέσα.

Γιατί δεν μπορούσαν οι φοιτητές να την ανοίξουν την πόρτα;
Γιατί κάποιοι αντιδρούσαν από μέσα. Υπήρχαν ομάδες περιφρούρησης οι οποίοι δεν ήθελαν, δεν ξέρω για ποιους λόγους, αλλά δεν ήθελαν να εκτονωθεί η κατάσταση δηλαδή. Και τους εμπόδιζαν δια της βίας να βγουν.

Πείτε μου κάτι, εσείς είχατε την ευθύνη, δίνατε διαταγές για τα άρματα; Ποια ήταν η δική σας αρμοδιότητα;
Εγώ ήμουν επικεφαλής των αρμάτων, των πέντε αρμάτων τα οποία πήγαν στο Πολυτεχνείο.

Όταν φτάνατε στο Πολυτεχνείο υπάρχουν πυροβολισμοί, ποιο είναι το κλίμα;
Όχι. Δεν υπήρχαν πυροβολισμοί. Αντιθέτως αυτές τις δυο – τρεις ώρες που μείναμε εκεί απέξω από το Πολυτεχνείο, μέχρι να αποφασιστεί να πέσει η πύλη, συζητούσαμε από τα κάγκελα με τον κόσμο που ήταν μέσα. Και συζητούσαμε σε φιλικό κλίμα. Αλλά και από τις καταθέσεις, εάν πάρετε και διαβάσετε τις καταθέσεις της δίκης, θα δείτε ότι παράπονο με το στρατό δεν είχε κανείς από εκείνους οι οποίοι ευρίσκοντο μέσα. Ο στρατός τήρησε την υπόσχεση την οποία έδωσε. Ότι θα βγει ο κόσμος έξω χωρίς να πειραχθεί κανένας. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τουλάχιστον εκεί μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου και όπου υπήρχε παρουσία στρατού, δεν υπήρξε καμία βιαιοπραγία.

Το κλίμα μέσα στο στρατό πώς ήταν απέναντι στους φοιτητές; Είχε γίνει κάποια προσπάθεια φανατισμού των αξιωματικών;
Όχι, καμία. Καμία προσπάθεια. Κατεβήκαμε για να παίξουμε το ρόλο του διαιτητού μεταξύ φοιτητών και Αστυνομίας. Δεν υπήρξε κανένας φανατισμός, ούτε και καμία βέβαια ανθρωποκτόνος πρόθεσις. Διότι εάν υπήρχε, καταλαβαίνετε ότι θα υπήρχαν εκατόμβες θυμάτων.

Εσείς από ποιον παίρνατε διαταγές;
Από τον κ. Γιοβάνη.

Ποια ήταν ακριβώς η διαταγή;
Η διαταγή ήταν να ανοίξουμε δίοδο για να μπορέσουν να βγουν έξω οι φοιτητές. Όταν λέμε διαταγή μη φανταστείτε ότι εδόθη διαταγή όπως δίνεται στις επιχειρήσεις. Διάλογο κάναμε.

Οι φοιτητές ήρθαν και σας ζητήσανε να γίνουν διαπραγματεύσεις;
Είχε προηγηθεί, δεν ξέρω. Όταν πήγαμε εμείς αυτά είχαν όλα ήδη συμφωνηθεί και δεν το ζητήσανε από μας. Δεν ξέρω ποιοι συμφώνησαν και με ποιους έγινε η συμφωνία να βγουν οι τρεις εκπρόσωποι έξω προκειμένου να βρεθεί κάποια λύση.

Στις διαπραγματεύσεις είναι οι εκπρόσωποι των φοιτητών, εσείς και ποιοι άλλοι ακόμα;
Και η  Αστυνομία, δεν θυμάμαι να υπήρχαν άλλοι. Στον προθάλαμο του ΑΚΡΟΠΟΛ.

Εκείνες τις ώρες επικρατεί χάος, φωνάζουν από τα μεγάφωνα; Ποια είναι η εικόνα;
Ναι, ακούγονται συνθήματα μέσα από το Πολυτεχνείο, ο Ραδιοφωνικός σταθμός λειτουργεί, υπήρχε χάος, οπωσδήποτε υπήρχε χάος. Αλλά, παρόλα ταύτα όμως, οι διαπραγματεύσεις και η προσπάθεια να βρεθεί μία λύση να εκτονωθεί η κατάσταση συνεχίζετο, παρά το χάος που υπήρχε.

Κάποια στιγμή κάνουν εκκλήσεις τα μεγάφωνα στους φαντάρους. Αυτό τι επίδραση έχει σε σας;
Κοιτάξτε να δείτε, εάν είχαμε ανθρωποκτόνο πρόθεση, οπωσδήποτε αυτές οι εκκλήσεις θα έπιαναν τόπο. Μα, εμείς σας είπα, ότι πήγαμε για να κάνουμε τον διαιτητή. Δεν είχαμε σκοπό να σκοτώσουμε κανέναν. Αντιθέτως, πήγαμε να βοηθήσουμε ούτως ώστε να μην υπάρξουν θύματα. Αυτή την απήχηση είχαν αυτές οι εκκλήσεις επάνω μας.

Αλλά υποθέτω ότι για να καλέσουν και το στρατό, θα πρέπει η κατάσταση να είχε ξεφύγει από τον έλεγχο της Αστυνομίας.
Οπωσδήποτε. Οπωσδήποτε και είχε ξεφύγει.Βεβαίως και είχε ξεφύγει. Ήθελε πολύ λεπτούς χειρισμούς. Μία εσφαλμένη ενέργεια, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αιματοχυσία. Εγώ πιστεύω ότι ο στρατός συνέβαλε στο να μην έχουμε περαιτέρω αιματοχυσία.

Μετά που πέφτει η πύλη τι γίνεται;
Μπήκα μέσα στο Πολυτεχνείο, κάποιος φοιτητής ήρθε δίπλα μου και προσεφέρθη να με ξεναγήσει στο χώρο. Πήγα λοιπόν και επισκέφθηκα τους διάφορους χώρους, με πήγε στον Ραδιοφωνικό σταθμό, με πήγε σε μια εσωτερική αυλή η οποία υπάρχει. Μέχρι να τελειώσει αυτή η ξενάγηση, το Πολυτεχνείο είχε αδειάσει όταν βγήκα έξω.

Οπότε επιστρέψατε;
Επέστρεψα στη μονάδα μου.

Σας έδωσαν καμιά διαταγή τις επόμενες μέρες να βγείτε έξω ξανά στους δρόμους;
Εγώ δεν ξαναβγήκα έξω.

Στη δίκη γιατί νομίζετε ότι σας κατηγόρησαν;
Εγώ πήγα κατηγορούμενος για τρεις ανθρωποκτονίες. Διότι κάποιος κατέθεσε και είπε ότι σε ένα από τα αυτοκίνητα τα οποία ευρίσκοντο πίσω από την πύλη και το οποίο κατεστράφη, ευρίσκοντο μέσα τρεις άνθρωποι. Ως απεδείχθη, δεν υπήρχε κανείς. Ο Εισαγγελέας πρότεινε επτά μήνες φυλάκιση, το δικαστήριο μου επέβαλε δέκα οκτώ και ο Άρειος Πάγος μετά από αναίρεση έκανε την ποινή επτά ή οκτώ μήνες, δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή ακριβώς.

