₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Κρητική Πολιτεία (1898 - 1913)



Τα Χανιά στις αρχές του 20ού αιώνα, σύμφωνα με την απογραφή του 1900, έχουν περίπου 21.000. Η πόλη έχει στενούς δρόμους, μικρές πλατείες και κτίρια με στοιχεία ενετικά, τουρκικά και ελληνικά - πολυεθνική πόλη, με γνήσιο Κρητικό χαρακτήρα αλλά και με ξενικές επιρροές, λόγω των κατακτητών του παρελθόντος αλλά και της παρουσίας των στρατευμάτων των Μεγάλων Δυνάμεων που παραμένουν στο Νησί.
Τα Χανιά ασφυκτιούν περιορισμένα ακόμη μέσα στα όρια της παλιάς εποχής, τα φρούρια και τις τάφρους γύρω τους, τα "χεντέκια", κι έτσι μια νέα πολιτεία αρχίζει να αναπτύσσεται σιγά - σιγά έξω από τα τείχη που οριοθετούν τη σφιχτοδεμένη ύπαρξη της μεσαιωνικής πόλης. Ωραιότατα νεοκλασικά κτίρια, σωστά καλλιτεχνήματα, αρχίζουν να ορθώνονται, φτιαγμένα από ειδικευμένους μηχανικούς και εργολάβους, ενώ οι τάφροι τώρα πια, γύρω από τα τείχη, χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια λαχανικών και οπωρικών, για τις ανάγκες της πόλης.
Τα τείχη, χτισμένα το 1252, είχαν τρεις πύλες. μια στα ανατολικά, την πύλη της Αμμου (Σαμπιονέρα) στο Κουμ-Καπί, που είχε ονομασθεί έτσι από το αμμώδες έδαφος της περιοχής. Επίσης την πύλη στη συνοικία Τοπχανά, το "πορτάκι", στο τέλος της σημερινής οδού Θεοτοκοπούλου, που εξυπηρετούσε τη στρατιωτική Υπηρεσία, αλλά και τους Εβραίους που έμεναν στη συνοικία της Οβριακής και όταν είχαν κηδεία κατευθυνόταν στο Εβραϊκό νεκροταφείο, στα νοτιοδυτικά του εργοστασίου της ΑΒΕΑ. Και τέλος την πύλη του Καλέ-Καπισί, πύλη του φρουρίου, Porta Retimiota όπως λεγόταν παλαιότερα, μια που από εκεί άρχιζε ο δρόμος για το Ρέθυμνο, που βρισκόταν στα νότια του τείχους που περιέκλειε την πόλη. Στα παλαιότερα χρόνια, όπως άλλωστε οι περισσότερες πύλες των φρουρίων, άνοιγε με την ανατολή του ηλίου και κλειδωνόταν με τη δύση του. Από αυτή είχε βγει και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης στις 3 Νοεμβρίου του 1898. Απέναντι από το Καλέ-Καπισί βρισκόταν η πλατεία Κοτζάμπαση, που πήρε το όνομά της μετά τη δολοφονία, στο μέρος εκείνο, του Καβάση του Ρωσικού Προξενείου Γιώργη Κοτζάμπαση.
Η πόλη ασφυκτιούσε μέσα στα τείχη, κι έτσι μια νέα πολιτεία άρχισε να σχηματίζεται και να αναπτύσσεται απ' έξω. Η ανάγκη ένωσης των δύο τμημάτων της πόλης, φέρνει τις κατεδαφίσεις των φρουρίων και τη δημιουργία ρηγμάτων στο Κρύο Βρυσάλι, στο Καλέ-Καπισί και στα ανατολικά της Piatta Forma, προς το κτίριο του Γυμνασίου.
Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας γίνονται πολλά έργα ανασυγκρότησης - διάνοιξη δρόμων και πλακόστρωση, αποχετευτικά έργα καθώς και εξωραϊσμού και καλλωπισμού, ανεγείρεται η περίφημη Δημοτική Αγορά. Το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο είναι σε υψηλό σημείο, λειτουργούν νέα σχολεία, το ποσοστό του αναλφαβητισμού μικραίνει. ΄Εχει συγκροτηθεί από το 1899 ο Φιλολογικός Σύλλογος "Χρυσόστομος" και στη συνέχεια ιδρύονται όλο και περισσότερα πνευματικά, φιλανθρωπικά, αθλητικά και εργατικά σωματεία, διοργανώνονται πλείστες εκδηλώσεις. ΄Ερχονται πολυμελείς και καλά καταρτισμένοι Ελληνικοί και ξένοι θίασοι, μαθητές επίσης δίνουν θεατρικές παραστάσεις με αξιώσεις και μάλιστα στα αρχαία Ελληνικά. Χώροι των παραστάσεων ο Δημοτικός Κήπος, το θέατρο της Σπλάντζιας, του Καλέ-Καπισί, του Φαλήρου στο Κούμ-Καπί, του Καστελιού.
Στο "Ακταίον", στο λιμάνι, ο κουκλοπαίχτης Χρήστος Κονιτσιώτης, "ο πρύτανις των ανδρεικέλων", συγκεντρώνει πλήθη μικρών και μεγάλων, με τον μεγάλο ξύλινο θίασό του. Δίδονται συναυλίες, διοργανώνονται μουσικοφιλολογικές εσπερίδες, έρχεται ο φωνογράφος και ο κινηματογράφος στα Χανιά. Κυκλοφορούν εφημερίδες και περιοδικά με αξιοθαύμαστη ύλη, ενώ το 1901 στα πρωτοπόρα Χανιά, γίνεται πρόταση χειραφέτησης της γυναίκας στην Κρητική Βουλή, από τον Σφακιανό βουλευτή Γεώργιο Δασκαλογιάννη.
Η σύγκρουση του Αρμοστή το 1901 με τον επί της Δικαιοσύνης Σύμβουλό του Ελευθέριο Βενιζέλο φέρνει την απόλυση του δεύτερου και έχει ως επακόλουθο το 1905 το Κίνημα του Θερίσου και την αποχώρηση του Γεωργίου το 1906, ενώ τοποθετείται ως Αρμοστής ο Αλέξανδρος Ζαϊμης.
Από της 25ης Σεπτεμβρίου 1908 τα μέλη της Κυβερνήσεως της Κρήτης είχαν δώσει όρκο ενώπιον του Επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου στο όνομα του Βασιλέως των Ελλήνων. Η Κρητική Βουλή στα Χανιά με τη σειρά της είχε επικυρώσει τα ψηφίσματα της Ένωσης, εξέδωσε επίσης δικό της πανηγυρικό ψήφισμα και προχώρησε στην κατάργηση της Αρμοστείας. Το Κρητικό Σύνταγμα καταργήθηκε και εισήχθη το Ελληνικό. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπέδειξε στον Αρμοστή Αλ. Ζαϊμη που βρισκόταν εκτός του Νησιού, να μην επιστρέψει στην Κρήτη, όπου σχηματίσθηκε νέα προσωρινή διακομματική Κυβέρνηση από τους Ελ. Βενιζέλο, Μίν. Πετυχάκη, Εμμ. Λογιάδη, Χαρ. Πωλογεώργη, και Πρόεδρο τον Αντ. Μιχελιδάκη. Η Ελληνική Κυβέρνηση, για να αποφύγει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και τις διεθνείς περιπλοκές, δεν προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της Ένωσης.
Με την ευτυχή κατάληξη των Βαλκανικών Πολέμων έληξε και το Κρητικό Ζήτημα. Η ΄Ενωση είχε ήδη πραγματοποιηθεί στη πράξη, όταν στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκαν από το φρούριο της Σούδας οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων και της Τουρκίας. Με το ΄Αρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30/5/1913) ο Σουλτάνος παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του στην Κρήτη, παραχωρώντας τα στις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ με ιδιαίτερη Συνθήκη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1/11/1913) παραιτήθηκε επίσης κάθε δικαιώματος επικυριαρχίας στο Νησί..
Mε την έπαρση τη Ελληνικής σημαίας στο Φρούριο Φιρκά την 1η Δεκεμβρίου 1913 παρουσία του τότε Βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου και του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και απερίγραπτης χαράς, επισημοποιήθηκε και η τυπική πλέον ΄Ενωση του Νησιού με την Ελλάδα.

.Ζαχαρένια Σημανδηράκη
 Ειδ. Συνεργάτις των Γενικών Αρχείων του Κράτους


ΠΗΓΗ

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ΣΠΑΝΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΟΥ 1878, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΥΓΡΑ ΥΠΟΓΕΙΑ Σε ψηφιακή μορφή η ιστορία της Λεμεσού


ΟΛΗ η ιστορία της Λεμεσού βγήκε από κάποιους σκονισμένους, ξεχασμένους φακέλους, που για δεκαετίες ήταν σε κάποια υγρά υπόγεια κτιρίων, ταξινομήθηκε και πήρε ψηφιακή μορφή, για να γνωρίσει ο σημερινός δημότης της πόλης ποιοι ήταν οι πρόγονοί του, να μάθει και να εκπαιδευθεί. Αρχεία, με σπάνιο υλικό, όπως τα χειρόγραφα του Βασίλη Μιχαηλίδη, έγγραφα του Δήμου Λεμεσού του 1878, τα οποία αφορούν σημαντικά θέματα της πόλης, που ήταν ξεχασμένα στα κάποια ράφια, θα είναι πλέον στη διάθεση των μελετητών, των φοιτητών και όσων θέλουν να γνωρίσουν το χθες.

Όλο το ιστορικό υλικό της Λεμεσού συγκεντρώθηκε στο κτίριο που είναι γνωστό σαν «οικία Επάρχου», όπου σήμερα στεγάζεται το Παττίχειο Δημοτικό Μουσείο, Ιστορικό Αρχείο και Κέντρο Μελετών Λεμεσού. Σε ένα κτίριο «αποικιοκρατικού ρυθμού» που επί αγγλοκρατίας στέγαζε την οικογένεια του εκάστοτε Βρετανού διοικητή, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν κατοικούσε η οικογένεια του εκάστοτε Επάρχου της πόλης.

Τα τελευταία χρόνια πριν αρχίσουν οι εργασίες αποκατάστασής του, το κτίριο έμεινε κλειστό και άνοιγε μόνο για διάφορες δεξιώσεις. Η επίσημη παράδοση του κτιρίου έγινε πρόσφατα μετά τις αναγκαίες επιδιορθώσεις και διαρρυθμίσεις που έγιναν σε αυτό. Η αποκατάστασή του κόστισε περίπου 1,3 εκατομμύρια ευρώ. Για μια σημαντική τομή στη μελέτη της ιστορίας της Κύπρου, γενικά, και της Λεμεσού, ειδικά, έκανε λόγο ο δήμαρχος Λεμεσού, Ανδρέας Χρίστου, αναφερόμενος στο περιεχόμενο του Ιστορικού Αρχείου του Παττίχειου Δημοτικού Μουσείου και Κέντρου Μελετών Λεμεσού.

Μιλώντας κατά τη διάρκεια της επίσημης έναρξης των εργασιών του Επιστημονικού Συμποσίου Προφορικής Ιστορίας της Λεμεσού, ο κ. Χρίστου αποκάλυψε ότι το περιεχόμενο του Αρχείου εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα κειμήλια και έγγραφα. Μετά τη συνεργασία που έκανε ο Δήμος Λεμεσού με το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, σημείωσε, υπάρχουν πλέον στη διάθεση των ερευνητών και του κοινού σε ψηφιοποιημένη μορφή, εφημερίδες, φωτογραφίες και ταινίες που καλύπτουν τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου από το 1878 μέχρι πρόσφατα.

Και πρόσθεσε: «Το κτίριο, αίθουσες και εγκαταστάσεις, πλήρως εκσυγχρονισμένες και με τον κατάλληλο εξοπλισμό, παρέχουν όλες τις δυνατότητες μελέτης και ανάδειξης της ιστορίας, του πολιτισμού, του πολιτικού και κοινωνικού ρόλου της Λεμεσού, κατά τους νεότερους χρόνους παρουσίασης των αρχείων, των συλλογών και των προσωπικών αντικειμένων των σημαντικών ανθρώπων της δημόσιας ζωής, του πνεύματος, του πολιτισμού, της επιστήμης και του αθλητισμού που έζησαν και δημιούργησαν στην πόλη μας. Εδώ άλλωστε θα φυλάγεται και θα διατίθεται στους μελετητές η πλουσιότερη συλλογή εφημερίδων και μεγάλο μέρος του Αρχείου του Δήμου. Είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι το Μουσείο και Αρχείο της πόλης της Λεμεσού έχει πεδίον δόξης λαμπρόν». Εξέφρασε δε, τη βεβαιότητα ότι οι Λεμεσιανοί θα αγαπήσουν, θα στηρίξουν και θα εμπλουτίσουν το Ιστορικό Αρχείο, «ώστε με τη σειρά του να επιστρέψει στην πόλη όσα της αξίζουν».

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Πειραματική Αρχαιολογία - Αναστατική Ελληνοσκυθικού τόξου

Ευχαριστούμε τον κ.Εμμανουήλ Γεωργόπουλο (Δημόφιλος) για τα καλά του λόγια, αναδημοσιεύουμε την μελέτη του πάνω στο Ελληνοσκυθικό τόξο..
Η μικρή αυτή έρευνα του βρίσκεται εδώ

Πειραματική Αρχαιολογία - Αναστατική Ελληνοσκυθικού τόξου

Πρόλογος

Από πολύ μικρή ηλικία με εντυπωσίαζαν οι λαοί που έκαναν χρήση της πανάρχαιας τέχνης της τοξοβολίας. Για σχεδόν 30 έτη και διάφορους προσωπικούς λόγους αμέλησα να ξεκινήσω την μελέτη και την ενασχόληση μου με αυτή. Η προτροπή μού δώθηκε όταν πάράλληλα με τις σπουδές μου στην Ιταλία, είχα την τύχη να γνωρίσω και να εκπαιδευτώ υπό του καθηγητή Gianni Br. και με την ομάδα τοξοβόλων Arcieri e balestrieri Filippo degli Ariosti της πόλης της Φερράρα. Μέσω του δασκάλου μου κατάφερα και ήρθα σ’επαφή με έναν μεγάλο μελετητή, πειραματικό αρχαιολόγο και ιστορικό της τοξοβολίας, τον Stefano Benini. Μαζί τους πέρασα πάρα πολλές ώρες τόσο στην εξάσκηση της τοξοβολίας αλλά και στην γενικότερη ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών για την τέχνη της. Οι μελέτες και οι εμπειρίες που είχαν συλλέξει για την τοξοβολία και την χρήση του τόξου γενικότερα, ξεκινούσαν από την νεολιθική εποχή και περιοριζόντουσαν τόσο στην ινδιάνικη δυτική τέχνη, στην βορειοευρωπαική όσο και στην ανατολίτικη και με μικρές αναφορές για την κεντροευρωπαική.

