₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Ο πρώτος νεκρός του 1940 - Βασίλειος Τσαβαλιάρης


Η σφαίρα τού Ιταλού στρατιώτη τόν βρήκε στό μέτωπο καί τόν σκότωσε, στίς 5 τό πρωί τής 28ης Οκτωβρίου, σέ φυλάκιο στά ελληνοαλβανικά σύνορα.

Ήταν 28 Οκτωβρίου 1940. Ελληνοαλβανικά σύνορα. Ώρα 5η πρωινή. Η ιταλική σφαίρα βρίσκει τόν στόχο της: ο στρατιώτης Βασίλειος Τσαβαλιάρης ήταν ο πρώτος πεσών τού Ελληνικού Έπους.
Η σάλπιγγα έδινε τό σύνθημα τής μάχης ως ένα προσκλητήριο στόν υπέρτατον αγώνα γιά τήν Ελευθερία. Πίσω από τά σκόπευτρα μέ τό δάκτυλο στήν σκανδάλη οι φρουροί τών προκεχωρημένων φυλακίων προσπαθούσαν νά διαπεράσουν τό σκοτάδι. Απέναντι σέ απόστασι λίγων μέτρων, ο εχθρός μόλις είχε αρχίσει τήν επίθεσί του. Προτού ακόμη εκπνεύσει τό τελεσίγραφό τους, οι Ιταλοί είχαν εξαπολύσει τίς ταξιαρχίες τους καί οι πρώτες σφαίρες έσκιζαν τήν νυκτερινή σιωπή πάνω στά βουνά τής Ηπείρου. Εκεί, στήν γραμμή τών συνόρων σέ ένα απομεμακρυσμένο φυλάκιο, έπεφτε νεκρός ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης, ο Βασίλειος Τσαβαλιάρης. Ένας φαντάρος πού έτυχε νά κάνη τήν πρωινή σκοπιά. Χωρίς ποτέ νά γίνει ήρωας, χωρίς ποτέ νά βγή από τήν ανωνυμία.
Σύμφωνα μέ μαρτυρίες, οι τελευταίες λέξεις τού Έλληνος φαντάρου ήταν «τί θ’ απογίνουν τά παιδιά μου;».
Σήμερα στήν πατρίδα του Πιάλεια Τρικκάλων, κάθε χρόνο, γίνονται εκδηλώσεις μνήμης, καί βεβαίως τά παιδιά του δίδουν τό δικό τους «παρών».

«Ο πατέρας μου έκανε τήν σκοπιά στό 21ο φυλάκιο στά Ελληνοαλβανικά σύνορα, στήν θέση Γκόλφια, όπως λέγεται.
Μετά τήν 5η πρωινή, τό φυλάκιο δέχθηκε επίθεσι από τούς Ιταλούς. Μία σφαίρα βρήκε τόν πατέρα μου στό μέτωπο καί τόν σκότωσε. Οι μόνες του λέξεις πού είπε εκεί ήταν: νά φυλάτε τά παιδιά μου, καί μετά ξεψύχησε», λέγει ο κ. Νίκος Τσαβαλιάρης. «Εγώ ήμουν μόνο 5 ετών καί τά αδέλφια μου μικρότερα. Τελευταία φορά πού είχε έλθει στό σπίτι, ήταν όταν τόν είχαν καλέσει στά νέα όπλα, μετά τά γεγονότα μέ τό «Έλλη». Ήμουν μικρός αλλά τόν θυμάμαι. Ήταν ντυμένος στρατιώτης. Απ’ ό,τι ανέφερε η συχωρεμένη η μάνα μου, τής έλεγε «Μήν ανησυχείς. Όλα θά πάνε καλά. Όλα θά πάνε καλά». Έτσι έλεγε, ενώ νομίζω ότι γνώριζε τούς κινδύνους. Τήν βραδυά εκείνη κανόνιζαν τήν βάρδια στά φυλάκια τού τάγματος πού ήταν πιό κάτω. Ένας αξιωματικός είχε πεί ότι κάτι δέν πάει καλά, ίσως είχαν πληροφορίες, ποιός ξέρει. Τούς λένε λοιπόν «ποιοί θέλετε νά πάτε απόψε στά σύνορα». Καί ο πρώτος πού σηκώθηκε καί είπε «να πάω εγώ» ήταν ο πατέρας μου, σύμφωνα μέ μαρτυρίες χωριανών πού γύρισαν πίσω αλλά καί από άλλες περιοχές τών Τρικκάλων».
Σέ ένα κεντρικό σημείο τής Πιαλείας δεσπόζει σήμερα, η προτομή τού Βασιλείου Τσαβαλιάρη. Στήν σκιά τού ανδριάντα, γυρίζει τό ρολόϊ τού χρόνου γιά τόν ξεχασμένο στρατιώτη του μετώπου. «Ήταν ο πρώτος νεκρός τού πολέμου», λέγει ο στρατηγός Ιωάννης Κακουδάκης, εοπί κεφαλής τής Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού. «Υπηρετούσε στό 21ο φυλάκιο τής Πίνδου στό 51 Σύνταγμα τό οποίο είχε σχηματισθή από Θεσσαλούς. Τά ιταλικά στρατεύματα είχαν προχωρήσει σέ απόστασι αναπνοής από τά ελληνικά τμήματα προκαλύψεως. Στίς 5 τό πρωί ο Τσαβαλιάρης είδε κάτι νά κινείται, φώναξε «άλτ, τίς εί» καί πυροβόλησε στόν αέρα».