Κι εσείς υπηρετήσατε δεκατρείς μήνες;
Κάθισα δεκατρείς μήνες, γιατί η απόφαση επί της αναιρέσεως καθυστέρησε να βγει. Ενώ η ποινή μου ήταν επτά ή οκτώ μήνες, δεν θυμάμαι ακριβώς.

Κορυδαλλό δηλαδή;
Κορυδαλλό.

Όπου ήταν κι άλλοι;
Ήμασταν όλοι μαζί. Ήμασταν μία πτέρυγα, δεν θυμάμαι ποια πτέρυγα ακριβώς ήταν, ήμασταν σαράντα – πενήντα.

Εκεί σας δόθηκε η ευκαιρία να μάθετε κάποια πράγματα παραπάνω για τα παρασκήνια από τους άλλους αξιωματικούς ή πολιτικούς;
Όταν λέτε παρασκήνια, τι εννοείτε;

Εννοώ για το αν παίχτηκαν κάποια πολιτικά παιχνίδια γύρω από το Πολυτεχνείο, εννοώ για τη διαμάχη.
Πολλές υποθέσεις, αλλά τίποτα το βέβαιο. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω ποιος υποκίνησε αυτή την κατάσταση. Πιστεύω ότι ξεκίνησε αυθόρμητα και από ένα σημείο και μετά από κάποιους χειραγωγήθηκε. Τώρα ποιοι ήταν αυτοί δεν έχω υπόψη μου. Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα.

Γιατί χρεώνανε δηλαδή τη μονάδα σας στον Ιωαννίδη;
Κοίταξε να δεις, δεν νομίζω ότι ο Ιωαννίδης ήταν υπεύθυνος. Διότι δεν υπήρξαν στοιχεία τουλάχιστον. Κατά τη διάρκεια της δίκης, εγώ δεν επείσθην ότι ήταν ο Ιωαννίδης υπεύθυνος. Ούτε νομίζω ότι τον συνέφερε. Γιατί ο Ιωαννίδης είχε στο μυαλό του μετά μία εβδομάδα να κάνει πραξικόπημα, να ανατρέψει τον Παπαδόπουλο. Δεν τον συνέφερε να μαζευτούν μονάδες τις οποίες δεν ήλεγχε στην Αττική, εκείνη την εποχή. Δεν νομίζω ότι αυτός ήταν εκείνος ο οποίος υποκίνησε την κατάσταση. Δεν το νομίζω.

Απλώς πιστεύετε ότι είχε ξεφύγει από όλους κάποιο…;
Ακριβώς, αυτό πιστεύω. Όλα αυτά τα γεγονότα ξεκίνησαν, κανείς δεν τα εκτίμησε σωστά από την αρχή και κάποια στιγμή διογκώθηκε η κατάσταση και αιφνιδίασε τους πάντες. Έτσι πιστεύω ότι έγινε.

Δεν υπήρχε όμως κάποιο κλίμα μέσα στο στρατό εναντίον των φοιτητών;
Όχι, όχι. Στο στρατό δεν υπήρχε κλίμα εναντίον των φοιτητών, γιατί να υπάρχει εναντίον των φοιτητών; Μην νομίζετε ότι όσοι υπηρετούσαν στο στρατό ήταν άβουλα όντα και μίσθαρνα όργανα κάποιου καθεστώτος, προς Θεού. Ο καθένας είχε τις ιδέες του, τις αντιλήψεις του, όλοι είχαμε συγγενείς φοιτητές. Για ποιο λόγο να υπάρχει; Και αυτό απεδείχθη τουλάχιστον, γιατί σας είπα και πάλι ότι εάν δεν ήταν ο στρατός, στο Πολυτεχνείο θα είχαμε περισσότερη αιματοχυσία. Θα είχε εκτραπεί εντελώς η κατάσταση.

Υπήρξε όμως συμμετοχή του στρατού στις αιματοχυσίες τις επόμενες μέρες.
Υπήρξε. Υπήρξε, αλλά δεν πιστεύω ότι υπήρξε από πρόθεση. Υπήρξε από αδέσποτες σφαίρες κυρίως, διότι κάπου χάθηκε ο έλεγχος φαίνεται. Αυτός ήταν ο λόγος, έτσι πιστεύω. Δεν πιστεύω ότι ήταν από πρόθεση.

Ίσως και από φόβο.
Όχι από φόβο, δεν νομίζω από φόβο ότι ήταν. Απλώς εχάθη ο έλεγχος, διεσπάσθησαν τα τμήματα, διασκορπίστηκαν και οι διοικητές δεν είχαν τον έλεγχο των τμημάτων τους

Εσείς όταν ήσασταν εκεί μπροστά, δεν έχετε αγωνία για το τι θα γίνει; Ποια είναι τα προσωπικά σας συναισθήματα;
Δεν είχα καμία αγωνία, διότι πίστευα ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι πίστευα. Και γιατί ήλεγχα απόλυτα την κατάσταση. Ως ότου τουλάχιστον με αφορούσε. Και γι’ αυτό ανέβηκα και ο ίδιος επάνω στο άρμα, ούτως ώστε να μην γίνει κάποια ενέργεια που δεν θα ήθελα να γίνει. Αυτός ήταν ο λόγος.

Ο οδηγός του άρματος βλέπει;
Βεβαίως βλέπει.

Έβλεπε πού πάει.
Ναι, αλλά δεν είναι μόνο ότι  βλέπει ο οδηγός του άρματος, είναι ότι έβλεπα κι εγώ από πάνω και είχα ενδοεπικοινωνία με τον οδηγό. Και τον κατηύθυνα ανά πάσα στιγμή. Πέραν αυτού, υπήρχε κι ένας ανθυπασπιστής δίπλα, που τον είχα τοποθετήσει εγώ, ο οποίος πήγαινε πεζός δίπλα στο άρμα, ούτως ώστε να υπάρχει υπερ-εξασφάλιση.

Εάν τώρα, μετά από 29 χρόνια, ξαναβλέπατε τα πράγματα, τι νομίζετε ότι θα μπορούσατε να είχατε κάνει κάτι διαφορετικό;
Δεν νομίζω. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι το διαφορετικό. Πιστεύω ότι ενήργησα με την σύνεση που επέβαλε η θέση μου και η ηλικία μου. Δεν έχω τύψεις συνειδήσεως, γιατί πιστεύω ότι συνέβαλα κι εγώ στο να μην λάβει μεγαλύτερη έκταση η αιματοχυσία. Αυτό πραγματικά το πιστεύω.

Επομένως, η καταδίκη σας από μια άποψη είναι άδικη.
Δεν θα κρίνω αποφάσεις δικαστηρίων, δεν ξέρω.