Κατά την διάρκεια της εκπαιδεύσεώς μου, τους μετέφερα την επιθυμία μου να γίνει μία έρευνα και μελέτη για μια πιθανή αναστατική ενός σκυθικού-ελληνικού τόξου καθώς μετά από μία σύντομη έρευνα στο παγκόσμιο ιστό, διαπίστωσα την ύπαρξη πιθανών αντιγράφων με σύγχρονα υλικά οργανικά και μη, που στερούσαν σχετικής έρευνας και ιστορικής ακριβείας.

Από τον Μάρτη του 2011 και μετά από σχεδόν 6 μήνες ο Stefano Benini κι εγώ καταφέραμε και κατασκευάσαμε ένα αντίγραφο (αναστατική) σκυθοελληνικού τόξου της ύστερης ομηρικής περιόδου. Η παρούσα μελέτη εξιστορεί μεγάλο κομμάτι της έρευνας και της δημιουργίας του.

Προ-Ιστορία και επισκόπηση τοξοβολίας

Πρόδρομοι τόξων έως αρχαίους Σκύθες

Εκφράζοντας, κυρίως την πολεμοχαρή αλλά και την προς επιβίωση “θηρευτική” διάθεση του Κρο Μανιόν, η Τοξοβολία εμφανίζεται 40.000 χρόνια πριν, αναθέτοντας τον ρόλο του ιστορικού «αναδόχου» στον πρωτόγονο αυτό προπάτορα. Πρώτη επινόηση προς κάλυψη της ανάγκης για ένα εκηβόλο όπλο για την διεκπεραίωση των Πολέμων, η Τοξοβολία αποτελεί τον μακρινό προπομπό της εκηβόλου οπλικής τεχνολογίας η οποία έμελλε να ανακτήσει τον μακραίωνα χαμένο της χρόνο, για να εκτοξευθεί γεωμετρικά σε ύψη τελειώσεως μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα!

Τα πρώτα ιστορικώς τεκμαρτά τόξα ανάγονται στην στ΄ χιλιετία π.Χ., ενώ, στους Μεσογειακούς λαούς πρωτοεντοπίζονται αρχικά στους Αιγυπτίους κατά την ‘ανατολή’ της Α΄Δυναστείας (5000 π.Χ.) και ανάλογα τα Φαραωνικά τόξα των Θηβαϊκών γλυπτών, όπου είναι και τα τόξα του Κρητομυκηναϊκού Πολιτισμού (β΄ χιλιετία π.Χ.). Εκείνο το οποίο τελικά επικράτησε ως πλέον ισχυρό ήταν το σκυθικό τόξο που εισήχθει στις κοιλάδες του Νείλου και του Ευφράτη από τους Ασσυρίους, Σκύθες και Χετταίους κατακτητές και φαίνεται να επικράτησε του ταυτόχρονου ομηρικού ελληνικού τόξου (από κέρατα αίγας), μάλλον λόγω αποτελεσματικότητος και μικρότερου χρόνου κατασκευής και διαθεσιμότητας υλικών (ήταν ξύλινο). Το τόξο αυτό απετέλεσε το κύριο όπλο των σκυθοπερσικών λαών με διπηχές μήκος και τριπήχη βέλη (ο ελληνικός πήχης σαν ανθρωπομετρική μονάδα μέτρησης αναφερόταν στην απόσταση από τον αγκώνα μέχρι το άκρο του χεριού, όταν αντικαταστάθηκε μετέπειτα με τον εμπορικό στα 64εκ. και με τον τεκτονικό στα 75εκ.).

Επί της ουσίας, στο τόξο διέπρεψαν οι Ασιάτες και κυρίως οι Σκύθες και οι Πάρθοι ενώ, κατά την ακμή της Ελλάδος, τόξα έφεραν οι “ψιλοί” στρατιώτες (Ξεν. Ανάβ. Α. 2,9). Στην Ελλάδα για παράδειγμα οι Κρήτες υπήρξαν ικανοί μισθοφόροι τοξότες άλλοτε υπηρετούντες στις τάξεις των Ελληνικών στρατών κι άλλοτε στις τάξεις των στρατών των συμμάχων των Ρωμαίων (Ξεν. Ανάβ. Α. 2,9 και Liv. Xiii.35). Μετά λοιπόν την κάθοδο τους, οι Δωριείς κατέρχονται και στην Kρήτη ανάμεσα στο 1000-800 π.X. Oι Kρήτες αντιστάθηκαν, μπροστά όμως στα σιδερένια όπλα των αντιπάλων δεν είχαν πολλές ελπίδες με τα χάλκινά τους όπλα. Μεταξύ λοιπόν του 800 και 600 π.Χ βλέπουμε να εισάγεται και το σκυθικό τόξο που υπερτερούσε των προκατόχων του και στην εμβέλεια με το πρώτο να φτάνει και τα 150μ. Σχετικά με τα υλικά κατασκευής του εικάζουμε ότι εξ’αιτίας της νομαδικότητας του λαού, είχαν στην διάθεσή τους μεγάλη ποικιλία ξυλείας από διάφορα μέρη της τότε ευρασιατικής πανίδας από τα πιο κοινά σημερινά μέχρι και τα πιο σπάνια που συναντώνται την ρωσική τάιγκα και περιοχές γύρω από αυτήν σαν και τα...

- Λάρικας και υποείδη αυτού (Larix - Larch),
- Γιουνίπερος ο ρωσικός (Juniperus semiglobosa),
- Σκλήθρα ή Άλνος ο Κολλώδης ευρασίας (Alnus subcordata, Alnus orientalis, Alnus mandshurica, Alnus incana),
- Σημύδα (Betula frecce), ενώ για τα υπόλοιπα τμήματα είχαν στην διάθεσή τους δέρμα και νέυρα για τις χορδές από τα ζώα τους, φτερά για τα βέλη και πολύ πιθανό να έκαναν χρήση και άλλων υλικών ή και πολύτιμων μέταλλων για τον διάκοσμό τους.

Από τους Σκύθες στους Έλληνες της ύστερης ομηρικής περιόδου

Καταγωγή Σκυθών

Με το όνομα Σκύθες αναφέρονται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς ένα σύνολο νομαδικών φυλών που έρχονταν σε επαφή μαζί τους, αυτοί ζούσαν στην κεντρική Ασία και στα βόρεια παράλια της Μαύρης θάλασσας. Σύμφωνα λοιπόν με τον Ηρόδοτο (Ιστορία 4.6) οι Σκύθες ονόμαζαν τους εαυτούς του Σκολότες. Το ελληνικό Σκύθες προφανώς αντικατοπτρίζει μια παλαιότερη αντήχηση του ιδίου ονόματος *Skuδa- (όπου ο Ηρόδοτος μεταγράφει το άγνωστο δ σε λάμδα ενώ το -τοι αντιπροσωπεύει την κατάληξη πληθυντικού -τα της γλώσσας του Νότιου Ιράν. Η λέξη αρχικά σήμαινε τοξευτής, τοξότης και προήλθε αρχικά από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλωσσική ρίζα -skeud- εκτοξεύω, πετώ (σύγκρινε με την αγγλική λέξη shoot). Οι Σκύθες αποτελούσαν ένα χαλαρό δίκτυο από νομαδικές φυλές από έφιππους βοσκούς και καβαλάρηδες. Εισέβαλαν σε πολλές περιοχές στις στέπες της Ευρασίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σήμερα αποτελούν το Καζακστάν, Αζερμπαιτζάν, την νότια Ουκρανία και την Νότια Ρωσία. Ο Όμηρος αποκαλούσε τους Σκύθες "αρμεχτές-φοράδων" και τους περιέγραψε με λεπτομέρειες: η στολή τους αποτελούνταν από παραγεμισμένα κεντημένα δερμάτινα παντελόνια, σουρωμένα μέσα σε μπότες και ανοιχτούς χιτώνες. Ίππευαν δίχως αναβολείς ή σαμάρια, μόνο με σαμαροσκούτια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Σκύθες χρησιμοποιούσαν κάνναβη τόσο για να υφαίνουν τα ρούχα τους, όσο και για να καθαρίζονται από τον καπνό της (Ιστορία 4.73-75) έχοντας επιβεβαιωθεί από την σύγχρονη αρχαιολογία. Σε αυτό τείνει λοιπόν να συμφωνήσουν και πολλά αρχαιολογικά ευρήματα ακόμα και αναπαραστάσεις σε ερυθρόμορφα αγγεία που τους παρουσιάζει να φορούν κομμάτια υφάσματος απλά ραμμενα μεταξύ τους. Επί των ενδυμάτων θα αναφερθώ σε μελλοντική μελέτη μου με νέα αναπαραγωγή-αναστατική της στρατιωτικής τους εμφάνισης. Επιστρέφοντας τώρα στον σκυθικό πολιτισμό, έχουμε αναφορά για τον Σκύθη φιλόσοφο Ανάχαρσις που επισκεύθηκε την Αθήνα τον 6ο αιώνα π. Χ. και έγινε διάσημος σοφός. Οι Σκύθες είναι επίσης γνωστοί για την χρήση αγκυλωτών και δηλητηριωδών βελών πολλών τύπων, τη νομαδική ζωή που επικεντρώνονταν γύρω από τα άλογα - τρέφονταν από το αίμα των αλόγων σύμφωνα με τον Ηρόδοτο - και την ικανότητά τους στον ανταρτοπόλεμο. Οι Σκύθες θεωρούνται οι πρώτοι που εξημέρωσαν το άλογο και που το χρησιμοποίησαν και στη μάχη και που έπειτα ακολούθησαν οι Μογγολικές φυλές και η τέχνη των Kassai. Σχετικά με τους τελευταίους φαίνεται το τόξο τους να προέρχεται αμέσως μετά του σκυθικού, τόσο σε διαστάσεις αλλά και σε σχήμα.

Χρονολογική επισκόπηση της παρουσίας του πολιτισμού των Σκυθών

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει καμία ευρέως αποδεκτή εξήγηση για την καταγωγή των Σκυθών, ούτε για το πως μετανάστευσαν στον Καύκασο και την Ουκρανία. Όμως πολλοί μελετητές συγκλείνουν στο ότι μετανάστευσαν δυτικά από την Κεντρική Ασία μεταξύ του 800 π.Χ. και 600 π.Χ. Ο Ηρόδοτος αποδίδει το όνομα της χώρας απ' όπου κατάγονται οι Σκύθες ως Γέρρος... “Ετοίμαζαν τον νεκρό τους και ταξίδευαν με αυτόν μακρινές αποστάσεις για να τον πάνε στους Γέρους για ταφή.” Τα Ασσυριακά αρχεία, τα πρώτα που αναφέρουν τους Iskuzai, χρονολογούνται περίπου από το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ο Ηρόδοτος επίσης επιβεβαιώνει ότι ο βασιλιάς τους Partatua είχε συμμαχία με την Ασσυρία και ότι ο Mannai τον αναγνώριζε. Το 663 π.Χ. ο γιος του Partatua Madius (Madyes), μετά από αίτηση του Ashurbanipal (Σαρδανάπαλος) της Ασσυρίας νίκησε των βασιλιά των Μήδων Φαραόρτη (Kshathrita), αποκτώντας τον έλεγχο επί των Μήδων μέχρι το 625 π.Χ. Μέχρι το τέλος της βασιλείας του είχε οδηγήσει τους Σκύθες και τους Κιμμέριους (προφανώς στενοί συγγενείς τους) σε σε μια έκρηξη λεηλασιών, που μάστιζε και λεηλατούσε την Ασσυρία, την Ανατολία, την Βόρεια Συρία, την Φοινίκη, τη Δαμασκό και την Φιλισταία. Λεηλάτησαν τον Ναό της Αφροδίτης στο Ασκελόν, και ο Ιερεμίας (4:7-13) τους αναφέρει ως "καταστροφέας εθνών ... (του οποίου) τα άρματα είναι σαν ανεμοστρόβιλος".

Μετά το 625 π.Χ. ωστόσο, οι Σκύθες εγκατέλειψαν την Μηδική Αυτοκρατορία - οι ιστορικοί διαφωνούν για το αν το έπραξαν αυτό με τη θέλησή τους, ή τους εξόρισαν ή και κυνηγήθηκαν. Όπως και να 'χει, δεδομένου ότι ακολούθησε η καταστροφή της Ασσούρ από τους Μήδους το 614 π.Χ., χρειάστηκε να αλλάξουν πλευρά και να συμμαχίσουν μα τους Μήδους. Αποτέλεσαν τμήμα της δύναμης που κατέστρεψε την Νινευή το 612 π.Χ. Λίγο καιρό αργότερα, οι Σκύθες γύρισαν ξανά πίσω στις στέπες. Το 512 π.Χ., όταν ο βασιλιάς Δαρείος ο Μέγας της Περσίας επιτέθηκε στους Σκύθες, φαίνεται να τους προσέγγισε διασχίζοντας τον Δούναβη. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται ότι οι Σκύθες, ως νομάδες που ήταν, κατάφεραν να μπερδέψουν τα σχέδια του Περσικού στρατού, αφήνοντάς τους να προελάσουν κατά μήκος όλόκληρης της χώρας, χωρίς συμπλοκή. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Δαρείος με αυτόν τον τρόπο κατέληξε να φτάσει μέχρι τον ποταμό Βόλγα.

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα π.Χ. οι Σκύθες φαίνεται να ευημερούσαν. Όταν ο Ηρόδοτος έγραψε την "Ιστορία" του κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες διέκριναν την "Μεγάλη Σκυθία" η οποία εκτείνονταν σε απόσταση 20 ημερών με το άλογο από τον ποταμό Δούναβη, προς τα δυτικά, κατά μήκος των στεπών της σημερινής Ουκρανίας έως το κατώτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Ντον, από την "Μικρή Σκυθία". Ο Ντον που ήταν τότε γνωστός ως "Τανάις" χρησίμευε ως κύρια εμπορική αρτηρία ήδη από τότε. Προφανώς οι Σκύθες απέκτησαν τον πλούτο τους από τον έλεγχο του σκλαβεμπορίου, από τον βορρά στην Ελλάδα, μέσω των λιμανιών των Ελληνικών αποικιών της Μαύρης Θάλασσας. Επίσης, καλλιεργούσαν δημητριακά και μετέφεραν με πλοία σιτάρι, μαλλί και τυρί στην Ελλάδα.