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Γιατί ο Μουσολίνι επέλεξε την 28ην Οκτωβρίου 1940 να επιτεθεί στην Ελλάδα;

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Ένα ξεχασμένο νεκροταφείου, 180 Ελλήνων πεσόντων από τον πόλεμο του ‘40



Δίπλα ακριβώς στην Πυραμίδα υπ. αρ. 24, απ’ τη σειρά των πυραμίδων που οριοθετούν τα χερσαία σύνορα της Ελλάδας με την αλβανική επικράτεια, υπάρχει εγκαταλειμμένο νεκροταφείο. Όχι απλώς τόπος ενταφίασης αλλά σχεδόν κανονικό νεκροταφείο. Πληροφορίες που είχαμε συλλέξει και περισσότερο ομολογίες ηλικιωμένων ανθρώπων οδήγησαν την πορεία μας εκεί στα στενά...
του Μπογάζι, απέναντι απ’ τους Γεωργουτσάτες και ανάμεσα στο χωριό Ραντάτες και Άνω Επισκοπή. Εκεί όπου σταματάει το όρος Μπουρέτο και που στο βάθος είναι το πρώτο χωριό της ελληνικής επικράτειας, το Ορεινό. Εγκαταλειμμένοι στη σιωπή τους,είναι ίσως ..
.. απ’ τους πρώτους ήρωες που έπεσαν στις μάχες με τους Ιταλούς σε «ξένο» έδαφος. Διότι ξένο δεν είναι, απλώς για την αυστηρή των συγκυριών γλώσσα της οριοθέτησης των συνόρων…
Τα ονόματα αυτών των πεσόντων ελλήνων στρατιωτικών όταν άρχισε πλέον η αντεπίθεση επί των εισβολέων Ιταλών, αφού η άμυνα στη γραμμή του Καλπακίου είχε αποδώσει πλέον, όπως μπορέσαμε να τα συλλέξουμε απ’ τον κατάλογο που είχε το 1996 δημοσιεύσει η «Καθημερινή», τα δημοσιεύουμε πιο κάτω. Σαν ένα μνημόσυνο απλό. Έστω και για να μην μνημονεύονται πλέον ως άγνωστος έλληνας στρατιωτικός. Ή και για να παρακινήσουμε εάν υπάρχουν συγγενείς που τους ψάχνουν… Γιατί το αξίζουν!
Η Πυραμίδα 24 στα ελληνο-αλβανικά σύνορα