Ωραία, αυτά ήθελα να σας ρωτήσω και κάτι τελευταίο: Είχε κυκλοφορήσει τότε, διαβάζοντας τη δίκη μέσα από τις εφημερίδες, όχι τα πρακτικά, ότι αυτό το σχέδιο ήταν στα πλαίσια κάποιου σχεδίου “κεραυνός” ή κάτι τέτοιο. Υπήρχε κάποιο γενικότερο σχέδιο κινητοποίησης;
Μην ακούτε τι λένε. Η επιχείρηση δεν ήταν προσχεδιασμένη. Αιφνιδιάστηκαν οι πάντες. Και σας είπα ότι ξεκίνησα από το Γουδί που ήταν το στρατόπεδο, χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω και χωρίς σαφείς οδηγίες. Δεν ήταν προσχεδιασμένο.

Και τις οδηγίες τις παίρνετε όταν φτάνετε στο χώρο;
Από τον Συνταγματάρχη Γιοβάνη, όταν το συνάντησα στην συμβολή Φειδιππίδου και Μεσογείων, όπως σας είπα. Ούτε κι αυτός ήξερε τι γινόταν εκεί κάτω. Όταν πήγαμε εκεί επί τόπου, κάναμε εκτίμηση της καταστάσεως και είδαμε τι γίνεται.

Άρα, εσείς στην ουσία αποφασίσατε. Δεν υπήρχε κάποιος άλλος που να αποφασίσει για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης.
Όχι βέβαια. Εμείς αποφασίσαμε.

Κάνοντας τις διαπραγματεύσεις με τους φοιτητές, δεν ενημερώνατε κάποιον;
Δεν ενημερώναμε κανέναν. Εγώ τουλάχιστον δεν ενημέρωνα κανέναν. Και μπορώ να σας πω ότι ο Γιοβάνης ήταν αξιωματικός του Πεζικού. Εγώ του επέβαλα την άποψή μου παρόλο που ήταν ανώτερος από μένα. Ήταν εκ φύσεως ήσυχος άνθρωπος, άνθρωπος χαμηλών τόνων και μπορώ να πω ότι αυτός αγωνιούσε πολύ περισσότερο από όσο αγωνιούσαν όλοι οι υπόλοιποι. Εγώ ήμουν πιο ψύχραιμος.

Οπότε δηλαδή, το μόνο στην ουσία που τέθηκε στη δίκη είναι αυτό το διάστημα ότι η συμφωνία μπήκε σε εφαρμογή δυο – τρία λεπτά πριν.
Αυτό το άκουσα στη δίκη. Ότι υπήρχε κάποια προθεσμία δύο – τριών λεπτών, η οποία δεν ετηρήθη. Στη δίκη όμως το άκουσα. Δεν την ήξερα αυτή τη συμφωνία. Και εάν τηρείτο ποια θα ήταν η διαφορά; αυτό δεν το κατάλαβα. Δεν νομίζω ότι θα άλλαζε τα πράγματα.
Δεν νομίζω ότι είχαν σημασία. Υποθέτω ότι αυτά τα δύο – τρία λεπτά τα ζητήσανε μήπως αποφασίσουν και πειστούν αυτοί μέσα που δεν άφηναν τους υπολοίπους να βγουν, να τους αφήσουν. Υποθέτω.

Και όχι για να τους απομακρύνουν.
Πού να απομακρυνθούν; Πού να πάνε; Απλώς φύγανε όλοι πίσω από την πύλη. Γιατί ένας εκπρόσωπος της Συντονιστικής Επιτροπής, όταν εγώ ήρθα με το άρμα απέναντι, εκείνος ήρθε με έναν τηλεβόα και φώναζε: Συνάδελφοι, απομακρυνθείτε γιατί θα πέσει η πόρτα. Αυτό έγινε.
Πηγή: Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα
Το βρήκαμε εδώ 

Η ιστορία του κτηρίου της Οδού Μπουμπουλίνας 20-22





Ο πρώτο ιδιοκτήτης: Δοσίλογος των Γερμανών.

Στη δεκαετία του ΄50 στεγάζεται η ΚΥΠ (κολαστήριο για τους αγωνιστές, η αιματοβαμμένη ταράτσα του αναφέρεται στο τραγούδι “χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα”.
Στη δεκαετία του ΄80 αγοράζεται από το ΚΚΕ, ενώ το 1993 αγοράζεται από το υπουργείο Πολιτισμού (υπερκοστολογημένο)