Οι Σκύθες της Κριμαίας δημιούργησαν ένα βασίλειο που εκτείνονταν από το κάτω μέρος του Δνείπερου μέχρι την Κριμαία. Η πρωτεύουσά τους, η σκυθική Νεάπολη, βρίσκονταν στα προάστια της σημερινής Συμφερούπολης. (Οι Γότθοι την κατέστρεψαν πολύ αργότερα, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ..)

Στην νοτιότερη γωνία των πεδιάδων, βόρεια από τα δάση της Θράκης, ο Φίλιππος ο Μακεδόνας εγκατέστησε Μακεδονικές εμπορικές πόλεις κατά μήκος δρόμων που έφταναν βόρεια μέχρι τον Δούναβη κατά τη διάρκεια του 330 π.Χ.(Fox 1973). Οι Έλληνες τεχνίτες από τις αποικίες βόρεια της Μαύρης Θάλασσας έφτιαξαν εντυπωσιακά σκυθικά χρυσά στολίδια, χρησιμοποιώντας τον Ελληνικό ρεαλισμό για να αναπαραστήσουν σκυθικά μοτίβα λιονταριών, κερασφόρων ελαφιών, και γρυπών. Η ελληνο-σκυθική επαφή επικεντρώθηκε στις ελληνιστικές πόλεις και οικισμούς της Κριμαίας (ιδίως στο Βασίλειο του Βοσπόρου).

Λίγο μετά το 300 π.Χ., οι Κέλτες φαίνεται ότι εκτόπισαν τους Σκύθες από τα Βαλκάνια, ενώ στην νότια Ρωσία, μια συγγενική φυλή, οι Σαυρομάτες, σταδιακά υπερίσχυσαν αυτών.

Οι αρχαίοι Ελληνες τοξότες

Αν και μεγάλο μέρος των πολιτών θεωρεί ότι η τοξοβολία δεν αποτελούσε τμήμα της στρατιωτικής εκπαιδεύσεως των προγόνων μας, ιδιαίτερα λόγω της σπαρτιατικής απόψεως ότι αποτελούσε το πλέον δειλό όπλο στην μάχη. Η αρχαία όμως ελληνική λογοτεχνία μας εξιστορεί άλλα. Πολλά μυθολογικά στοιχεία την φέρουν σαν άρικτο τμήμα της τέχνης του κυνηγιού και των μαχών. Ετσι συναντούμε πολλούς αρχαίους ‘Ελληνες τοξότες μέσα από την ελληνική μυθολογία σαν και τους...
- O Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και της Ησιόνης, ετεροθαλής αδερφός του Αίαντα. Έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και θεωρείτο ως ο καλύτερος τοξότης των Ελλήνων. Πληγώθηκε από τον Έκτορα, αλλά σώθηκε από τον Αίαντα. Πήρε μέρος στους ταφικούς αγώνες προς τιμή του Πατρόκλου, όπου νίκησε στην τοξοβολία και ήταν ένας από τους Αχαιούς που μπήκε μέσα στον Δούρειο Ίππο.
- Ηρακλής, μυθικός ήρωας, θεωρούμενος ως ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων. Γεννήθηκε στη Θήβα και ήταν γιος του Δία και της Αλκμήνης, απόγονος του Περσέα παρουσιάζεται συχνά πλην των άλλων να φέρει και τόξο με δηλητηριασμένα βέλη και τα χρησιμοποίησε για να νικήσει τις Στυμφαλίες όρνιθες...
- Ποίας, Αργοναύτης, γιος του Θαυμάκου, σύζυγος της Μεθώνης και πατέρας του Φιλοκτήτη (όπως αναφέρεται από τον Νέστορα στην «Οδύσσεια»). Ο Ποίας πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και σκότωσε τον γιγαντιαίο Τάλω. Παραδίνεται ότι ο Ποίας ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος να βάλει φωτιά στον σωρό από ξύλα (πυρά) όπου κάηκε ο Ηρακλής, στη σημερινή κορυφή Πυρά της Οίτης. Για τον λόγο αυτό, ο Ηρακλής του έδωσε το τόξο και τα βέλη του, τα οποία στη συνέχεια κληρονόμησε ο γιος του Φιλοκτήτης, κατά την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή.
- Φιλοκτήτης, γιος του βοσκού Ποίαντα και της Μεθώνης, που έτυχε να περνά από την Οίτη όταν ο Ηρακλής ζητούσε από το γιο του Ύλλο να ανάψει την πυρά για να τον κάψει, αλλά εκείνος δίσταζε. Από τους παρευρισκόμενους μόνο ο Φιλοκτήτης πήρε την πρωτοβουλία κι έτσι ο ήρωας του χάρισε το τόξο του και τα δηλητηριασμένα βέλη του για να τον ευχαριστήσει. Ο Φιλοκτήτης συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο και μάλιστα τραυμάτισε θανάσιμα τον Πάρη με το τόξο του, αδερφό του Έκτορα και παιδί του Πριάμου. - Ο Πάρις, γνωστός και με το όνομα Αλέξανδρος ή Αλάξανδος, ήταν πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, γιος του Πριάμου, βασιλιά της Τροίας. Ο γνωστότερος μύθος που συνδέεται με τον Πάρι είναι ο σχετικός με την απαγωγή της Ωραίας Ελένης από αυτόν, που προκάλεσε τον Τρωικό Πόλεμο. Προς το τέλος αυτού του πολέμου, ο Πάρις πλήγωσε θανάσιμα στη φτέρνα τον Αχιλλέα με ένα βέλος.
- Ο Ωρίωνας, ήταν ο πιο διάσημος κυνηγός στην ελληνική μυθολογία.
- Ο Ιππόλυτος, γιος του Θησέα και της αμαζόνας Ιππολύτης.
- Ο Έρως, ο φτερωτός θεός της αγάπης. Συχνά σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη. Σύμφωνα λοιπόν με τον μύθο, όταν χτυπούσε με τα βέλη του δύο ανθρώπους, αυτοί ερωτεύονταν παράφορα.
- Η Αταλάντη είναι μυθολογικό πρόσωπο με ισχυρές παραδόσεις τόσο στη Θήβα όσο και στην Αρκαδία. Λέγεται, πως η κυνηγός είχε τοξεύσει και σκοτώσει τους δύο Κένταυρους Υλαίο και Φοίκο όταν αυτοί προσπάθησαν κάποτε να την βιάσουν.
- H Άρτεμις, κόρη του Δία και της Λητούς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα, βασίλισσα των βουνών και των δασών, θεά του κυνηγιού, προστάτιδα των μικρών παιδιών και ζώων, παρουσιάζεται πάντα να κυνηγά με τόξο και βέλος.
- Ο Απόλλωνας, γιος του Δία και της Λητούς επίσης, δίδυμος αδερφή της Άρτεμις, μεταξύ των άλλων και προστάτης των τοξοβόλων.
- Ο Οδυσσέας, ο γιός του Λαέρτη, βασιλιάς της Ιθάκης που όπως εξιστορεί ο Ομηρος μετά την επιστροφή του στο νησί απο την οδύσσειά του, διαγωνίστηκε με τους λοιπούς “μνηστήρες” με το τόξο του σε έναν αγώνα τοξοβολίας.
- Ο Ακταίωνας, γιος του Αρισταίου και της Αυτονόης, κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Τον ανέθρεψε ο Κένταυρος Χείρωνας στο Πήλιο και έγινε σπουδαίος κυνηγός. - Ο Ευρύποτας, από την Κρήτη, αρχηγός της ομάδας των τοξοτών που ο μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος ο 2ος είχε στα στρατεύματά του στην μάχη του για τις αρχαίες Θήβες το 335π.Χ.
- Ο Ομβριος, από την Κρήτη που φέρεται ως ο διάδοχος του Ευρύποτα.

Η ελληνική χρήση του σκυθικού τόξου

Για την ελληνική λοιπόν πλευρά της ιστορίας, φαντάζει οι Σκύθες να είχαν έρθει σε επαφή με τους Ελληνες ήδη πριν απο το 600 π.Χ και να μεταφέρθηκε στους τελευταίους η γνώση και η τέχνη τους στην κατασκευή και χρήση του συγκεκριμένου είδους τόξου. Δεν αποτελεί περίεργο που πλέον τους συνατούμε σε διηγήσεις του Αριστοφάνη στους “Αχαρνείς” του όπου είχαν το ρόλο της “αστυνομίας πόλεως”. Ενώ σε αυτό έρχονται νεότερα αρχαιολογικά ευρύματα να μας το επιβεβαιώσουν όταν σε ανασκαφές στην Βεργίνα της Μακεδονίας μας το 1977, ήρθε στο φως ο γνωστός γωρυτός της Βεργίνας. “Γωρυτός” ονομάζεται η θήκη για τα βέλη και το τόξο έφιππου ή και πεζού πολεμιστή. Δερμάτινη ή ξύλινη, η θήκη αυτή καλύπτεται συνήθως με χρυσό έλασμα και άλλες διακοσμίσεις. Οι φυσικές και χημικές αναλύσεις των μετάλλων θα ελέγξουν κάποια στιγμή την υπόθεση ότι οι γωρυτοί είχαν κατασκευαστεί σε ελληνικό εργαστήριο ή όχι μιας και έως τότε μονάχα τέσσερις γωρυτοί είχαν βρεθεί στη Νότια Ρωσία και το εξάρτημα αυτό θεωρείτο έως τις μέρες μας τυπικά και μόνο σκυθικό.

Για την αναστατική του σκυθικού τόξου λοιπόν πέρα των ιστορικών πηγών και των όποιων αρχαιολογικών ευρυμάτων, έγινε και η προσπάθεια για μεταφορά αυτών στην πραγματικότητα της Ελλάδος της ελληνιστικής εποχής και όχι μόνο. Αυτό αποτελεί και το σημαντικότερο κομμάτι της έρευνας μιας και λόγου αυτού, δώθηκε μεγάλη σημασία και προσοχή στα υλικά και στα εργαλεία για την κατασκευή του πρώτου μας τόξου. Συντροφιά λοιπόν και με τον Στέφανο Μπενίνι (Stefano Benini), πειραματικό αρχαιολόγο και μελετητή της παγκόσμιας ιστορίας της τ

οξοβολίας (βλέπετε βιογραφικό παρακάτω) έγινε η προσπάθεια να γίνει οσο πιο πιστά μπορούσε αυτή, η κατασκευή του σκυθικού-ελληνικού τόξου. Σύμφωνα λοιπόν με τις πηγές μας, τo σκυθικό τόξο περιγράφεται να ήταν συμπαγές και ημικυκλικό της στιγμή έκτασης της χορδής του. Νεότεροι μελετητές το παρουσιάζουν σχεδόν όμοιο με το αντίστοιχο των έφιππων Kassai, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις επαναλαμβανόμενες καμπύλες του σε λαβή και άκρα. Σε αυτή την μορφή συμφωνούν και οι ερυθρόμορφες αναπαραστάσεις απο πολλά αγγεία που διασώζονται σε πολλές εκθέσεις και μουσεία ανά τον κόσμο. Η προσπάθειά με την δική μας αναστατική, απέδειξε ότι είχαν την γνώση και τα μέσα για να μπορέσουν να του δώσουν οι Σκύθες τέτοια μορφή και καμπύλες στο ξύλο. Μεγάλο ερωτηματικό παραμένει το είδος του ξύλου για την κατασκευή, αν υπήρχαν επιπλέον διάκοσμοι ή προσθήκες από άλλα οργανικά υλικά (δέρμα, κέρατο κλπ). Αν και δεν διασώζονται τόξα από την εποχή εκείνη δεν γνωρίζουμε αν πράγματι ήταν όλα καμπυλωτά. Η απορία αυτή μας δημιουργήθηκε όταν σε ιδιάς περιόδου αγγεία παρουσιάζονται Σκύθες πολεμιστές με απλά σχεδον ημικυκλικά τόξα. Σε αυτό το σημείο απλά υποθέσαμε ότι πρόκειται για απλή αδυναμία ή και αδιαφορία του καλλιτέχνη να δώσει περισσότερη λεπτομέρεια στον οπλισμό αυτό, κάτι που δεν συμβαίνει με τα ενδύματα και με τις σκηνές αναπαράστασης σε αυτά.

- Διαστάσεις

Προαναφέρθηκα σε αναφορές που θέλουν το σκυθικό τόξο να έχει διπηχές μήκος και τριπήχη βέλη (ο ελληνικός πήχης σαν ανθρωπομετρική μονάδα μέτρησης αναφερόταν στην απόσταση από τον αγκώνα μέχρι το άκρο του χεριού, όταν αντικαταστάθηκε μετέπειτα με τον εμπορικό στα 64εκ. και με τον τεκτονικό στα 75εκ.). Δυστηχώς η ανθρωπομετρική μονάδα αυτή παρουσιάσε τεράστιο πρόβλημα μιας και από τοξοβόλο σε τοξοβόλο είναι πολύ πιθανόν να άλλαζαν οι σωματικές διαστάσεις και πόσο μάλλον των άνω άκρων τους (χείρας, πύχη κλπ.). Στην σύγχρονη εποχή ο πύχης ένός μέσου ατόμου ανδρικού φίλου μετρά από 40 έως και 70 εκ. Για το δικό μας τόξο υποθέσαμε μια μέση τιμή των 60 εκ. περίπου ξέροντας ότι οι Αρχαίοι Ελλήνες είχαν μέσο όρο ύψος γύρω στο 1,60 - 1,70μ. έτσι ώστε ανθρωπομετρικά να είμαστε όσο γίνεται περισσότερο συμμετρικοί και πιστοί.

- Οι πρώτες ύλες

Ξυλεία: Τα ελληνικά δάση πλούσια σε χλωρίδα, ποικίλα διαθέσιμη σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας αποτέλεσαν το πρώτο κομμάτι αναζήτησής μας για το βασικό υλικό κατασκευής του τόξου. Οι επιλογές μας πολλές, χωρίστηκαν ανάλογα με το αν ενδύκνεινται για την κατασκευή του κυρίου σώματος του τόξου ή για την κατασκευή βελών ή για κανένα από τα δύο. Η τελική ομαδοποίησή τους έγινε βασιζόμενοι και σε λοιπές μελέτες από ευρήματα αρχαιολογικά από την νεολιθική περίοδο μέχρι και την ύστερη βυζαντινή εποχή προσπαθώντας να κατανοήσουμε την προτίμηση των τοξοβόλων στην χρήση ξυλείας ανάλογα την περιοχή δράσης τους και την διαθεσιμότητα απο την χλωρίδα. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στην παρακάτω λίστα.