Άρχιζε η καταδίωξη και η συνέχεια των πολεμικών πράξεων επί του εδάφους της Βορείου Ηπείρου και απ’ τον κατάλογο αυτό του ΓΕΣ προκύπτει ότι όλοι οι προαναφερθέντες και άλλοι ενδεχομένως που διαφεύγουν έπεσαν σε μάχες για την κατάκτηση του υψώματος 1488 και εκείνου 669 για τον έλεγχο της διάβασης αυτής, του Μπογάζι, απ’ όπου στη συνέχεια θα διέρχονταν περισσότερα στρατεύματα για τις ανάγκες του μετώπου. Οι μάχες είχαν ένταση και ήταν φονικές. Όλοι οι φονευθέντες στρατιώτες και αξιωματικοί έπεσαν μεταξύ 2,3 και 4 Δεκεμβρίου. Και κηδεύτηκαν εκεί… Στο μεταίχμιο. Μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.
Η θέση του νεκροταφείου, περιφραγμένου με πρόχειρο πλην όμως όμορφο τοίχο πέτρινο, 30μΧ30 περίπου είναι ακριβώς στην ευθεία που ορίζει η Πυραμίδα αρ. 24. Στο πρανές ενός λόφου που μάλλον με τη λογική της ροής των υδάτων μάλλον θα είναι εντός των εδαφών της σημερινής αλβανικής επικράτειας. Και πάνω στην κορυφή του λόφου το Ελληνικό στρατιωτικό Φυλάκιο. Λες να γνώριζαν τόσα χρόνια οι στρατιώτες που φυλούσαν και υπηρετούσαν εκεί τόσες δεκαετίες στη σειρά ότι ακριβώς κάτω στα πόδια τους αναπαύονται πεσόντες που έπεσαν για την Ελευθερία.

Πάνω από το νεκροταφείο το ελληνικό φυλάκιο
Και έχει και άλλους συμβολισμούς η τοποθεσία αυτή του ενταφιασμού. Ότι έπεσαν και για την αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας που έγινε με μας εδώ. Ότι έπεσαν επιπλέον όχι μόνο για την ελευθερία της Ελλάδας αλλά και για την αξιοπρέπεια και άλλων λαών της περιοχής. Για την αξιοπρέπεια της Ευρώπης όλης που δεν έπρεπε να υποκύψει στο τέρας του φασισμού που πλανιόνταν πάνω της. Έπεσαν για να δώσουν και στον Αλβανικό λαό παράδειγμα ηρωισμού και αντίστασης …
Και παραμένουν εκεί τόσες δεκαετίες μετά. Μας περιμένουν τώρα που μάθαμε γι’ αυτούς. Η σιωπή τους έσπασε. Βέβαια στις ψυχές και τις καρδιές μας μιλούσαν πάντοτε μέσα απ’ τις μνήμες, απ’ τις διηγήσεις των μεγαλύτερων απ’ τις εκδηλώσεις που διοργανώνουμε κάθε χρόνο και τους μνημονεύουμε. Αλλά τώρα μας περιμένουν να τους επισκεφθούμε και εκεί στα στενά του Ραντατίου, σε μια τόσο εύκολη στην πρόσβαση τοποθεσία τόσο απ’ την Ελλάδα όσο και τη Δερόπολη. Οφείλουμε να πάμε και να περιποιηθούμε το Νεκροταφείο τους. Τώρα μάθαμε τόσα πολλά και περισσότερα θα πρέπει να διδαχτούν οι μέλλουσες γενιές .

Βουλιράτι 1991. Μετά την πτώση του
Κομουνισμού Βορειοηπειρώτες τιμούν
για πρώτη φορά τους ήρωες του ’40
Γιατί εμείς έχουμε υπόψη μας το Μπογάζι ως σημείο που επιχειρούσαν να δραπετεύσουν τα μαύρα χρόνια των διωγμών και ακούγαμε τα πολυβόλα των βόρειων συνοροφυλάκων να κόβουν τη ζωή στη μέση των τολμηρών που επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τον κομμουνιστικό «παράδεισο». Και μετά όλα τα χρόνια της μετακομμουνιστικής περιόδου να περνούν από κει δεκάδες χιλιάδες Βορειοηπειρώτες και Αλβανοί πρόσφυγες που αναζητούσαν από εκείνα τα στενά μια καλύτερη οικονομική μοίρα στην Ελλάδα.
Αλλά βλέπεις εκείνα τα στενά έχουν και ένα άλλο μυστικό που μας κάνει περίφανους σαν Έλληνες.