γράφει ο Δημήτρης Νανούρης.
Σπουδαίο μνημείο της αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου, κολαστήριο στα χρόνια της δικτατορίας, γραφεία του ΚΚΕ το ’80, έδρα του υπουργείου Πολιτισμού από το 1993: Το κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας 20-22, έξω απ’ το οποίο πυροβολήθηκε ο αστυνομικός, Δ. Μαντζούνης, θα ‘λεγε κανείς ότι διατρέχει τη νεότερη ιστορία μας και συνδέεται με πολλές μελανές της σελίδες.
*Χτίζεται το 1932 σε σχέδια του αρχιτέκτονα, Κυπριανού Μπίρη, μετέπειτα καθηγητή στο ΕΜΠ. Το πενταώροφο κτίριο θεωρείται υπόδειγμα «πρώιμου μοντερνισμού», με δύο στοές και τρία εσωτερικά αίθρια για τον επαρκή φωτισμό και αερισμό των 46 διαμερισμάτων του. Καταλαμβάνει το τετράγωνο μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας, Κουντουριώτη και Ζαΐμη.
«Είναι από τα πρώτα κτίσματα της Αθήνας με “έρκερ” όγκους, με γραμμικά παράθυρα, που εξέχουν από την πρόσοψη και όταν ανοίγουν σου δίνουν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μπαλκόνι», εξηγεί ο γιος του εμπνευστή του κτιρίου, Τ. Μπίρης, αρχιτέκτονας και καθηγητής του ΕΜΠ και ο ίδιος. «Είναι ακόμη από τις πρώτες πειραματικές λύσεις της καθ’ ύψος συλλογικής κατοίκησης. Με τη διαφορά ότι οι πρωτοπόροι της ιδέας της πολυκατοικίας οραματίζονταν περιορισμένα ύψη και σχεδιασμό, με σκοπό την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών και όχι το κέρδος».
*Ο πρώτος του ιδιοκτήτης, ο γιατρός Κ. Λογοθετόπουλος, συνδέει το όνομά του με τις δωσιλογικές κατοχικές κυβερνήσεις, καθώς σπούδασε μαιευτική στο Μόναχο και λίγο πριν από τον πόλεμο βρέθηκε να διευθύνει το μαιευτήριο «Αλεξάνδρα» ως πρύτανης του πανεπιστημίου Αθηνών.
Παντρεμένος με την ανιψιά του στρατάρχη Λιστ, επικεφαλής των δυνάμεων της Βέρμαχτ που επιτίθενται στη χώρα μας, χρηματίζει υπουργός Παιδείας και Υγείας στην κυβέρνηση Τσολάκογλου και πρωθυπουργός από τις 2 Δεκεμβρίου 1942 έως τις 7 Απριλίου 1943. Εμπνευστής της επιστράτευσης του ’43, που αποτρέπεται από τις κινητοποιήσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, το 1944 δραπετεύει στη Γερμανία, ακολουθώντας τα ναζιστικά στρατεύματα. Καταδικάζεται ερήμην σε ισόβια το 1945, εκδίδεται στην Ελλάδα το 1946 και μένει στη φυλακή έως το 1951. Πεθαίνει το 1961 σε πλήρη απαξίωση.
*Τη δεκαετία του ’50 στο κτίριο στεγάζεται η διαβόητη ΚΥΠ. Σε κάποιο απ’ τα γραφεία του εξυφαίνεται, πιθανότατα, η σκευωρία κατά του Νίκου Μπελογιάννη, αλλά και η δολοφονία του άλλοτε μαθητή του ιδιοκτήτη: του ΕΔΑΐτη γιατρού Γρηγόρη Λαμπράκη.
*Την περίοδο της δικτατορίας η γειτονιά ανατριχιάζει από τις οιμωγές των αντιστασιακών που κρατούνται στη Μπουμπουλίνας 18, έδρα της υποδιεύθυνσης Ασφαλείας και άντρο του Μάλλιου, του Μπάμπαλη, του Λάμπρου.
Στην αιματοβαμμένη «ταράτσα» εκατοντάδες αγωνιστές υπομένουν φρικτά βασανιστήρια. Ανάμεσά τους, ο Ανδρέας Λεντάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης, που επινοούν έναν κώδικα επικοινωνίας με χτυπήματα στον τοίχο.
Τα «τραγούδια του Αντρέα» τα περιγράφουν γλαφυρά: «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα, μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ. Πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα. Τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ».
*Η «εκδίκηση της ιστορίας» έρχεται στα μέσα του ’80, οπότε το ΚΚΕ αναζητεί κτίριο για να στεγάσει την Κομματική Οργάνωση Αθήνας. Η ΚΥΠ έχει μετακομίσει στην οδό Κατεχάκη και η πολυκατοικία μοιάζει ερείπιο. Οι τότε ιδιοκτήτες της τη βγάζουν κυριολεκτικά στο σφυρί. Η ταμπέλα «δίδεται αντιπαροχή» επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.
«Αγοράσαμε το κτίριο περίπου 100 εκατ. δρχ. και ξοδέψαμε άλλα 200 εκατ. για την ανακαίνισή του», θυμάται ο γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΥΝ, Ν. Χουντής, τότε γραμματέας της ΚΟΑ του ΚΚΕ.
Την ανακαίνιση εκείνη επιβλέπει ο πολιτικός μηχανικός, Δημ. Σκαμπάς, μέλος του κόμματος και πρώην δήμαρχος Χαϊδαρίου.
*Το 1992, με πρωθυπουργό τον Κ. Μητσοτάκη, η Ντόρα Μπακογιάννη προτείνει στο ΚΚΕ να πουλήσει το κτίσμα στο υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου να στεγαστούν εκεί οι κεντρικές του υπηρεσίες. Η συμφωνία κλείνει γρήγορα, με τίμημα το οποίο αλλεπάλληλα δημοσιεύματα της εποχής θεωρούν σκανδαλώδες.
Πάντως στην επιτροπή της Βουλής που εγκρίνει τους ισολογισμούς των κομμάτων για τα έξοδα των εκλογών του 1993, το ΚΚΕ αναφέρει ότι εισέπραξε από την πώληση του κτιρίου 1,17 δισ. δρχ.
ΠΗΓΗ
archive.enet.gr
 24grammata.com


Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ιστορία και κοινωνιολογία του καφέ και των καφενείων της Κωνσταντινούπολης