Ακολουθεί μία περιληπτική περιγραφή του κάθε είδους και των χαρακτηριστικών του.






Σημείωση: “Τα στοιχεία συλλέχτηκαν σύμφωνα με την βάση δεδομένων για την ελληνική φύση του 1994, του Τομέα Υδάτινων πόρων και Περιβάλλοντος, Φιλότης, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και κάνοντας ταυτόχρονη χρήση της Βάσης Δεδομένων (ΒΔ) «Ελληνική Βιοποικιλότητα».Tα είδη. Τάξος (Taxus Baccata), Γιουνίπερος ο ελληνικός (Juniperus excelsa) τείνουν να εξαλειφθούν από τα εδάφη μας με την πάροδο των ετών. Τόσο λόγο αλλαγής κλιματολογικών συνθηκών όσο και λόγω ανθρώπινης παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.” Η ανωτέρα λίστα συντάχτηκε έχοντας σαν οδηγό και λοιπά αρχαιολογικά στοιχεία που μοιράστηκε ο Stefano Benini μαζί μου, από την ιστορία της τοξοβολίας από την νεολιθική εποχή έως και τον μεσαίωνα.

Για τις ανάγκες μας έγινε χρήση άροζου κομματιού κορμού από ίταμο ή τάξο (Taxus Baccata) με διάμεντρο που κυμαίνονταν από τα 8 στα 12 περίπου εκατοστά και μήκος περίπου τα 180 εκατοστά.

Ο/Η Ίταμος, ένα δέντρο σύμβολο θανάτου και ζωής. Με το ισχυρό του δηλητήριο ήταν δυνατό κατά τον Διοσκουρίδη να σκοτώσει κάποιον που θα κοιμηθεί κάτω από αυτόν. Αναδίδει δηλητηριώδεις ατμούς ενώ το ξύλο του, γνωστό για την αντοχή και την σκληρότητά του στην σκιά, ήταν χρήσιμο από την αρχαιότητα για την κατασκευή όπλων και αγαλμάτων. Ο ίταμος, δέντρο αειθαλές ύψους 10-15 μέτρων αναπτύσσεται πολύ αργά και τα φύλλα του είναι το πιο δηλητηριώδες από όλα τα μέρη του. Βρίσκεται σε εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου. Στην Ευρώπη δε, απαντάται αυτοφυές το είδος Τaxus baccata. Στην Ελλάδα το βρίσκουμε στη Μακεδονία, τη Θράκη, την Στερεά Ελλάδα, την Πελλοπόνησο και τη Σαμοθράκη και αναπτύσεται σε υγρά ή δροσερά εδάφη. Είναι γνωστό ως ήμερο έλατο και καρκαριά.

Την επιλογή μας αυτή ακολούθησε εκτεταμένη μελέτη ιστορικών και αρχαιολογικών ερευνών, συνάμα με πολύχρονη πείρα του Stefano Benini, πειραματιζόμενος σε πολλά διαφορετικά είδη ξυλείας.

Όπως παρατηρούμε στην επόμενη φωτογραφία, η ιδιαιτερότητα του ίταμου είναι ότι παρουσιάζει μια σχετικά λεπτή λευκή στοιβάδα εξωτερικά και μία ερυθρά στο εσωτερικά πιο παχειά. Η ύπαρξη των δύο διαφορετικών τμημάτων του δέντρου στο κορμό του, συνοδεύεται από εξίσου διαφορετικές φυσικές ιδιότητες.



Το κομμάτι του κορμού κόπηκε ακολουθώντας τα παραδοσιακά/λαογραφικά στοιχεία όπως μας μεταφέρονται από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, που αφορούν την κοπή της ξυλείας στην λίγωση της σελήνης και την σχεδόν τρίμηνη αφύγρανση της, που συνοδεύτηκε με φυσικές μεθόδους επεξεργασίας. Στην συνέχεια σκίστηκε και πελεκήθηκε δια χειρός, λειάνθηκε και στο τέλος όταν απέκτησε τις καμπύλες του σκυθικού, μετά από πολλαπλά βυθίσματα σε καυτό νερό, έγιναν και οι σχετικές εργασίες για την προστασία του με την χρήση φυσικών ελαίων και κεριών.

Πιο συγκεκριμένα με τα βυθίσματα στο καυτό νερό, οι πρόγονοί μας κατάφερναν να προστατεύσουν μόνιμα το ξύλο από τα παράσιτα του ενώ ταυτόχρονα οι ίνες του μαλάκωναν και μπορούσαν εύκολα να δώσουν νέο σχήμα ή να διορθώσουν την φυσική κατάσταση της ξυλείας κατ’ επιλογή.

Η κοπή του έγινε με μικρή πέλεκη βασιζόμενοι σε αντίστοιχες ερυθρόμορφες σκηνές που φέρουν τους σκύθους τοξότες να κρατούν και μια μικρή πέλεκη πάντα μαζί τους.



Η λευκή επιφάνεια αποτελεί την εσωτερική μεριά του τόξου μας ενώ η ερυθρή την εξωτερική. Αυτό βασιζόμενοι σε σύγχρονες αρχαιολογικές ανακαλύψεις και μελέτες που αφορούν την απολοτελεσματικότητα των διαφορετικών φυσικών ινών του δέντρου τόσο κατά την διάρκεια της έκτασης όσο και στον εξφεντονισμό του βέλους.

Στην επόμενη φωτογραφία διακρίνεται το κυρίως σώμα του τόξου δίχως την χορδή του (παροπλισμένο) όπου παρατηρούνται οι σχετικές καμπύλες που του δίνουν τον σκυθικό του χαρακτήρα μετά το πέρας των εργασιών της κατασκευής του.



Στις επόμενες δύο εικόνες (πλευρική και εμπρόσθια) με το τόξο οπλισμένο με την χορδή του και ένα βέλος για να γίνει η σύγκριση των μεγεθών, διακρίνεται πλέον καθαρά η σκυθική του γεωμετρία.



‘Επειτα επιλέχτηκε μία απλή ελαφρά κατεργασμένη δερμάτινη προσθήκη για λαβή στο κέντρο που δέθηκε με φυσική ίνα από την εξωτερική πλευρά ενώ ολοκληρώθηκε η κατασκευή με την δημιουργία χορδής από φυσικό μετάξυ το οποίο και καλύφθηκε από κερί μελισσών για προστασία από τις καιρικές συνθήκες και επέκταση ορίου ζωής σε αριθμό βολών.



Το τόξο μας φυσικά δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί δίχως τα σχετικά βέλη. Για την κατασκευή τους κάναμε χρήση από ίσια καλάμια, πούπουλα χήνας από την αριστερή της φτερούγα (σύμφωνα με την παράδοση) που δέθηκαν μεταξύ τους με κλωστή ή με δέρμα και κόλλα φυσικής προέλευσης.



Η αιχμή του βέλους είναι από σφυριλατιμένο ορείχαλκο και το σχήμα του κωνικό αν και μπορεί να διαφέρει ανάλογα την χρήση.



Βασιζόμενοι σε περιγραφές και ελάχιστα αρχαιολογικά ευρήματα, βλέπουμε τους Σκύθες να ομορφαίνουν τα τόξα τους με διάφορα σχέδια, φύλλα από πολύτιμα μέταλλα, κομμάτια οστού ή μετάλλου στις κορυφές και περίτεχνα επεξεργασμένα δερμάτινα κομμάτια τόσο για τα τόξα τους όσο για τις γωρυτούς τους.

Το εγχείρημά μας, μετά το πέρας των εργασιών, απόδωσε απροσδόκητα “καλούς και όμορφους καρπούς”. Μελετήσαμε ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας μας και καταφέραμε να δώσουμε ζωή σε ένα όπλο που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική ιστορία και ελάχιστοι το γνώριζαν. Οι δοκιμές μας σε πεδίο τοξοβολίας, πετυχαίνοντας εμβέλειες 250 μέτρων και δυνάμεις σχεδόν 47 λιβρών, μας εντυπωσίασαν και προσεχώς θα παρουσιαστούν νέα στοιχεία από την χρήση του και τις επιδόσεις του καθώς επίσης και μία παράλληλη μελέτη για την κατασκευή του αντίστοιχου ομηρικού τόξου που ολοκληρώνεται σύντομα.

Ευχαριστίες Στον καθηγητή μου Gianni Br. για την υπομονή και τη μεταδοτικότητά του.

Στον μέντορά μου, Stefano Benini για την μεταλαμπάδευση των γνώσεων και την υλοποίηση της παρούσας ιδέας μου.

Στην Σταυρούλα Ντότσικα για την τελική συντακτική και ορθογραφική επιμέλεια.

Πολυκάρπιον Αλμωπιάς Πέλλας
Σεπτέμβρης 2011

Υ.Γ.

Για τους φίλους και λάτρες του αθλήματος και της ιστορίας ή και για συλλόγους, είναι δυνατή η κατασκευή αντίστοιχων αντιγράφων ή με τροποποιήσεις αυτών, με το ίδιο μεράκι και προσοχή στη λεπτομέρια. Όσοι επιθυμούν σας επικοινωνήσουν μαζί μου για περισσότερες πληροφορίες : στείλτε μου ένα μαιl εδώ.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μανώλης Γεωργόπουλος (aka Δημόφιλος) γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Αθήνα, ζει στην Ιταλία, μα μάλλον θα συνεχίζει να ζει στο εξωτερικό και στις πιο απίθανες επαρχίες της Ελλάδος. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στην Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Μπολώνια, κατέληξε πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, αφού έχει καταφέρει να στεριώσει σε πολλά απ’ ό,τι έχει καταπιαστεί τα τελευταία 15 χρόνια. Αρθρογραφεί, λογοτεχνίζει, ενώ ακολουθούν ενασχολήσεις του με την ποδηλασία, με διάφορα χειμερινά αθλήματα ενώ τον τελευταίο καιρό με την ιστορική τοξοβολία και διάφορους συλλόγους ιστορικών μελετών.

Ο Στέφανο Μπενίνι, επωνομαζόμενος και Μπένι, Φερραρέζος της τάξης του 1960, είναι τοξοβόλος απο το 1977. Από μικρό παιδί καλλιέργησε το ενδιαφέρον για την τέχνη της τοξοβολίας και αμέσως έδειξε την τέχνη και το μεράκι του στην ανακατασκευή μοναδικών τόξων από ξύλο. Ένα πάθος που αποζημιώθηκε στο έπακρον με μια σειρά από βραβεία, αναγνωρίσεις και αναφορές στον διεθνή τύπο. Σήμερα κατασκευάζει ξύλινα και ιστορικά αποδεκτά τόξα από διάφορα είδη ξυλείας, με μεγαλύτερη έμφαση σε εκείνα από την τάξο (ίταμο). Περισσότερα για εκείνον στην σελίδα του εδώ στο : http://www.arcostorico.it.

Πηγές:

http://www.gpeppas.gr/dasos/dentra/dentra.html.
http://el.wikipedia.org/wiki/Σκύθες.
http://www.archerylibrary.com/books/book_of_archery/chapter12/chapter12.html.
http://whc.unesco.org/uploads/news/documents/news-433-1.pdf.
Βάση δεδομένων για την ελληνική φύση του 1994, του Τομέα Υδάτινων πόρων και Περιβάλλοντος, Φιλότης, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου από: http://filotis.itia.ntua.gr/home/.
Φωτογραφίες δέντρων φυλλοσιάς και καρπών από : http://www.2020site.org/trees.
The Place of Archery in Greek Warfare - Thomas Nelson Winter, University of Nebraska-Lincoln 1990
The IUCN Red List of Threatened Species
Βάση Δεδομένων (ΒΔ) «Ελληνική Βιοποικιλότητα»
The Archery Library - Old Archery Books, Articles and Prints στο http://www.archerylibrary.com/books/.
Ascham, Roger - Toxophilus, The fchole of fhootinghe conteyned in two bookes edition by Edward Arber, 1585

Μυκηναϊκός πολιτισμός

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός πήρε το όνομα τους από τις Μυκήνες, το μικρό βραχώδη λόφο που βρίσκεται στην αργολική γη, ανάμεσα στο λόφο του Προφήτη Ηλία (805μ.) βόρεια και της Σάρας (660μ.) στο νότο, στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

mycenae

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης. Ο Χ.Τσούντας. ανασκαφέας των Μυκηνών, είχε επισημάνει ότι έξω από την ακρόπολη είχε βρεθεί επιγραφή που που μαρτυρεί την ύπαρξη ιερού, αφιερωμένου στον Περσέα.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός επέδρασε στον ευρύτερο χώρο της λεκάνης της Μεσογείου από το 1600 π.Χ. περίπου μέχρι και τo 1100 π.Χ. (οριστική κατάρρευση των ακροπόλεων). Το γεγονός αυτό οφείλεται στη σημαντική γεωγραφική θέση των Μυκηνών, καθώς συνέδεε την Κόρινθο και τον κόλπο της Αργολίδας, και έτσι έκανε εφικτή την πρόσβαση στο Αιγαίο.