 24grammata.com / Νυχτ. ζωή / Ιστορ. καφενεία
γράφει  ο Δημήτρης Σταθακόπουλος
Το καφενείο ως ένας από τους βασικούς πολιτιστικούς θεσμούς της καθημερινής ζωής , δημιουργήθηκε συνε­πεία της διάδοσης του καφέ ως είδους ευρείας κατανάλωσης. O καφές που ήταν γνω­στός στη Μέση Ανατολή και την περιοχή της Μεσογείου από το 12ο αιώνα , ενώ από το 14ο  είχε αρχίσει η συνήθης χρήση του – προηγουμένως τον έφερναν από την Αιθιοπία ωμό και τον έτρωγαν με ψωμί -,  εισήχθη στην Kωvσταvτιvούπολη από την Αίγυπτο το 1519, δηλαδή αμέσως μετά την κατάληψή της από τον Σελήμ A’το Σκληρό ( I Selim yavuz). H διάδοση όμως του καφέ ως είδους ευρείας κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα, μετά το 1543, οπότε άνοιξαν και τα πρώτα καφενεία (1551 ή 1554) που αναδείχθηκαν σε τόπους κοινωνικής συνάθροισης και λαϊκής επικοινω­νίας, ψυχαγωγίας και διασκέδασης , θεραπεύοντας θα λέγαμε εξωθρησκευτικές ανάγκες, ανα­πτύσσοντας παράλληλα διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις.
Oι μουσουλμάνοι έμποροι μετέφεραν τον καφέ από την Υεμένη στην Τζέντα και από εκεί στο Κάϊρο και την Αλεξάνδρεια, απ’ όπου φορτωνόταν σε πλοία με τα οποία μετακομιζόταν στην Kωvσταvτιvούπολη.  Αποθη­κευόταν μαζί με άλλα εδώδιμα, εκκοκκιζόταν και καβουρντιζόταν σε ειδικούς χώρους για καφέ (tahmis) που βρίσκονταν στην περιοχή Εμίνονου της Πόλης.  Στη συνέχεια κοπανιζόταν σε μεγάλα γουδιά (μιρ’ ή) τα οποία ελεγχόταν από την Εστία των Ταχμίς (καφέ) των γενιτσάρων και μετά γινόταν η διανομή τους στους πωλητές. Συνήθως όμως πωλού­νταν σε κόκκους, οπότε τα καφενεία, αλλά και τα νοικοκυριά φρόντιζαν να τους κα­βουρντίσουν και στη συνέχεια να τους αλέσουν, γι’ αυτό και στα μαγειρικά σκεύη συγκαταλεγόταν το καβουρδιστήρι και ο μύλος του καφέ.
O καφές συγκαταλεγόταν μαζί με τα σιτηρά στα είδη πρώτης ανάγκης, γι’ αυτό και το εμπόριο του υπήρξε εξαιρετικά κερδοφόρο. Συχνή ήταν η νόθευσή του με καβουρδισμένο φουντούκι και ρεβίθι, ώστε μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα ένα από τα βασικά ζη­τήματα στην αγορά της Kωvσταvτιvούπολης υπήρξε ο νοθευμένος καφές. Εξ άλλου από το 17ο αιώνα το ενδιαφέρον των ευρωπαίων εμπόρων για προμήθεια καφέ από την Υεμένη εξανέμισε τα αποθέματα του προϊόντος στην Πόλη  με αποτέλεσμα οι τι­μές να εκτιναχθούν στα ύψη. Παράλληλα ο έλεγχος των θαλασσίων οδών από το ναυτι­κό ευρωπαϊκών χωρών – όπως για παράδειγμα το 1656 όταν ο αγγλικός στόλος είχε αποκλείσει τα στενά των Δαρδανελίων – , συντέλεσε στην παραπέρα αύξηση των τιμών και την αύξηση της επιχειρούμενης νοθείας. Σχετικά παρατηρήθηκε ότι η τελευταία γι­νόταν με τη συνενοχή των γενιτσάρων που απεκόμιζαν σημαντικά οικονομικά οφέλη.
Το γεγονός ότι ο καφές θεωρούνταν είδος πολυτελείας είχε αποτέλεσμα την καθιέ­ρωση μιας σειράς από ειδικούς φόρους με την επωνυμία μιζάν, ρουχσατιγιέ και ιμαλιγέ. Επί σουλτάνου Μουσταφά B’ επιβλήθηκε νέος φόρος στον καφέ, ο μπιντάτ’ ι καχβέ, γεγο­νός που οδήγησε σε νέα αύξηση της τιμής του. H απώλεια των φορολογικών εσόδων που προσπόριζε στο κράτος ο καφές ήταν και ένα από αίτια της μη τελεσφόρησης των απαγορεύσεων κατανάλωσής του που κατά καιρούς είχαν επιβληθεί είτε για λόγους θρησκευτικούς είτε για λόγους πολιτικούς. H πρώτη απαγόρευση επιβλήθηκε επί Σου­λεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η αντίδραση όμως ήταν τέτοιας έκτασης ώστε ο σεϋχουλισλάμης Εμπουσουούντ εφέντη που είχε εκδώσει τον απαγορευτικό φετβά, αναγκά­στηκε να τον ανακαλέσει. Επιβολή απαγόρευσης του καφέ επιχειρήθηκε επί Σελήμ B’ (1566-1574) ,Μουράντ Γ’ (1574-1595) και Αχμέντ Α’ (1603-1617), αλλά ήταν μη αποτελεσματικές. H απαγόρευση του καφέ – μαζί με την απαγόρευση του καπνού και των ποτών -  το 1633 επί Μουράντ Γ’ (1623-1640) με αφορμή δήθεν την πυρκαγιά της συνοικίας Τζιμπαλή που είχε ξεκινήσει από μία φωτιά σε τζάκι καφενείου, στην πραγ­ματικότητα οφειλόταν στις πιέσεις που ασκούσε ισλαμική αδελφότητα για την κατάρ­γηση των τεκέδων και καφενείων ως ενάντιων στην ισλαμική θρησκεία. Πάντοτε όμως η απαγόρευση αφορούσε και έναν ουσιαστικό πολιτικό λόγο, διαφορετικό από εκείνο που προβλήθηκε επίσημα. Δηλαδή δεν ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας ή επειδή ο καφές ερχόταν σε αντίθεση προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή διότι τα κα­φενεία είχαν μεταβληθεί σε τόπους διασκέδασης και οργίων, αλλά για πολιτικούς λό­γους, γιατί η συνάθροιση πολλών ατόμων γινόταν αιτία να συζητούνται τα κοινά και να κατακρίνονται οι πράξεις, τα έργα και οι ημέρες των ιθυνόντων.
H λειτουργία των πρώτων καφενείων ή καφενέδων (Kahvehane) περί το τέλος της εποχής του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, είναι η συνέπεια και ταυτόχρονα το απο­τέλεσμα της κοινωνικής δυναμικής που είχε σχηματισθεί στο διάστημα μετά την Άλωση.  Το 17ο αιώνα φαίνεται να έχει διαμορφωθεί  πλέον  η πολιτιστική ύφανση στην καθημερινή ζωή της Kωvσταvτιvούπολης και να έχουν τεθεί τα θεμέλια των κοινωνικών θεσμών που καθόριζαν πλέον τις μορφές σχέσεων του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Τα καφενεία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεσμικής πλαισίωσης της κοινωνίας των πόλεων, δεδομένου ότι στα πλαίσια της κοινοτικής συγκρότησης, λειτούργησαν ως χώροι οργάνωσης των κοινών δραστηριοτήτων ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και μοι­ράζονται τα ίδια πολιτισμικά στοιχεία.
       Η Κτιριολογική μορφολογία και διακόσμηση των καφενείων
H αρχιτεκτονική των καφενείων διέφερε αναλόγως του είδους στο οποίο ανήκαν και τις ειδικότε­ρες λειτουργίες τους. Τα καφενεία των γενιτσάρων ήταν διώροφα.  Στην είσοδο υπήρχε το έμβλημα (nisan) του ορτά (τάγματος) των γενιτσάρων στο οποίο ανήκε το καφενείο, ενώ στη μέση του κυρίως χώρου ο οποίος είχε γεωμετρική διά­ταξη και ήτνα στρωμένος με μάρμαρα, υπήρχε ένας πίδα­κας (συντριβάνι) σε στέρνα (χαβούζα), και γύρω ξύλινα σεντίρια (πε’ι,’κέ) με μαξιλάρια όπου οι θαμώνες κάθονται οκλαδόν. Από το κύριο αυτό τμήμα του καφενέ εισέρχονταν  κανείς σε παράπλευρους χώρους, όπου υπήρχε το τζάκι στο οποίο ψηνόταν ο κα­φές, το ανυψωμένο τμήμα όπου έπαιζαν τα όργανά τους οι ασίκηδες, και το τμήμα όπου βρισκόταν η έδρα του σεΐχη των μπεκτασήδων , ο “σοφάς του μπαμπά” (baba sofasi). Την εσωτερική διακόσμηση ολοκλήρωναν  πίνακες (με ιε­ρές γραφές) των μπεκτασήδων και γλάστρες με βασιλικούς γύρω από τη χαβούζα και τα παράθυρα.
H αρχιτεκτονική των λοιπών καφενείων σε γενικές γραμμές ήταν όμοια. Στη γω­νιά που βρισκόταν απέναντι από το τζάκι υπήρχε ένα ανυψωμένο τμήμα με δύο μαρ­μάρινα σκαλοπάτια, περιβαλλόμενο από περίτεχνα κάγκελα εν είδη αραβουργήματος, που το φύλαγαν ρεζερβέ για τους προνομιακούς θαμώνες , το λεγόμενο “κιόσκι” ή αρχισεντήρι (bassedir). Πλησίον αυτού, υπήρχε ένα ερμάριο που ανήκε στον ιδιοκτήτη του καφενείου μπροστά στο οποίο υπήρχε στρωμένο δέρμα ζώου. Επειδή σε ορι­σμένα καφενεία διέθεταν και κουρέα, υπήρχε και ειδικός χώρος γι’ αυτόν.
      Τυπολογία των καφενείων
Αναμφίβολα είναι πολύ δύσκολη η διατύπωση μιας κοινής τυπολογίας των καφε­νείων της Κωνσταντινούπολης πόσο μάλλον και των καφενείων άλλων οσμανικών πόλεων. Ωστόσο μπορεί κανείς να αναφερθεί  σε δύο βασικές κατηγορίες, τα μόνιμα/ συνεχή καφενεία και τα εποχιακά υπαίθρια.
    Μόνιμα και συνεχή καφενεία
Τα καφενεία της κατηγορίας αυτής λειτουργούσαν όλο το χρόνο, δηλαδή τόσο κατά τη θερινή, όσο και τη χειμερινή περίοδο. Πρόκειται για κλειστούς χώρους που στη συ­νέχεια διακρίνονταν αναλόγως προς τις λειτουργίες που είχαν στα πλαίσια της κοινω­νικής και οικονομικής οργάνωσης.
                Συνοικιακά καφενεία
Μεταξύ των διαφόρων πολιτιστικών χώρων της Κωνσταντινούπολης, τα συνοι­κιακά καφενεία (των διαφόρων μαχαλάδων) ήταν εκείνα που εμφάνιζαν τη μεγαλύ­τερη ιστορική συνέχεια. Η πολιτιστική ομοιογενοποίηση των συνοικιών που αποτε­λούσαν το πιο στενό πεδίο της καθημερινής ζωής, αναπτύχθηκε με τη διάδοση των καφε­νείων. Συνεπώς τα συνοικιακά καφενεία που εμφανίζονται από το 16ο αιώνα, συμ­βάλλουν αποφασιστικά στην κοινωνικοπολιτιστική πλευρά της καθημερινής ζωής. Η εσωστρέφεια που παρατηρείται στον ιδιωτικό χώρο (τις κατοικίες) και το θρησκευτικό (το τζαμί/τεκέ,  ή την εκκλησία) μετατρέπεται σε πολιτιστική εξωστρέφεια διαμέ­σου του καφενείου. Διαμέσου αυτού οι κάτοικοι της συνοικίας αποκτούν τη δυνατό­τητα να γνωρίσουν το πολιτισμικό γεγονός του δρόμου ανεξαρτήτως των ιδιωτικών και θρησκευτικών χώρων και να συμμετάσχουν άμεσα στη ζωή της πόλης. Ακόμη τα κα­φενεία ουσιαστικά στέγαζαν τα κέντρα απόφασης που αφορούσαν τη ζωή της συνοικίας. Οι λει­τουργίες που κάποτε εστιάζονταν στο πρόσωπο του ιερέα ή του ιμάμη και που πραγματοποιούταν σε ιδιωτικούς ή θρησκευτικούς χώρους, πυκνώνονται στα καφενεία με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται ισόρροπα η συμμετοχή τόσο στα κοινά όσον και στην πολιτιστική γενικά ζωή.
Τα καφενεία της κατηγορίας αυτής παρατηρούνται κυρίως στις μουσουλμανικές συνοικίες και όχι στις χριστιανικές. Τούτο οφείλεται στο ιστορικό τους πρότυπο που αφορά τα καφενεία, τόπους αναμονής των (ανδρών) πιστών για την ώρα της προσευ­χής (ναμάζι) στο τζαμί. Με διαφορετική διατύπωση τα συνοικιακά καφενεία άρχισαν ως παράρτημα του τζαμιού, ως προθάλαμος του και συν τω χρόνω ανεξαρτητοποιήθηκαν και μπορεί να ισχυριστεί κανείς εκκοσμικεύτηκαν ή ορθότερα ανεξαρτητοποιή­θηκαν εντός των πλαισίων της συνοικιακής δομής.
Καφενείο  οθωμανικής περιόδου
Αφετηρία λοιπόν της δημιουργίας του τύπου του τακτικού θαμώνα του καφενείου, αυ­τού που αποκαλούμε καφενόβιου είναι η ισλαμική παράδοση.
Τα καφενεία, λοιπόν, άρχισαν να σχηματίζονται γύρω από ένα θρησκευτικό κέντρο, στη συνέχεια όμως απέκτησαν την πραγματική τους ταυτότητα με τη συγκέντρωση σ’ αυτά των επίλεκτων της συνοικίας οι οποίοι και εξέφραζαν την πολιτιστική σώρευση του κοινωνικού τους περίγυρου. Ο περίγυρος αυτός ταυτιζόταν με εκείνον στον οποίο λειτουργούσαν τα καφενεία τα οποία μετατράπηκαν έτσι σε κέντρο συζήτησης και άσκησης κοινωνικής κριτικής και κοινωνικού ελέγχου. Αξιολογικές κρίσεις που πηγά­ζουν από τα ήθη και τα έθιμα της συνοικιακής ζωής καθόρισαν και τον τύπο του θα­μώνα. Αρχικά στα καφενεία της κατηγορίας αυτής σύχναζαν κρατικοί υπάλληλοι με κοινή κοινωνική προέλευση και αγωγή , ή ηλικιωμένα κα σεβαστά άτομα με αυξημένο, στη συνοικία κύρος. Στη συνέχεια στα καφενεία άρχισαν να συχνάζουν και ετερόκλητα στοιχεία που ανήκαν σε διαφορετικές πολιτιστικές ομάδες και ανταποκρίνονταν σ’ όλο το φάσμα του κοινωνικού ιστού, με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε χώρο συγκέντρωσης ατόμων διαφόρων κοινωνικοατομικών καθεστώτων και ηλικιών.
           Καφενεία των επαγγελματικών συντεχνιών (των σιναφιών)
Ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα, ταυτόχρονα με τα συνοικιακά καφενεία εμφανί­ζονται και τα καφενεία των επαγγελματιών, τα οποία είναι χώροι που αναδύονται μέ­σα από την πολιτιστική παράδοση της οικονομικής ζωής της πόλης. Κυριότερες πε­ριοχές στις οποίες αναπτύσσονται τα καφενεία της κατηγορίας αυτής είναι εκείνες όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα τα εμπορικά χάνια και οι αγορές, κυρίως στις ακτές του Κεράτιου και του άξονα Ακσαράι-Μπεγιαζίτ.