Η πρώτη εγκατάσταση στις Μυκήνες τοποθετείται στους νεολιθικούς χρόνους. Το 2000 π.Χ., με την εγκατάσταση των πρώτων ελληνικών φύλων, ο πληθυσμός αυξήθηκε θεαματικά, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Τα σημαντικότερα μυκηναϊκά κέντρα βρίσκονταν στην κεντρική και στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα, και, εκτός απο τις Μυκήνες, ήταν η Τίρυνθα, η Πύλος, η Βοιωτία ο Ορχομενός και η Ιωλκός.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

odini-mycenaeansΟι περισσότερες μυκηναϊκές ακροπόλεις είχαν σχεδόν απροσπέλαστη οχύρωση, η οποία αποκαλείται κυκλώπεια. Τα κυκλώπεια τείχη πήραν το όνομα τους από την κατασκευή τους. Οικοδομημένα από τεράστιους ογκόλιθους, δημιουργούν την εντύπωση ότι μόνο ένας γίγαντας, όπως ένας Κύκλωπας, θα μπορούσε vα σηκώσει τα τεράστια αυτά λιθάρια. Ο χρόνος δεν κατάφερε να τα αφανίσει, με αποτέλεσμα να γίνουν πόλος έλξης για τους αρχαιοδίφες του 18ου αιώνα. Εικονα - Οδύνη χαραγμένη στα πρόσωπα των Μυκηναίων. Σε οστά κατοίκων της πόλης βρέθηκαν σημάδια αρθρίτιδας. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ χρησιμοποίησαν κρανία του 16ου αιώνα για να φτιάξουν ομοιώματα. JAMES L. STANFIELD/MANCHESTER MUSEUM, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ/NG

Οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε -δεν υπήρχε ακόμα ελληνικό κράτος εξαιτίας της τουρκικής κατοχής-επέτρεψαν στο λόρδο Έλγιν, στο Βελή πασά του Ναυπλίου και στο λόρδο Σλάιγκο να λεηλατήσουν ανενόχλητοι το θολωτό τάφο το "Θησαυρό του Ατρέα». Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), το 1837 ο χώρος των Μυκηνών τέθηκε υπό την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Εταιρείας, ενώ το 1841 ξεκίνησαν οι ανασκαφικές έρευνες από τον Κ. Πιττάκη, που καθάρισε το θησαυρό του Ατρέα, αποκάλυψε την «πύλη των λεόντων» και ασχολήθηκε με το θολωτό «τάφο της Κλυταιμνήστρας».

slemanΤο διάστημα από το 1874 έως το 1877 πραγματοποίησε ανασκαφές ο Ερρίκος Σλίμαν στον Ταφικό Κύκλο Α, υπό την επίβλεψη του Π.Σταματάκη. Τα έτη 1884 έως 1957 τα νεκροταφεία και τα ανάκτορα ανέσκαψαν σταδιακά ο Χ.Τσούντας (1884-1902), ο Δ,Ευαγγελίδης (1909), ο Ρόουζγουαλτ (G.Rosewaldt) (1911), Α.Κεραμόπουλος (1917) και ο Γουέις A.J.B.Wace (1920-1923, 1939, 1950-1957). Παράλληλα, ανασκαφικές εργασίες διεξήχθησαν από το 1952 έως το 1955 στον Ταφικό Κύκλο Β, από τους Ι.Παπαδημητρίου και Γ.Μυλωνά Το 1959 οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την εποπτεία του λόρδου Τέιλορ (W.Taylor), έφεραν στο φως το θρησκευτικό κέντρο. Από το 1998 η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου ανέλαβε το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακρόπολης Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο πέρασε στη δικαιοδοσία της Επιτροπής των Μυκηνών του Υπουργείου Πολιτισμού το 1999. Εικόνα - Ο Ερρίκος Σλίμαν άρχισε την ανασκαφή που τον οδήγησε στα ταφικά συμπλέγματα και στην ανακάλυψη του Ταφικού Κύκλου, κοντά στην Πύλη των Ελεόντων, τον Αύγουστο του 1876 LOCK & WHITEFIELD/THE PRINT COLLECTOR/VISUAL PHOTOS

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΜΥΚΗΝΩΝ

Τα αρχαιολογικά μνημεία των Μυκηνών ανάγονται χρονολογικά στην περίοδο 1350-1200 π.Χ. Το 1200-1100 π,Χ. τα μυκηναϊκά ανάκτορα καταστράφηκαν αρχικά από ισχυρό σεισμό και στη συνέχεια από πυρκαγιά. Η πόλη περιλάμβανε την ακρόπολη, η οποία ήταν οχυρωμένη από τα κυκλώπεια τείχη -είδος οχύρωσης που εμφανίστηκε το 14ο-15ο αι. Π.Χ., με στόχο να γίνουν οι μυκηναϊκοί οικισμοί απόρθητοι-, ενώ έξω από αυτή, στα δυτικά, βρίσκονταν τα νεκροταφεία και οι οικισμοί. Στα δυτικά της ακρόπολης υπήρχε ο Ταφικός Κύκλος Β με 14 λακκοειδείς τάφους, από τους οποίους ήρθαν στο φως πλούσια κτερίσματα και επιτύμβιες στήλες. Στην ίδια περιοχή ανακαλύφθηκαν και τέσσερις θολωτοί τάφοι μνημειώδους μορφής, μεταξύ των οποίων και ο λεγόμενος Θησαυρός του Ατρέα και ο "τάφος της Κλυταιμνήστρας". Στα δυτικά του εσωτερικού του τείχους βρισκόταν ο Ταφικός Κύκλος Α, ο οποίος περιλάμβανε έξι βασιλικούς λακκοειδείς τάφους, ενώ στα νότια απλωνόταν το θρησκευτικό κέντρο.

maska-nekriki

Εικόνα - Πολύτιμο μέταλλο για μια νεκρική μάσκα (πάνω). Ρυτόν για σπονδές σε σχήμα λεοντοκεφαλής (δεξιά). Χρυσό κάλυμμα νεκρού νηπίου. Πλουσιότατα κτερίσματα από τον Ταφικό Περίβολο Α, που έφερε στο φως το 1876 ο Σλίμαν, έχοντας ήδη ανακαλύψει τα ερείπια της Τροίας. JAMES L. STANFIELD/ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Η κύρια είσοδος της ακρόπολης ήταν στα βορειοδυτικά και κοσμούνταν από την Πύλη των Λεόντων. Το γλυπτό, που έδωσε το όνομα του στην πύλη, είναι του 1250 π.Χ. και αποτελεί το πρώτο δείγμα μνημειώδους γλυπτικής στην Ευρώπη. Η πρόσβαση στο ανάκτορο, το οποίο βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο, γινόταν μέσω ενός κεκλιμένου κατά 20% επιπέδου. Το ανάκτορο περιλάμβανε τη μεγάλη αυλή, τον ξενώνα και το μυκηναϊκό μέγαρο. Το μυκηναϊκό μέγαρο απαρτιζόταν από τρία μέρη: την αίθουσα, τον πρόδομο και το δόμο, που αποτελούσε την αίθουσα του θρόνου. Υπήρχαν ακόμα χώροι αποθήκευσης και εργαστήρια. Στη βορειοανατολική πλευρά του τείχους ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατασκευή της υπόγειας κρήνης, της οποίας η τοιχοδομία είναι κυκλώπεια. Στέγασαν, λοιπόν, μία πηγή νερού, κάτω από το έδαφος, έτσι ώστε σε περίπτωση μακρόχρονης πολιορκίας να έχουν εξασφαλίσει το βασικότερο ζωτικό εφόδιο, το νερό.

Οι Μυκήνες από το 1999 συμπερηλήφθηκαν στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, που έχει ως στόχο να αναδείξει και να διαφυλάξει μνημεία των οποίων η σημασία είναι παγκόσμιου βεληνεκούς.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμ σας βρισκόταν ο άναξ (ή Wanax στη μυκηναϊκή γλώσσα, όπως διαβάστηκε σε επιγραφές Γραμμικής Β), αξίωμα που στηριζόταν στην κληρονομική διαδοχή, από τον πατέρα στο γιο. Αυτός κατείχε τεράστιες εκτάσεις γης και είχε νομοθετική, διοικητική και θοησκευτική εξουσία. Η κοινωνική ιεραρχία καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από ένα αυστηρό σύστημα γαιοκτησίας. Έτσι, αμέσως μετά τον άνακτα βρισκόταν η τάξη των αυλικών. Σε αυτούς ανήκαν κατά σειρά ο αρχηγός του στρατού -κατά τον Όμηρο- (lawagolas) και οι ιππείς (equeta), που ήταν στρατιωτικοί βασιλικοί ακόλουθοι.

Ακολουθούσε το ιερατείο με τους τελεστές (telestas), οι οποίοι, όπως υποδεικνύει και η λέξη, ήταν θρησκευτικοί υπάλληλοι, που κατοικούσαν στο θρησκευτικό κέντρο (Pakijane) και, σύμφωνα με την κατοχή γης, βρίσκονταν αμέσως μετά τον lawagetas. Στο ιερατείο ανήκαν επίσης ιέρειες και ιερείς, που ήταν επικεφαλής των θρησκευτικών τελετών και διαχειρίζονταν τις περιουσίες των ιερών.

Οι δήμοι-διοικητικές επαρχίες (damo) λειτουργούσαν με ιεραρχική σειρά: ο βασιλιάς (qasireu), ο οποίος ήταν τοπικός αρχηγός επαρχίας, οι τοπικοί άρχοντες (koretai) και οι υπάλληλοι των δήμων που ήταν διορισμένοι από το βασιλιά (damokoro). Τελευταία ήταν η τάξη των δούλων (doera), που δούλευαν για ιδιώτες ή για τα ανάκτορα.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν φανερά επηρεασμένος από τον μινωικό σε πολλούς τομείς, όπως η θρησκεία, η τέχνη και η οικονομία. Ωστόσο, αν και στην αρχή ακολούθησε τα μινωικά πρότυπα σχεδόν κατά πόδας, στη συνέχεια διαμόρφωσε τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφήνοντας τη μυκηναϊκή σφραγίδα ανεξίτηλη στο χρόνο. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Μυκήνες ήταν δέκτης καταιγιστικών επιθέσεων, όπως μαρτυρεί και η κυκλώπεια οχύρωση σε αντίθεση με τη μινωική Κρήτη όπου επικρατούσαν ειρηνικές συνθήκες διαβίωσης. Η συνεχόμενη απειλή διαμόρφωσε έναν πιο αυστηρό, πιο απόλυτο και πιο συντηρητικό μυκηναϊκό πολιτισμό, με άμεση επίδραση, όπως ήταν φυσικό, σε όλους τους τομείς του.

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για τη μυκηναϊκή λατρεία τοποθετούνται χρονικά στην εποχή των λακκοειδών τάφων (1750-1500 π.Χ.). Ωστόσο, η θρησκεία απέκτησε σταθερή μορφή από το 1400 μέχρι το 1060 π.Χ. Θρησκευτικά οικοδομήματα δεν έχουν σωθεί, εκτός απά το «θρησκευτικά κέντρο» που βρίσκεται στις Μυκήνες. Οι τελετουργίες (δεήσεις, θυσίες, πομπές, τελετουργικοί χώροι) γίνονταν στη φύση, σε πρόχειρες κατασκευές. Οι θεότητες στις οποίες πίστευαν οι Μυκηναίοι, σύμφωνα με τις επιγραφές των πινακίδων που σώζονται, ήταν ο Δίας (di-we), η Ήρα (e-ra), ο Ερμής (e-ma-a). ο Αρης (a-re), ο Ποσειδώνας (po-se-da-o-ne). ο Διόνυσος {di-wo-mi-so). ο Απόλλωνος (a-pe-ro), οι οποίοι προέρχονταν από το ελληνικό δωδεκάθεο. Στη μυκηναϊκή τέχνη συχνά συναντάται και μια γυναικεία μορφή -η οποία σχετίζεται με τη «μητέρα θέα» των Μινωιτών-, η Πότνια. που παρουσιάζεται με διάφορες μορφές ως Πότνια Θηρών ή ως Πότνια Αθηνά (a-ta-na-po-ti-ni-ja). Τα βασικά λατρευτικά αντικείμενα των Μυκηναίων ήταν μικρά χειροποίητα ανθρωπόμορφα ειδώλια από πηλό σε σχήμα Φ και Ψ (ανάλογα με τη στάση που είχαν κάθε φορά τα χέρια τους, μαζεμένα στο στήθος ή προτεταμένα ψηλα προς τον ουρανό). Σημαντικό ρόλο στις θρησκευτικές τελετουργίες έπαιζε η μουσική, η οποία μέσω των ύμνων διαμόρφωνε το θρησκευτικό συναίσθημα και ταυτόχρονα κάλυπτε τους ανεπιθύμητους ήχους των θυσιών.

Αρκετά στοιχεία έχουμε στη διάθεση μας για τα ταφικά έθιμα και ιδίως για την ταφική αρχιτεκτονική. Οι τρεις τύποι ταφών που επικρατούσαν ήταν: 1.ο λακκοειδής, 2.ο λαξευτός θαλαμοειδής και 3.ο θολωτός. Μέσα στους τάφους τοποθετούσαν κτερίσματα, δηλαδή κοσμήματα, όπλα, αγγεία, εργαλεία και λατρευτικά αντικείμενα.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η οικονομία στη μυκηναϊκή κοινωνία ακολούθησε ανοδική πορεία από την εποχή των λακκοειδών τάφων, όταν το εμπόριο άρχισε να ακμάζει. Το 14ο αιώνα π.Χ. απέκτησε αυστηρά συγκεντρωτικό χαρακτήρα, όταν χτίστηκαν τα ανάκτορα που αποτέλεσαν το κέντρο της οικονομικής διοίκησης. Το ανάκτορο λειτουργούσε: α. ως κέντρο συγκέντρωσης και αναδιανομής του αγροτικού πλεονάσματος, β. ως κέντρο επίβλεψης και διαχείρισης των αγροτικών περιφερειών, γ. ως κέντρο ελέγχου του διεθνούς εμπορίου. Το μυκηναϊκό εμπόριο επεκτάθηκε από την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο έως την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, περιορίζοντας σιγά σιγά την εμπορική επικράτηση των Μινωιτών. Τα προϊόντα που εισήγαγαν ήταν ελεφαντόδοντο από την Αίγυπτο και τη Συρία, χαλκός από την Κύπρο, κασσίτερος από τη Βρετανία ή το Αφγανιστάν, ορεία κρύσταλλο από την Κύπρο. Τα εξαγώγιμα προϊόντα ήταν κυρίως το ελαιόλαδο, το αρωματικό λάδι, το κρασί, η ξυλεία, τα βιοτεχνικά προϊόντα -κυρίως όπλα-, καθώς και μισθοφόροι τους οποίους συχνά έστελναν σε ξένες χώρες και σε αντάλλαγμα αγόραζαν δούλους.

ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ

myceneaΗ μυκηναϊκή τέχνη μέχρι το 1400 π.Χ. ήταν βαθιά επηρεασμένη από τη μινωική. Στη συνέχεια οι Μυκηναίοι διαμόρφωσαν την τέχνη τους σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού τους. Στις τοιχογραφίες ακολουθούσαν την τεχνική της νωπογραφίας (οι ζωγραφικές συνθέσεις ζωγραφίζονταν πάνω σε νωπό άσβεστοκονίαμα). Εικόνα Η τοιχογραφία της περίφημης "Μυκηναίας", που σώθηκε από τη μυστηριώδη κατάρρευση της πόλης περίπου στο 1200 π.Χ. JAMES L.STANFIELD/NG. Στα εργαστήρια είχαν αναπτυχθεί ακόμα οι τέχνες της κεραμικής, της υφαντικής, της ελεφαντουργίας (κατασκευή αντικειμένων από την κατεργασία χαυλιοδόντων ελεφάντων και δοντιών ιπποπόταμου), της λιθοτεχνίας, της σφραγιδογλυφίας, της μεταλλοτεχνίας και της γλυπτικής. Η επίσημη μυκηναϊκή γραφή, στην οποία είναι γραμμένες οι επιγραφές των πινακίδων που σώθηκαν, ήταν η Γραμμική Β. Η γραφή αυτή αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τους Βέντρις (M.Ventris) και Τσάντγουικ (J.Chadwick), οι οποίοι με έκπληξη διαπίστωσαν ότι τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β σχημάτιζαν λέξεις που είχαν πολλές ομοιότητες με τις ελληνικές. Τα κείμενα που βρέθηκαν γραμμένα στις πήλινες πινακίδες ήταν κυρίως απογραφές αποθηκών.