Στην πρώτη περίπτωση , τα καφενεία εξυπηρετούσαν άτομα κατώτερων στρωμά­των τα οποία εργάζονταν ως μεταφορείς ή σε οικοδομές. Επειδή η περιοχή ήταν ταυ­τόχρονα και λιμάνι, αναπτύχθηκαν επαγγελματικοί κλάδοι που αφορούσαν και τις θαλάσσιες μεταφορές, όπως των λεμβούχων, λιμενεργατών και αχθοφόρων. Κοντά σ’ αυτούς ήταν οι οικοδόμοι, οι λιθοξόοι ταφόπετρων, οι χτίστες (ντουβαρτζήδες), οι πλανόδιοι πωλητές κ.ά. Οι σκαφτιάδες ήταν εκείνοι που καθόρισαν το πολιτισμικό πε­ριβάλλον των “εσνάφικων καφενείων” (ή καφενείων των σιναφιών), δηλαδή των δια­φόρων συντεχνιών. Τα καφενεία αυτά  ήταν τόπος συγκέντρωσης όσων δεν είχαν κατάστημα ή “εμπορείο” και δεν εξαρτιόνταν από καμιά επιχείρηση, και λει­τουργούσαν ταυτόχρονα ως κέντρα σύναξης συγκεκριμένων επαγγελματικών κάδων. Κάθε επαγγελματικός κλάδος διέθετε το δικό του καφενείο και από την άποψη αυτή ανταποκρίνονταν στην καθημερινή αγορά εργασίας. Τα καφενεία αυτά διοικούνταν από τους επόπτες (κιαγχιάδες) των οικείων συντεχνιών. Η πολιτιστική ιδιαιτερότητά τους σημαίνεται από το ότι αποτελούσαν κοινό τόπο συγκέντρωσης ατόμων των κα­τωτέρων στρωμάτων διαφορετικής φυλής και θρησκεύματος/εθνότητας.
Στη δεύτερη περίπτωση τα καφενεία είχαν συγκεντρωθεί σε εμπορική περιοχή, στην οποία ανήκε και η Κλειστή Αγορά ( Καπαλί Τσαρσί ) με τα χάνια που την περιέβαλλαν. Εξυπηρε­τούσαν τις ανάγκες των καταστηματαρχών της περιοχής και θεωρούνταν ένα τμήμα των εμπορικών χανιών που στέγαζαν διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους. Τε­λούσαν σε οργανική σχέση με τα εμπορικά της Κλειστής Αγοράς και χρησιμοποιού­νταν από τους επαγγελματίες (σινάφια) που ανήκαν σε ανώτερα και μέσα στρώματα ως οιονεί εμπορικά γραφεία.
Ένα από τα καφενεία της κατηγορίας αυτής που έχει σημαδέψει την καθημερινή ζωή είναι το ευρισκόμενο στη συνοικία Τσελεμπή Αλαεντίν, εντός των τειχών της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο συγκεντρώνονταν οι καραγκιοζοπαίχτες και το οποίο συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τον Κριμαϊκό πόλεμο (1877-1878).
Καφενεία των γενιτσάρων
Τα καφενεία των γενιτσάρων εμφανίζονται περί τα μέσα τον 17ο αιώνα, όταν μετα­βάλλεται η παραδοσιακή δομή του γενιτσαρικού σώματος που στηριζόταν σε μια εσω­στρεφή αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία. Την ίδια εποχή καταργείται και τυπικά η ανα­γκαστική διαμονή τους σε στρατώνες. Ταυτόχρονα εντεί­νεται η ανάμιξή τους στην οικονομία και οι σχέσεις τους με τις συντεχνίες. Όπως μας εί­ναι γνωστό οι γενίτσαροι , ως εξισλαμισμένοι ανήκαν στην ετερόδοξη ισλαμική αδελφότητα/αίρεση των μπε­κτασήδων. Η διάδοση σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα του μπεκτασιδισμού οφείλεται κατά ένα μέρος και στην ύπαρξη αυτών των καφενείων που είχαν συγκεντρωθεί κυρίως σε παραθαλάσσιες περιοχές της Κωνσταντινούπολης και στις ακτές του Βοσπόρου.
     Γενίτσαροι
Παρατηρείται ότι η διοίκηση των καφενείων των γενιτσάρων ακολουθεί τους κανόνες του σώματος (δηλαδή των γενιτσαρικών εστιών) και ειδικά μια κάποια πειθαρ­χία. Συνήθως οι ιδιοκτήτες τους ήταν γνωστού κύρους αξιοσέβαστοι γενίτσαροι και ισχυρές προσωπικότητες. Επρόκειτο για αξιωματικούς της κατηγορίας των τσορμπατζήδων (σουπάδων με έμβλημα την κουτάλα. Είχαν σύμβολο την κουτάλα διότι αυτοί μοίραζαν το φαγητό, μέσα από το κοινό καζάνι  στο στρατώνα και από αυτούς βγήκε η έκφραση: « έχει την κουτάλα αυτός και τρώει ή μοιράζει κατά το δοκούν» ) που είχαν άμεση σχέση και επαφή με τους άνδρες του σώματος και διατηρούσαν στο καφενείο ζωντανή την ατμόσφαιρα του ορτά ( λόχου ) από τον οποίο προέρχονταν , μεταφυτεύοντάς τον στην καθημερινή ζωή.
Δύο ήταν οι κύριες ιδιαιτερότητες των καφενεί­ων των γενιτσάρων. Η πρώτη αφορά το θρησκευτικό τους χαρακτήρα. Καθένα απ’ αυτά λειτουργούσε ως τεκές ( μοναστήρι στα Πέρσικα )  δεδομένου ότι διέθετε ένα μπαμπά (πατέρα) των μπεκτασήδων ο οποίος σε συγκεκριμένες μέρες “άνοιγε το μεϊντάνι”, δηλαδή τελούσε το τυπικό της αίρεσης. Η δεύτερη αφορά τις πολιτικές συζητήσεις που πραγματοποιούνταν σ’ αυτό και οι οποίες απο­καλούνταν “κρατική κουβέντα” (devlet sohbeti). Κά­θε είδους διαδόσεις για καταχρήσεις και σκάνδαλα και η λαϊκή οργή για την κακή πολιτική διαχείριση έχει πρωτοεκφραστεί σ’ αυτά τα καφενεία, τα οποία ενίοτε ήταν χώροι απ’ όπου ξε­κίνησαν στασιαστικά κινήματα με στόχο τα ανάκτορα.
Τα καφενεία των γενιτσάρων, κατά μία άποψη, αποτελούσαν αντιπολιτευόμενες πολιτιστικές εστίες της καθημερινής ζωής και κληροδότησαν σημαντικό υλικό στην κοινωνική λαογραφία της Κωνσταντινούπολης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εί­ναι οι “παρελάσεις παρασήμου” (nisan alayi), που προηγούνταν των εγκαινίων ενός καφενείου γενιτσάρων. Πρώτα απ’ όλα το απαιτούμενο κεφάλαιο για την εγκατάστα­ση και λειτουργία ενός νέου καφενείου αναδέχονταν οι κάτοικοι της συνοικίας με τη μέθοδο της αναγκαστικής εισφοράς που κατέβαλαν στους γενιτσάρους, έναντι της οποίας αποκτούσαν την προστασία της γενιτσαρικής δύναμης της περιοχής (που ασκούσε και αστυνομικά καθήκοντα). Ο αρχικαρακουλουκτσού (baskarakullukcu) που είχε την ευθύνη των αστυνομικών τμημάτων της Κωνσταντινούπολης, μετέφερε με πο­μπή (alay) από την έδρα του αρχηγού των γενιτσάρων (αγά καπουσού) το “παράσημο” ή ορθότερα το λάβαρο ή το έμβλημα – του ορτά των γενιτσάρων που θα άνοιγε καφε­νείο. Επικεφαλής της πομπής βρίσκονταν οι “πατέρες” των μπεκτασήδων. Η παράδο­ση αυτή κληρονομήθηκε αργότερα από τους τουλουμπατζήδες ( πυροσβεστών ). Τα καφενεία των γενι­τσάρων εξέλειπαν μετά την κατάργηση του σώματος το 1826.
Καφενεία των τουλουμπατζήδων
Ουσιαστικά τα καφενεία των τουλουμπατζήδων διαδέχτηκαν τα καφενεία των γε­νιτσάρων, συνεπώς εμφανίζονται το 19ο αιώνα και η ακμή τους συμπίπτει με την εποχή του σουλτάνου Αμπτουλαζίζ (1861-1876). Πρόκειται για ειδικά καφενεία συνοικιών στα οποία σύχναζαν όσοι είχαν ως απασχόληση η πάρεργο την κατάσβεση των πυρκα­γιών. Σχετικά παρατηρείται αλλαγή στην κοινωνική βάση των καφενείων των γενι­τσάρων και τη θέση του θαμώνα που είναι γενίτσαρος (στρατιωτικός) / εσνάφης (συντεχνιαζόμενος επαγγελματίας) καταλαμβάνει ο θαμώνας, κιουλχάνμπεης (κουτσαβά­κης) / καμπάταγης (τραμπούκος). Τα καφενεία της κατηγορίας αυτής που ήταν διά­σπαρτα σ’ όλη την Κωνσταντινούπολη, λειτούργησαν και ως αθλητικά σωματεία !!!
     Καφενεία των ασίκηδων
Οι ασίκηδες (asik), όπως αναφέραμε και  σε άλλο κείμενό μας, ήταν οι γυριστάδες λαϊκοί ποιητές/τραγουδιστές με έγχορδο όργανο της οικογένειας του τα­μπουρά (saz). Τα καφενεία των ασίκηδων χρονικά προηγούνται από τα καφενεία των γενιτσάρων και μπορούν να χαρακτηριστούν ως χώροι στους οποίους καλλιεργήθηκε το αμάλγαμα της λαϊκής πολιτιστικής παράδοσης τόσο της Μικράς Ασίας, όσο και του ευρωπαϊκού τμήματος της Αυτοκρατορίας, της Ρούμελης (ή Ρωμηλίας). Παράδο­ση που αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της οσμανικής πραγματικότητας, συνε­κτικό και ταυτόχρονα εκφραστικό μιας συγκεκριμένης αντίληψης του κόσμου. Η τε­λευταία μορφοποιείται στα καφενεία της κατηγορίας αυτής και στα πλαίσια των πό­λεων και ειδικά της Κωνσταντινούπολης που εκφράζει, όπως είναι ευνόητο, απολύ­τως το πολύπτυχο και πολυεθνικό μωσαϊκό της Αυτοκρατορίας. Τα καφενεία των ασίκηδων , έγιναν οι χώροι όπου πραγματοποιήθηκε η σύνθεση πανάρχαιων μύθων με τις ουτοπικές εμπνεύσεις της καθημερινότητας της πόλης. Το αποτέλεσμα αυτής της όσμωσης ήταν να δημιουργηθεί μια λογοτεχνία ευαίσθητη σε οι­κονομικές και πολιτικές διακυμάνσεις της καθημερινής ζωής. Οι ήρωες που εκφράζο­νταν στα καφενεία των ασίκηδων ήταν  κοινοί άνθρωποι της απλής καθημερινότητας.
Από το 18ο αιώνα τα καφενεία των ασίκηδων ταυτίζονται με τα καφενεία των γε­νιτσάρων. Η μετατροπή των γενιτσάρων σε επαγγελματίες των συντεχνιών είχε ως αποτέλεσμα μέσα στην πολιτιστική ατμόσφαιρα των καφενείων των ασίκηδων να δια­τυπωθεί ως πολιτική ιδεολογία και η κοινωνική αταξία,  ή η κοινωνική αδικία και κατ’ επέκταση η κοινωνική κριτική να εκφραστεί από τους τραγουδιστές και να μεταδοθεί στο κοινό, δηλαδή στους θαμώνες που γέμιζαν τα καφενεία. Η παράδοση αυτή συνεχί­στηκε και μετά το 1826 και τα τελευταία δείγματα καφενείων των ασίκηδων υπήρξαν στην “αγορά των ορνίθων” (tavuk pazari) κοντά στην Κεκαυμένη στήλη (cemberlitaς) της Κωνσταντινούπολης. Στα ίδια καφενεία έδιναν παραστάσεις και άλλοι λαϊκοί τραγουδιστές και οργανοπαίκτες αλλά και χορευτές (κιοτσέκ ) ένα μέρος των οποίων, ήταν Ρωμηοί και άλλοι Τσιγγάνοι..
Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι σε ταξίδι που είχα κάνει το 1997 στο χωριό Ζυγοβίτσι Αρκαδίας, συμπτωματικά “έπεσα” επάνω σ’ ένα παμπάλαιο πέτρινο κτίσμα, στο οποίο υπήρχε η πινακίδα: “Πρώην καφενείο των ασίκηδων, 1740″.
Δηλαδή ασίκηδες, υπήρχαν και στην κυρίως Ελλάδα, όπου μαζεύονταν στα καφε­νεία τους κατά τα πρότυπα της M. Ασίας και της Πόλης. Εξάλλου δεν πρέπει να ξε­χνάμε το γεγονός, ότι πολλά Ελληνικά δημοτικά μνημονεύουν ασίκηδες, όπως το γνω­στό Καλαβρυτινό συρτοκαλαματιανό “Ένας ασίκης απ’ το Λειβάρτζι, την Ελένη κρά­ζει, κρυφά την κουβεντιάζει”.
    Καφενεία των σεμαή
Όπως η παράδοση των καφενείων των γενιτσάρων συνεχίστηκε στα καφενεία των τουλουμπατζήδων, έτσι και τα καφενεία των ασίκηδων ακολούθησαν τα καφενεία των σεμαή ή καφενεία με τα όργανα (calgili). Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν διαφορές ως προς το χρόνο λειτουργίας τους, συνήθως αυτή συνέπιπτε με το μήνα του Ραμαζανίου κατά τη διάρκεια του οποίου ο ιδιοκτήτης ή ο μισθωτής του καφενείου εκτελούσε μια σειρά από έθιμα. Η διακόσμηση ακολουθούσε συνήθως τις αισθητικές αντιλήψεις των κιουλχάνμπεηδων και την παιδεία του ιδιοκτήτη. Σε γενικές γραμμές την εκτέλεση της διακόσμησης αναλάμβαναν λαϊκοί ζωγράφοι που μετέτρεπαν το καφενείο σε ένα φαντασιακό  κόσμο. Η διασκέδαση με βάση ένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό πρόγραμμα εί­χε υιοθετηθεί με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα μετά το Τανζιμάτ (1839) και υπέστη σημαντικές αλλαγές κατά το 19ο αιώνα. Η δυτική (αλαγράγκα) μουσική εισχώρησε επί Αμπντουλχαμίντ B’ (1876-1908), ωστόσο και πάλι ο βασικός κορμός των μουσικών προγραμμάτων που εκτελούνταν στα καφενεία ήταν λαϊκή και οσμανική μουσική.
Το μήνα του Ραμαζανίου λειτουργούσαν επίσης και τα καφενεία μεντάχ στα οποία οι Μεντάχ (αφηγητές-παραμυθάδες ) εκτελούσαν το εορταστικό τους πρόγραμμα.
Αποσπάσματα από τα βιβλία:
N. Σαρρή, Oσμαvική πραγματικότητα. II, o καθημερινός βίος, πανεπ. παραδόσεις.
Ι.Τ. Kιομουρτζιάv, Oδοιπορικό στην Πόλη του 1680, εκδ. Τροχαλία.
Δημ. Σταθακόπουλος: « ιστορικές και κοινωνικές δομές του μουσικού θεάματος και ακροάματος στην οθωμανική αυτοκρατορία-η συμβολή των ρωμιών». Πάντειο.

ΠΗΓΗ
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...