Από την εγκυκλοπαίδεια ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
Κ.Παπαρρηγόπουλου - National Geographic

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: HELLASONTHEWEB.ORG

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Πώς δεν έλεγαν το νερό - νεράκι στην αρχαία Αθήνα

Πώς δεν έλεγαν το νερό - νεράκι στην αρχαία Αθήνα

Συστήματα δεξαμενών που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγειες σήραγγες, υδραγωγεία που μετέφεραν νερό από τα γύρω βουνά, πολύ μεγάλο αριθμό πηγαδιών, κρήνες και γενικότερα υδραυλικά έργα μάστευσης και μεταφοράς των υδάτων έχει αποκαλύψει η αρχαιολογική σκαπάνη στην πόλη της Αθήνας. Στην Αρχαϊκή και την Κλασική εποχή δεν υπήρχε ελληνική πόλη χωρίς τα στοιχειώδη: υδραγωγείο, δίκτυο διανομής και κρήνη. Ειδικοί νόμοι εξάλλου όριζαν την χρήση όλων αυτών.

«Το λεπτόγεω της Αττικής και οι ιδιαίτερα περιορισμένες βροχοπτώσεις είχαν οδηγήσει τους κατοίκους στην εξαντλητική αξιοποίηση όλων των υδάτινων πόρων, αρχικά από τοπικές πηγές και στην συνέχεια, όταν αυτές δεν επαρκούσαν, από τις πιο απομακρυσμένες», είπε η αρχαιολόγος κυρία Έφη Λυγκούρη στην ημερίδα του υπουργείου Πολιτισμού «Νερό - Περιβάλλον - Πολιτισμός». Σε μία εποχή που το νερό, παρότι στον προηγμένο κόσμο παραμένει εύκολα προσβάσιμο, θεωρείται ήδη αγαθό εν ανεπαρκεία η διαχείρισή του στην αρχαιότητα γινόταν με τον πλέον ορθολογικό τρόπο.

Τα ποτάμια της Αττικής αρχικώς, ο Κηφισός και ο Ιλισός που όμως δεν είχαν συνεχή ροή, ο χείμαρρος Ηριδανός που γινόταν ορμητικός μόνον ύστερα από δυνατές βροχοπτώσεις αλλά και πηγές όπως η Κλεψύδρα πάνω στην Ακρόπολη και η Καλλιρρόη δίπλα στον Ιλισό τροφοδοτούσαν με νερό την πόλη της Αθήνας. Τα αποθέματά τους όμως δεν επαρκούσαν, έτσι οι Αθηναίοι προχώρησαν στην συστηματική αξιοποίηση των επιφανειακών πηγών και στην υδρομάστευση των υπογείων υδάτων καθώς και στην μεταφορά τους από απομακρυσμένες πηγές που βρίσκονταν στις πλαγιές των βουνών. Από την εποχή του Σόλωνα εξάλλου κάθε σπίτι της Αθήνας είχε πηγάδι στην αυλή του, μόνον στην Αθηναϊκή Αγορά μάλιστα έχουν ανασκαφεί σήμερα 400 πηγάδια.

«Στην Σολώνεια Νομοθεσία υπήρχαν νόμοι που προέβλεπαν το βάθος της εκσκαφής και την απόσταση που έπρεπε να έχουν τα πηγάδια μεταξύ τους καθώς και τα μέτρα που έπρεπε να λαμβάνονται για την εξασφάλιση και την αποφυγή μολύνσεών του. Ειδική επιτροπή με επικεφαλής τον μοναδικό αιρετό άρχοντα που ονομαζόταν "ο των κρηνών επιμελητής" φρόντιζε εξάλλου για την αυστηρή τήρηση των νόμων», είπε η κυρία Λυγκούρη. Αργότερα η διαχείριση του ύδατος περνάει και στους Νόμους του Πλάτωνα, ο οποίος φαίνεται να έχει ως πρότυπό του τα δίκτυα για την αποχέτευση και περισυλλογή των νερών που έχουν βρεθεί στην περιοχή της Αρχαίας Αγοράς. Στην ίδια νομοθεσία όμως προβλέπεται και ο εξωραϊσμός του περιβάλλοντος μέσω του ύδατος. Οι κρήνες δηλαδή, που τροφοδοτούνται από πηγές, πρέπει να κοσμούνται με φυτά και ωραία οικοδομήματα, τα ιερά πρέπει να τροφοδοτούνται με νερά για να ποτίζονται τα ιερά άλση που τα περιβάλλουν αλλά και οι ναοί το ίδιο για να είναι όμορφοι όλες τις εποχές του έτους.

Η παρατεταμένη ξηρασία της Αττικής που άρχισε από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. οδήγησε στην δημιουργία υπόγειων δεξαμενών που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με αγωγό. Οι δεξαμενές παρείχαν νερό για πλύσιμο αλλά και το πόσιμο, που η άντλησή του γινόταν από ξεχωριστό πηγάδι. «Πολύπλοκα και πολυδαίδαλα τέτοια συστήματα έχουν ανασκαφεί στην Αθήνα αποδεικνύοντας την σημαντική τεχνογνωσία σε υδραυλικά έργα των Αθηναίων ήδη από τον 6ο πΧ. αιώνα», όπως είπε η αρχαιολόγος. Ένα τέτοιο έργο έχει ανασκαφεί στην ανατολική πλαγιά του Αγοραίου Κολωνού, όπου βρίσκεται ο ναός του Ηφαίστου ενώ ένα ακόμη βρέθηκε από τον Ντέρπφελντ το 1892-1898 στη βόρεια πλαγιά του Αρείου Πάγου.

Η κατασκευή των μεγάλων υδραγωγείων υπήρξε ωστόσο έργο τυράννων: Το Ευπαλίνειο όρυγμα ήταν έργο του Πολυκράτη της Σάμου, το υδραγωγείο της Νάξου ήταν έργο πιθανώς του Λύγδαμι, επίσης υπήρχε η κρήνη του Θεαγένη στα Μέγαρα ενώ η Εννεάκρουνος με το αντίστοιχο υδραγωγείο στην Αθήνα δημιουργήθηκε από τους Πεισιστρατίδες. Τμήμα του Πεισιστράτειου υδραγωγείου μάλιστα αποκαλύφθηκε 1995 στην ανασκαφή για το σταθμό του μετρό «Ευαγγελισμός» στην Βασιλίσσης Σοφίας. Ο αγωγός αυτός αποτελεί τη βασική αρτηρία του υδραγωγείου που μετέφερε νερό στην Αθήνα από τις πηγές του Ιλισού στον Υμηττό, οι οποίες τοποθετούνται πάνω από το δήμο Παπάγου κοντά στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο.

Παρόμοιου τύπου ήταν ο αγωγός (530-520 π. Χ.) που τροφοδοτούσε με νερό την κρήνη της Αρχαίας Αγοράς, η οποία έχει ταυτισθεί με την Εννεάκρουνο. Την κρήνη κατασκεύασαν οι Πεισιστρατίδες για να εξωραΐσουν την πόλη και από το πλήθος των αρχαίων αναφορών αποδεικνύεται ότι αποτελούσε ένα από τα πλέον φημισμένα οικοδομήματα, που καταλάμβανε κεντρικό τμήμα της Αγοράς. Τμήμα του υδραγωγείου που κατασκεύασε εξάλλου ο Κίμων θεωρείται και ο αγωγός, που έχει ανακαλυφθεί πίσω από την Ποικίλη Στοά ενώ στην εποχή του Κίμωνα χρονολογεί η αρχαιολόγος και τους αγωγούς που βρέθηκαν στην ανασκαφή του μετρό μπροστά στη Βουλή. Στο πλαίσιο των εγγειοβελτιωκών έργων της αρχαία Αθήνας εντάσσεται όμως η αποστράγγιση της ευρύτερης περιοχής του Κεραμεικού αλλά και η διευθέτηση της κοίτης του Ηριδανού. Ένας από τους λόγους άλλωστε που οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν ιδρύσει τα Γυμνάσιά τους έξω και μακριά από την πόλη φαίνεται ότι ήταν η εξασφάλιση του νερού, που ήταν αναγκαίο για το λούσιμο των νέων που γυμνάζονταν σε αυτά. Έτσι το Γυμνάσιο της Ακαδημίας ιδρύθηκε κοντά στην τότε όχθη του Κηφισού, το Γυμνάσιο του Λυκείου ακριβώς δίπλα στον Ιλισό, όπως και το Γυμνάσιο του Κυνοσάργους.

«Η έλλειψη του νερού στην Αττική οδήγησε τους κατοίκους της να μελετήσουν την ροή των ποταμών και τη διείσδυση της βροχής μέσα στη γη και να ανακαλύψουν που κρύβονται τα νερά ώστε να τα αντλήσουν αποκτώντας έτσι μία ξεχωριστή τεχνογνωσία. Έτσι ανέπτυξαν έναν πολύ μεγάλο υδροτεχνολογικό πολιτισμό, όπως αποδεικνύεται από τα έργα τους. Όμως παρά την αγωνιώδη τους προσπάθεια για την εξεύρεση του άριστου αγαθού κατά τον Πίνδαρο, το διέθεταν απλόχερα για τον εξωραϊσμό της πόλης τους αλλά κυρίως των δημοσίων κτιρίων και των ιερών τους, που ιδρύθηκαν μέσα σε πυκνόφυτα άλση και κοντά σε ποτάμια και πηγές», κατέληξε η κυρία Λυγκούρη.

Πηγή: Μ. Θερμού, Εφημερίδα "Το Βήμα"


Από που πήραν το ονομά τους οι δώδεκα μήνες του χρόνου;

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ :
Ο πρώτος μήνας του χρόνου πήρε το όνομά του από τον θεό των Ρωμαίων, τον Ιανό (Janus). Ο Ιανός ήταν θεός με δύο πρόσωπα, τα οποία κοίταζαν σε αντίθετες κατευθύνσεις, γι αυτό τον αποκαλούσαν και Janus bifrons δηλαδή διπρόσωπο Ιανό.

Τα δυο του πρόσωπα συμβόλιζαν την αρχή και το τέλος, τη νιότη και το γήρας, την είσοδο και την έξοδο. Γι αυτό και του αφιέρωσαν τον Ιανουάριο που σαν πρώτος μήνας του χρόνου, κοίταζε προς τον προηγούμενο χρόνο και προς τον επόμενο.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ :
Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό ρήμα februare που σημαίνει καθαρίζω, εξαγνίζω. Ήταν αφιερωμένος στο θεό του Άδη Φέβρουο και στους νεκρούς γι αυτό και στη διάρκεια του οι Ρωμαίοι διοργάνωναν τελετές καθαρμών και εξαγνισμών. Με το παλαιότερο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο τελευταίος μήνας του χρόνου και οι άνθρωποι έπρεπε να μπουν στον καινούργιο χρόνο καθαροί και αμόλυντοι.

Με την καθιέρωση του Ιουλιανού ημερολογίου το 46 π.Χ. περιορίστηκαν οι ημέρες του από 30 σε 29 και την εποχή του αυτοκράτορα Αύγουστου του αφαιρέθηκε άλλη μια μέρα η οποία προστέθηκε στον Αύγουστο και έτσι έχει 28 ημέρες, και 29 κάθε τέσσερα χρόνια, οπότε το έτος αντί 365 ημέρες έχει 366 και ονομάζεται δίσεκτο από το bis sextus (δις έκτη) δηλαδή δύο φορές η 24η του μήνα που ήταν η έκτη μέρα πριν από τις Καλένδες του Μαρτίου.

Εμείς, τον λέμε Φλεβάρη επειδή τότε ανοίγουν οι φλέβες της γης, δηλαδή αναβρύουν πολλά νερά, τον λέμε και Κουτσοφλέβαρο, επειδή έχει λιγότερες μέρες.


ΜΑΡΤΙΟΣ :
Κατά το αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και ονομαζόταν Primus. Μετά το 46 π.Χ. ονομάστηκε Μάρτιος, έγινε ο τρίτος μήνας του χρόνου, αφιερωμένος στον θεό Μαρς που αρχικά ήταν ο θεός της γονιμότητας και των αγρών αλλά αργότερα ταυτίστηκε με τον Άρη θεό του πολέμου. Ήταν πατέρας του Ρέμου και του Ρωμύλου και γενάρχης των Ρωμαίων. Είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης και στις 21 Μαρτίου είναι η εαρινή ισημερία.

Οι Έλληνες του έχουν δώσει πολλά ονόματα, όπως "ανοιξιάτης" επειδή φέρνει την άνοιξη, "γδάρτης", "παλουκοκαύτης" και "πεντάγνωμος" επειδή ο καιρός είναι άστατος, "βαγγελιώτης" από τη γιορτή του Ευαγγελισμού, "πενταγιόματο" (δηλ. πέντε γεύματα) στην ορεινή Πελοπόννησο.

Την 1η του Μάρτη, τα παιδιά δένουν στο χέρι τους το "μάρτη" ή "μαρτιά" ένα κορδόνι από κόκκινη και άσπρη κλωστή, για να μη τα κάψει ο μαρτιάτικος ήλιος.


ΑΠΡΙΛΙΟΣ :
Είναι ο τέταρτος μήνας του χρόνου. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό ρήμα aperio που σημαίνει "ανοίγω" γιατί τότε ανοίγει ο καιρός και ανθίζουν τα λουλούδια. Ήταν αφιερωμένος στην θεά Αφροδίτη.

Τον λέμε Ανοιξιάτη, Λαμπριάτη από τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα και Αϊγιωργίτη από την γιορτή του Αγίου Γεωργίου.

Την Πρωταπριλιά συνηθίζουμε να λέμε αθώα ψέματα και να κάνουμε ανώδυνες φάρσες, ένα έθιμο που μας έχει έρθει από τη δυτική Ευρώπη και που έγινε περισσότερο γνωστό περί το 1880 μέσω της "Εφημερίδας" του Κορομηλά.


ΜΑΪΟΣ :
Ο πέμπτος μήνας του χρόνου πήρε το όνομά του από την ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια). Το όνομα Maja προήλθε από τη λέξη Μαία (τροφός) τη μητέρα του θεού Ερμή στον οποίο ήταν αφιερωμένος.Είναι ο μήνας των λουλουδιών και την 1η Μαΐου πλέκουμε στεφάνια με λουλούδια και τα κρεμάμε στις εξώπορτες μέχρι τις 24 Ιουνίου που τα καίμε στις φωτιές του Άι- Γιάννη.

Η Πρωτομαγιά έχει χαρακτηριστεί ως παγκόσμια ημέρα αργίας και διεκδικήσεων των εργατών γι αυτό την ονομάζουμε και "Εργατική Πρωτομαγιά". Τη 2η Κυριακή του Μαΐου είναι η "Γιορτή της Μητέρας".

Κατά το τριήμερο 21-23 γίνονται "Τα Αναστενάρια" προς τιμή των Αγίων Κωνασταντίνου και Ελένης. Στο τελετουργικό τους περιλαμβάνουν εκστατικούς χορούς, πομπικές περιφορές εικονισμάτων αλλά κυρίως πυροβασία δηλαδή περπάτημα πάνω σε αναμμένα κάρβουνα.
Τον λένε και Κερασάρη γιατί τότε βγαίνουν τα κεράσια.


ΙΟΥΝΙΟΣ :
Ο έκτος μήνας του έτους, ήταν αφιερωμένος από τους Ρωμαίους στη θεά Juno (Ήρα), σύζυγο του Jupiter (Δίας), προστάτιδα του οίκου και του γάμου. Κατά μία άλλη εκδοχή, πήρε το όνομά του από τον Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο. Αυτός ανέτρεψε τον βασιλιά Ταρκύνιο τον Υπερήφανο το 510 π.Χ., εγκαθίδρυσε τον θεσμό της Υπατείας, θεμελίωσε τη Δημοκρατία και έγινε ο πρώτος Ύπατος της Ρώμης.

Στις 21 Ιουνίου είναι το θερινό ηλιοστάσιο, οπότε ξεκινά επίσημα το καλοκαίρι, ενώ έχουμε τη μεγαλύτερη σε διάρκεια ημέρα στο βόρειο ημισφαίριο και την μικρότερη στο νότιο.

Λέγεται θεριστής γιατί κατά τη διάρκεια του γίνεται ο θερισμός του σταριού, ορνιαστής ή ρινιαστής γιατί γίνεται τεχνητή γονιμοποίηση των ήμερων συκιών με ορνιούς δηλαδή καρπούς άγριας συκιάς.


ΙΟΥΛΙΟΣ :
Ο έβδομος μήνας του έτους έχει 31 ημέρες και είναι αφιερωμένος στον Ιούλιο Καίσαρα ο οποίος θεωρείται ένας από τους τρεις μεγάλους στρατηλάτες του αρχαίου κόσμου.Ήταν εξαιρετικά ευφυής πολιτικός, στρατιωτικός, νομοθέτης, ρήτορας, ιστορικός, ανέβηκε σε όλα τα αξιώματα και άφησε σημαντικό έργο.

Τον Ιούλιο, οι Ρωμαίοι τον έλεγαν Quintilis επειδή κατά το ημερολόγιο του Νουμά Πομπιλίου ήταν ο πέμπτος μήνας του έτους με πρώτο το Μάρτιο. Το 153 π.Χ. ως πρώτη ημέρα του έτους ορίστηκε η 1η Ιανουαρίου.

Το 46π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας ανέθεσε στον Σωσιγένη να αναμορφώσει το ρωμαϊκό ημερολόγιο το οποίο βασιζόταν στις φάσεις της σελήνης αλλά οι ατέλειες που είχε, είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεγάλες αποκλίσεις στην εαρινή ισημερία. Στο νέο ημερολόγιο, που ονομάστηκε Ιουλιανό, προστέθηκαν 80 ημέρες που δεν είχαν καταμετρηθεί και το έτος 46 ονομάστηκε "έτος σύγχυσης" διότι είχε 445 ημέρες.

Ο Ιούλιος είναι ένας μήνας με πολλές γιορτές και πανηγύρια, όπως της Αγίας Κυριακής στις 7, της Αγίας Μαρίνας στις 17 που είναι προστάτιδα των παιδιών, του Προφήτη Ηλία στις 20, της Αγίας Παρασκευής στις 26 που προστατεύει τα μάτια, του Αγίου Παντελεήμονα στις 27.
Τον λέμε και Αλωνάρη επειδή κατά τη διάρκειά του γίνεται το αλώνισμα του σταριού.


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ :
Ο Αύγουστος οφείλει το όνομά του στον αυτοκράτορα Οκταβιανό ο οποίος τιμήθηκε από την Σύγκλητο με το προσωνύμιο Αύγουστος που σημαίνει σεβαστός. Η ηγεμονία του ήταν η αφετηρία μιας σχετικά ειρηνικής περιόδου για την αυτοκρατορία που έγινε γνωστή ως Pax Romana. Δημιούργησε μεγάλο έργο, όπως κατασκευή οδικού δικτύου, μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ώθηση στα γράμματα και τις τέχνες,συγκρότηση μόνιμου στρατού κ.λπ.

Ο Οκταβιανός ήταν ανηψιός του Ιούλιου Καίσαρα και εξίσου σημαντική προσωπικότητα με εκείνον. Του αφιέρωσαν τον μήνα Sextilis (έκτος) των Ρωμαίων στον οποίο έδωσαν 31 ημέρες (γιατί θεωρούσαν ότι ήταν υποτιμητικό να έχει λιγότερες ημέρες από τον Ιούλιο), παίρνοντας μία ημέρα από τον Φεβρουάριο ο οποίος έτσι έμεινε με 28 ημέρες.

Τον Αύγουστο γίνονταν παλαιότερα προγνώσεις του καιρού με τα "μερομήνια", δηλαδή το πρώτο δωδεκαήμερο του Αυγούστου χρησίμευε για να προβλέψουν τον καιρό όλης της χρονιάς. Έτσι τα καιρικά φαινόμενα της 1ης Αυγούστου θα ήταν ο καιρός που θα επικρατούσε το Σεπτέμβρη, της 2ης Αυγούστου του Οκτώβρη κ.λπ.

Τον Αύγουστο τον λέμε και Συκολόγο γιατί τότε ωριμάζουν τα σύκα αλλά και Δριμάρη από τις δρίμες (ξωτικά) που τις 6 πρώτες μέρες του Αυγούστου επηρεάζουν τα νεράκαι τότε δεν πρέπει να κολυμπάς ή να πλένεις ρούχα.

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας με τη μεγάλη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου.


ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ :
Ο Σεπτέμβριος κατείχε την έβδομη θέση στη σειρά των μηνών, όπως δείχνει και το όνομά του καθώς septem στα λατινικά σημαίνει επτά. Όταν όμως καθιερώθηκε το ιουλιανό ημερολόγιο με πρώτο μήνα του έτους τον Ιανουάριο ο Σεπτέμβριος έγινε ένατος.

Η 1η του Σεπτέμβρη θεωρείται η αρχή του εκκλησιάστικού έτους, αποτελεί την Αρχή της Ινδίκτου, από την λατινική λέξη indictio (επιβολή φόρου), την οποία εισήγαγε ο Καίσαρας Αύγουστος όταν διέταξε να γίνει γενική απογραφή των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους και να εισπραχθούν φόροι την 1η του Σεπτέμβρη.

Η Ινδικτιώνα είναι τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία την γέννηση του Χριστού ή από το 3 π.Χ. Η 23η του Σεπτέμβρη, γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, καθορίστηκε ως Πρωτοχρονιά και ως Αρχή της Ινδίκτου. Η Εκκλησία σ' αυτή την Πρωτοχρονιά τοποθέτησε τη γιορτή της σύλληψης του Προδρόμου, που αποτελεί το πρώτο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας, ενώ το 462 μ.Χ. η εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1η Σεπτεμβρίου για πρακτικούς λόγους.

Τον Σεπτέμβριο αρχίζει και το γεωργικό έτος καθώς τότε ξεκινούν όλες οι αγροτικές εργασίες.
Λέγεται και Τρυγητής γιατί τότε γίνεται ο τρύγος των αμπελιών ενώ αρχίζει η σπορά και το όργωμα. Στις 2 του Σεπτέμβρη είναι η γιορτή του Αγίου Μάμα που θεωρείται προστάτης των βοσκών.

Στις 14 του Σεπτέμβρη είναι η μεγάλη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Στις 23 του μήνα είναι η φθινοπωρινή ισημερία και η νύχτα θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια από την ημέρα έως την εαρινή ισημερία.


ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ :
Από την λέξη octo που σημαίνει οκτώ πήρα ο Οκτώβριος το όνομά του μια και στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο όγδοος μήνας. Το 46 π.Χ. με την αλλαγή του ημερολογίου έγινε ο δέκατος μήνας αλλά κράτησε το όνομά του.

Το Ιουλιανό ημερολόγιο είχε απόκλιση μίας ημέρας κάθε 128 χρόνια από το πραγματικό τροπικό έτος και έτσι το 1582 καταμετρήθηκαν 10 ημέρες απόκλισης, οπότε ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος θέσπισε το Γρηγοριανό ημερολόγιο τον Οκτώβριο του 1582 και την 4η Οκτωβρίου αυτού του έτους την διαδέχτηκε η 15η Οκτωβρίου αντί της 5ης για να αφαιρεθούν οι 10 ημέρες οι οποίες είχαν καταμετρηθεί χωρίς ωστόσο να έχουν διανυθεί και να επανέλθει η εαρινή ισημερία στην 21η Μαρτίου.

Τον Οκτώβριο τον λέμε και Βροχάρη για τις ευεργετικές για τους γεωργούς βροχές του. Ακόμα τον ονομάζουμε Σποριά ή Σπαρτό γιατί αρχίζει η σπορά στους αγρούς, αλλά και Άι-Δημητριάτη για τη μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου.

Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας των χρυσανθέμων.


ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ :
Είναι ο ενδέκατος μήνας του έτους σύμφωνα με το τωρινό ημερολόγιο, αλλά κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο ένατος μήνας γι αυτό και το όνομά του προέρχεται από τον αριθμό εννέα που στα λατινικά είναι novem. Είναι ο τελευταίος μήνας του φθινοπώρου και ο μήνας που αρχίζει η συγκομιδή της ελιάς ενώ τελειώνει η σπορά και τα κοπάδια κατεβαίνουν στα χειμαδιά τους να ξεχειμωνιάσουν. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοέμβρη βασιλεύει η Πούλια (πλειάδες) γεγονός που σηματοδοτεί τον ερχομό του χειμώνα.

Τον λέμε Κρασομηνά γιατί ανοίγονται τα καινούργια κρασιά, Ανακατωμένο γιά τον άστατο καιρό του, Χαμένο γιατί είναι μεγάλες οι νύχτες του και οι μικρότερες στη διάρκεια του έτους οι μέρες του, αλλά και Αρχαγγελίτη από τη μεγάλη γιορτή των Αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ στις 8 Νοεμβρίου.

Έχει πάρα πολλές θρησκευτικές γιορτές όπως του Αγίου Μηνά, των Αγίων Αναργύρων, των Αγίων Ακινδύνων, του Αγίου Φιλίππου, του Αγίου Ανδρέα, τα Εισόδια της Θεοτόκου, της Αγίας Αικατερίνης κ.λπ.


ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ :
Ο τελευταίος μήνας του έτους, ο πρώτος του χειμώνα, ο δέκατος του παλιού ρωμαϊκού ημερολογίου από όπου πήρε και το όνομά του. Decem στα λατινικά είναι το δέκα. Είναι ένας μήνας γεμάτος από γιορτές, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σάββα, της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σπυρίδωνα, του Αγίου Ελευθερίου και άλλες με μεγαλύτερη την γιορτή της γέννησης του Χριστού, τα Χριστούγεννα στις 25 του μήνα.

Τον λένε και Χιονιά, Ασπρομηνά, Χριστουγεννιάτη, Χριστιανάρη, Δεκέμπρη, Άι-Νικολιάτη.
Είναι ο μήνας με τις λιγότερες ώρες φωτός στο βόρειο ημισφαίριο και τις περισσότερες ώρες φωτός στο νότιο ημισφαίριο μια και ο ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του Ισημερινού.

Στις 22 του μηνός είναι το χειμερινό ηλιοστάσιο οπότε η απόκλιση του ήλιου νότια του Ισημερινού αρχίζει να λιγοστεύει και έτσι αρχίζει να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα.
Κατά την παράδοση στις 25 του μήνα ξεχύνονται οι καλλικάντζαροι στον επάνω κόσμο και παραμένουν μέχρι τα Φώτα οπότε εξαφανίζονται με τον αγιασμό των υδάτων.

Είναι δαιμόνια τα οποία βγαίνουν από τη γη αυτό το δωδεκαήμερο που τα νερά είναι αβάπτιστα για να πειράξουν τους ανθρώπους. Φοβούνται τις φωτιές και τα κουδούνια, γι αυτό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας ανάβουν φωτιές και τραγουδάνε χτυπώντας κουδούνια.


i-diadromi

Πηγή: himaira.blogspot.com Himaira: Από που πήραν το ονομά τους οι δώδεκα μήνες του χρόνου;
http://himaira.blogspot.com/

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Οι τρεις αλώσεις της Θεσσαλονίκης Οι Σαρακηνοί, οι Νορμανδοί, οι Τούρκοι και πώς λεηλάτησαν την πόλη της Μακεδονίας

Η σημερινή Θεσσαλονίκη, όπως φαίνεται από τα βυζαντινά τείχη της
α΄ Η ΠΡΩΤΗ. Θεσσαλονίκη, 904 μ.Χ. Ενας σημαντικός στόλος σαρακηνών πειρατών με αρχηγό τον Λέοντα Τριπολίτη από την Αττάλεια εισχωρεί στα Δαρδανέλια, απειλεί την Κωνσταντινούπολη και, αφού δεν τα καταφέρνει εκεί, επιτίθεται και καταλαμβάνει τη δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας. Λίγους μήνες αργότερα ο Ιωάννης Καμινιάτης, ιερέας, γόνος εύπορης οικογένειας, ένας από εκείνους που υπηρετούσαν στο αυτοκρατορικό παλάτι της Θεσσαλονίκης, σύρεται αιχμάλωτος στις φυλακές της Ταρσού και αρχίζει να γράφει πυρετωδώς το χρονικό της πρώτης αυτής άλωσης της Θεσσαλονίκης. Η αφήγηση του Ιωάννη Καμινιάτη έχει τη μορφή επιστολής (100 σελίδων!) προς κάποιον Γρηγόριο Καππαδόκη, στον οποίο υπενθυμίζει διαρκώς ότι έχει πληρώσει τα λύτρα και περιμένει να απελευθερωθεί με την πρώτη ευκαιρία ανταλλαγής αιχμαλώτων. Μπορεί να μην υπήρχε το κατάλληλο μέσο έκφρασης για ένα τέτοιο αίτημα στο πλαίσιο της βυζαντινής λογοτεχνίας, αλλά ο Καμινιάτης βρίσκει τον τρόπο: διαθέτει την πνευματική παιδεία για να γράψει αυτό που παραδόθηκε στους κατοπινούς ως μια«αξιομνημόνευτη ιστορία».

β΄ Η ΔΕΥΤΕΡΗ. Θεσσαλονίκη, 1185, δύο αιώνες αργότερα. Υποπτα γεγονότα συμβαίνουν πριν από τη νέα άλωση της πόλης από τους Νορμανδούς και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, ένας από τους πιο διάσημους λογίους του 12ου αιώνα, αποφασίζει να καταγράψει εκ των υστέρων σε ένα χρονικό τι ακριβώς συνέβη. Θα έλεγε κανείς ότι ο σοφότερος άνθρωπος της πόλης ανέλαβε για την περίσταση χρέη ιστοριογράφου. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ο «καλός» αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός έχει πεθάνει από το 1180, την εξουσία έχει αναλάβει ο Ανδρόνικος Α΄, που είναι «ένα φοβερό τέρας», μαζί με τον στρατηγό Λέοντα, που είναι «χειρότερος από έναν δηλωμένο προδότη», και η εισβολή των Λατίνων έρχεται απλώς να επιτείνει τα βάσανα και την εξαθλίωση των κατοίκων. Αδίκως καταλογίζουν στον Ευστάθιο ότι ανέπτυξε σχέσεις πρώτα με τη φαύλη εξουσία και στη συνέχεια με τον εχθρό. Εκείνος χρησιμοποίησε τη ρητορική του τέχνη για το καλό όλων: «Και, ακόμη, κέρδισα κάποια πλεονεκτήματα και από τους εχθρούς με το να απευθύνομαι σε αυτούς με τρόπο κολακευτικό και με φωνή βαθιά και πανούργα». Με τη βίαιη πτώση του Ανδρόνικου Α΄ και την άνοδο του Ισαάκιου Κομνηνού, ο Ευστάθιος βρίσκεται στην ανάγκη για άλλη μία φορά να «παραστήσει την παρθένα» προκειμένου να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Οι Νορμανδοί έχουν πια αποχωρήσει και το χρονικό του είναι μια δριμεία πολεμική εναντίον όλων όσοι θα ήθελαν ποτέ να τον κατηγορήσουν.

γ΄ Η ΤΡΙΤΗ. Θεσσαλονίκη, 1430, άλλους δυόμισι αιώνες αργότερα. Μέσα στο φόντο απόλυτης παρακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η πόλη έχει πωληθεί στους Βενετούς και οι κάτοικοί της ζουν μια δύσκολη ζωή στερήσεων και αθλιότητας. Πάνω στην ώρα πεθαίνει και ο Μητροπολίτης Συμεών, η μόνη ελπίδα σωτηρίας για το ορθόδοξο ποίμνιο. Η πόλη παραδίδεται στους Τούρκους αμαχητί και οι κάτοικοι καταλήγουν αιχμάλωτοι, εκτός από μια χιλιάδα ανθρώπων που κατορθώνουν να επιστρέψουν και θέλουν να ανασυστήσουν την κοινότητά τους. Ο Ιωάννης Αναγνώστηςπροφανώς κληρικός- είναι ανάμεσά τους. Αρχικά κάνει τον απολογισμό των τελευταίων ημερών της ενετικής κατοχής και της επίθεσης των Τούρκων και διηγείται τις σφαγές που ακολούθησαν, ενώ στη συνέχεια συγκροτεί δύο ομάδες προσώπων, των «καλών» όπως ο Συμεών και των πολύ περισσότερων «κακών» που έβλαψαν την πόλη με τη συμπεριφορά τους. Το κείμενό του είναι λιβελογραφικό, για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη, και μοιάζει να στοχεύει στο να προετοιμάσει το μέλλον, να κάνει μια επένδυση στον πολιτικό τομέα. Για άλλη μία φορά το αντικείμενο της διήγησης είναι διαφορετικό από εκείνο που δηλώνεται από τον συγγραφέα. «Μεγάλοι τεχνίτες των χάρτινων ονείρων, οι Βυζαντινοί μπόρεσαν να μας ξεγελούν για πάντα» υποκλίνεται ο Οdorico.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς στο «Χρονικό» του Ιωάννη Σκυλίτζη
ΤΡΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ αιώνες τα κατάφεραν τόσο καλά να περιγράψουν τις αλώσεις της Θεσσαλονίκης ώστε να ανατρέψουν την αντίληψη που έχουμε για τη βυζαντινή λογοτεχνία στο σύνολό της. Ή μήπως δεν έγραφαν λογοτεχνία; Ούτε ιστορία; Ο επιμελητής της παρούσας έκδοσης Ρaolo Οdorico, διευθυντής Σπουδών στο Κέντρο Βυζαντινών Νεοελληνικών και Νοτιοευρωπαϊκών Σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών (ΕΗΕSS) στο Παρίσι, δίνει την απάντηση:«Στο Βυζάντιοόσα διακυβεύονται στην κοινωνική ζωή δεν λαμβάνουν χώρα πια στα δικαστήρια και τις συγκεντρώσεις του λαού, όπως συνέβαινε στην Αρχαιότητα, αλλά μέσα στα βιβλία και στις διηγήσεις οι οποίες οφείλουν να χρησιμεύουν για να προκαλούν συγκίνηση, να λειτουργούν ως μέσα άμυνας και κατηγορίας»γράφει.«Περισσότερο από τον τίτλο των ιστορικών θα έπρεπε να φανταστούμε για τους συγγραφείς μας έναν νέο ορισμό όπως, π.χ. αυτόν του “δημιουργού” ή του “κατασκευαστή” ιστορίας».Την εικόνα φέρνει ακόμη πιο κοντά στη σύγχρονη εποχή ο βυζαντινολόγος Χάρης Μέσσης, ο οποίος διδάσκει Ελληνικά στην ΕΗΕSS, ασχολείται με τη λογοτεχνία και το κοινωνικό φύλο στο Βυζάντιο και μετέφρασε τις τρεις συγκινητικές αφηγήσεις των βυζαντινών στην τρέχουσα ζωντανή γλώσσα μας.

ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ χτυπάει η συμφορά, δοκιμάζονται σκληρά οι κάτοικοι και αναδεικνύονται τα κρυφά ταλέντα του έντεχνου λόγου; Ο Οdorico έχει μια εξήγηση: Είναι το ριζικό μιας πόλης που δημιουργήθηκε για να γίνει πρωτεύουσα και καθ΄ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της δεν κατείχε παρά τη δεύτερη θέση. Ιδρύθηκε ως βασιλική πόλη από τον Κάσσανδρο της Μακεδονίας στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., πήρε το όνομα της ετεροθαλούς αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έχασε τα πρωτεία της την ελληνιστική περίοδο από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ανατολής όπως η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια.

Εγινε έδρα ενός από τους συναυτοκράτορες, του Γαλέριου, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, αλλά η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης στη συνέχεια την υποβίβασε σε επαρχιακή πόλη. Εγινε πρωτεύουσα ενός «θέματος» στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από τον 12ο ως τον 15ο αιώνα, αλλά η οθωμανική κατάκτηση τα ισοπέδωσε όλα ως τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους με πρωτεύουσα την Αθήνα και συμπρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη.

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Νικόλαος Βότσης: Ο τελευταίος Έλληνας μπουρλοτιέρης


Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς.

Τον Σεπτέμβριο 1931 έφυγε από τη ζωή, απλά και σεμνά όπως έζησε, ο ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη Νικόλας Βότσης. Ανιψιός και δισέγγονος της οικογένειας Κουντουριώτη, γεννήθηκε στην Ύδρα το 1877 και στα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων πέτυχε το ακατόρθωτο. Βύθισε μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την τουρκική ναυαρχίδα «Φετίχ Μπουλέντ», εμψυχώνοντας τις ελληνικές δυνάμεις και στέλνοντας το σύνθημα απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιστορικό παρασκήνιο της ενέργειάς του. Με δική του πρωτοβουλία απευθύνθηκε στην ηγεσία του Ελληνικού Στρατού και ζήτησε να του επιτραπεί να εισπλεύσει σε ένα από τα τρία λιμάνια που βρίσκονταν τουρκικά θωρηκτά, ώστε αφενός να πλήξει την αξιοπιστία των Τουρκικών δυνάμεων και αφετέρου να εμψυχώσει τις ελληνικές δυνάμεις ενόψει των μεγάλων αναμετρήσεων. Στο σχετικό τηλεγράφημα έγραφε πως «εις περίπτωσιν αποτυχίας το ναυτικόν δεν θα ζημιωθή πολύ. Εις περίπτωσιν όμως επιτυχίας η επί του ηθικού των Τούρκων επίδρασις θα είναι μεγάλη»!

Χωρίς να περιμένει απάντηση ετοίμασε το σχέδιό του και κάλεσε ιερέα να ευλογήσει το σκάφος και το πλήρωμα. Όταν ξεκίνησαν οι πρώτες ναυτικές εμπλοκές, ο Βότσης και το πλήρωμα του «Τορπιλοβόλου 11» γλίστρησαν κυριολεκτικά
στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ξεπερνώντας τη ναρκοθετημένη περιοχή. «Για το Χριστό πολεμάμε και ο Θεός είναι μαζί μας», είπε στο πλήρωμά του και στις 18 Οκτωβρίου 1912, έριξαν τρεις τορπίλες στην 3.000 τόνων τουρκική ναυαρχίδα, η οποία βυθίστηκε αύτανδρη. Το σύνθημα δόθηκε, οι πανηγυρισμοί υπήρξαν ξέφρενοι, οι εντυπώσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τις μεγάλες στιγμές που ακολούθησαν.

Ο τελευταίος μπουρλοτιέρης Νικόλαος Βότσης κυβέρνησε αργότερα τα θωρηκτά «Κιλκίς» και «Λήμνος», διετέλεσε Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη (1921-22) και αποστρατεύτηκε μετά από αίτησή του το 1922. Έφυγε ήσυχα όπως έζησε σε κλινική των Παρισίων.


ΠΗΓΗ

Οι Έλληνες Χοάνη του Πολιτισμού - Ντοκιμαντέρ



































Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Γρίβας Θεόδωρος Αγωνιστής, στρατηγός και πολιτικός

  • Γρίβας

    Θεόδωρος

    Αγωνιστής, στρατηγός και πολιτικός

    από την Πρέβεζα. Γεννήθηκε το 1797. Η καταγωγή του είναι από παλιά οικογένεια αρματωλών της Ακαρνανίας και κλάδος της οικογένειας Μπούα. Σε μικρή ηλικία έδρασε υπό τις διαταγές του Πανουργιά και κατόπιν πήγε στα Γιάννενα στον Αλή Πασά. Με την έναρξη της Επανάστασης οργάνωσε δικό του σώμα από Ακαρνάνες. Πήρε μέρος στην πολιορκία του Αγρινίου (Βραχώρι) και αφού το κατέλαβαν ο Θεόδωρος Γρίβας κατέβηκε στην Πελοπόννησο. Συνεργάστηκε με τον Παναγιώτη Καρατζά και αργότερα πήγε με τον Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία στη Δυτική Ελλάδα. Μετά την καταστροφή του Πέτα πήρε μέρος στην άμυνα του Μεσολογγίου κατά την πρώτη πολιορκία. Στη συνέχεια, πήγε στον Μοριά, όπου υπηρέτησε μισθωτός στον Θ. Κολοκοτρώνη και Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

    Μετά την άλωση του Μεσολογγίου κράτησε το Παλαμίδι δημιουργώντας στο Ναύπλιο αναταραχή και το παρέδωσε με την άφιξη του Καποδίστρια.

    Η δράση του ήταν πλούσια και μετά την απελευθέρωση, στην Ήπειρο το 1854, όταν εισέβαλε με σώμα Ακαρνάνων, καθώς και στην εξέγερση της Βόνιτσας, τον Οκτώβριο του 1862, όπου σχημάτισε κυβέρνηση και προχώρησε στο Αγρίνιο, που ήταν η αρχή του τέλους της διακυβέρνησης του Όθωνα. Η προσωρινή κυβέρνηση το 1862 του απένειμε το βαθμό του στρατάρχη, αλλά λίγο αργότερα πέθανε στο Μεσολόγγι.

    Υποστηρίχθηκε ότι δηλητηριάστηκε από Άγγλους πράκτορες, ενώ ο Γιάννης Κορδάτος αναφέρει την πληροφορία, μνημονεύοντας ως πηγή του χειρόγραφο που του έδωσε το 1933 ο στρατηγός Παπούλιας. Κατά τον Κορδάτο, ο Γρίβας επέσυρε την ανησυχία των Άγγλων, επειδή πληροφορήθηκαν πως θα κατέλυε τη μοναρχία και θα ανακηρυσσόταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας

    Η αντιπαράθεση κατά διαστήματα του Θεόδωρου Γρίβα με τον βασιλιά Όθωνα έχει αποτυπωθεί και σε δημοτικό τραγούδι (Τσάμικο):[1]

    «Γρίβα μ' σε θέλει ο βασιλιάς, όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς.

    - Σαν τι με θέλει ο βασιλιάς, όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς;

    Άμα με θέλει για κακό, να ζώσω τ' άρματα κι εγώ,

    άμα με θέλει για καλό, ν' αλλάξω και να στολιστώ.

    - Σε θελ' να δώκεις τ' άρματα, να προσκυνήσεις το βασιλιά.

    - Γρίβας δε δίνει τ' άρματα, δεν προσκυνάει το βασιλιά.»

    Πηγές: Βικιπαίδεια

    Το Λεύκωμα του 1821 Μίρκα Παλιούρα ( Εκδόσεις Ιχνηλάτης)

    Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...