Έπεσαν στο Μπουρέτο, Δεκέμβριος 1940
Αραπογράννης Απόστολος του Νικ. Στρ. 36ου Σ. Π.
Βελέντζας Σεραφείμ του Γεωργίου Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Βερύκιος Κωνσταντίνος του Γεωργίου Ανθ/στης 40ου Συντ. Ευζώνων
Γκαραγκούνης Δημήτριος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Γκόγκος Ευάγγελος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Γκιούλος Σταύρος του Νικολάου Στρ. 36ου Σ. Π.
Γκόγκος Ευάγγελος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Ζαχάρης Αντώνιος του Δημητρίου Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Καζακόπολουλος Λεωνίδας του Αποστ. Ανθ/στης 42ου Συντ. Ευζώνων
Καντερές Χρήστος του Ιωάννη Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Καραγκούνης Δημήτριος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Κιτσάρας Δημήτριος του Θωμά Στρ. 15ου Σ. Π.
Κοντός Πολύβιος του Γεωργίου Δ/νέας 12ου Σ. Π.
Κορομπίλης Κωνσταντίνος του Νικ. Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Κουτσάφτης Παναγιώτης του Νικ. Ανθ/γος 42ου Συντ. Ευζώνων
Λαδόπουλος Βασίλειος του Σπυρίδωνα Δ/νέας 15ου Σ. Π.
Λάτας Χρήστος του Δημητρίου Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Λιόντος Κωνσταντίνος του Δημητρίου Δ/νέας 15ου Σ. Π.
Λογοθέτης Σωτήριος του Γεωργίου Λοχίας 42ου Συντ. Ευζώνων
Μανούσης Λάζαρος του Ευαγγέλου Δ/νέας 15ου Σ. Π.
Μαυραγάνης Δημήτριος του Κων. Λοχαγός 36ου Σ. Π.
Μιχελής Απόστολος του Δημ. Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Μολιώτης Γεώργιος του Ιωάννη Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Μυλωνάς Γεώργιος του Κων. Στρ. 15ου Σ. Π.
Μυλωνάς Θωμάς του Αποστόλου Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Νάσης Πέτρος του Δημητρίου Ανθ/γος 36ου Σ. Π.
Ντούγιας Σπυρίδων του Σωτηρίου Στρ. 15ου Σ. Π.
Παλόδιος Γεώργιος του Κων. Λοχίας 15ου Σ. Π.
Παπαδόπουλος Ανδρέας του Δημ. Δ/νέας 42ου Συντ. Ευζώνων
Παπαρούνας Σταύρος του Αναστασίου Στρ. 15ου Σ. Π.
Παπάς Ιωάννης του Βασιλείου Στρ. 15ου Σ. Π.
Παπασταθόπουλος Ιωάννης του Ευαγγ. Ανθ/γος 42ου Συντ. Ευζώνων
Σαρής Νικόλαος του Παναγιώτη Ανθ/γος 15ου Σ. Π.
Σταθόπουλος Ανδρέας του Αθαν. Στρ. ΙΙΙ Λόχου Πολ/λων
Στεφανής Βλάσσιος του Λεωνίδα Στρ. 36ου Σ. Π.
Τάμος (ή Παπατάγος) Ευάγγελος του Σωτ. Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Τασιάκος Ηλίας του Ευθυμίου Στρ. 36ου Σ. Π.
Τζώνης Αθανάσιος του Ιωάννη Ανθ.στης 42ου Συντ. Ευζώνων
Τσαούσης Αναστάσιος του Γεωργίου Ανθ/γος 42ου Συντ. Ευζώνων
Φώτου Νικόλαος του Μάνθου Λοχίας 15ου Σ. Π.
Χρόνας Στέργιος του Νικολάου Στρ. 15ου Σ. Π.
Πηγή: Βορειοηπειρώτης
www.eglimatikotita.gr

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

28 0κτωβρίου 1940


Χρόνια πολλά για την 28 Οκτωβρίου, τιμούμε το ΟΧΙ των Ελλήνων δια στόματος του Ιωάννου Μεταξά και την έναρξη του ΕλληνοΙταλικού πολέμου, τους Παππούδες μας που πολεμώντας με αυταπάρνηση κατάφεραν το αδιανόητο για την τότε Ευρώπη, να αντισταθούν στην πολεμική μηχανή του Άξονα. Η πολεμική αντίδραση του Ελληνικού λαού προκάλεσε το θαυμασμό απο όλους τους λαούς του κόσμου ανάβoντας με μια αρχαία σπίθα τις φρυκτωρίες για να δώσει το μύνημα ότι ο Άξονας δεν είναι αήτητος, ότι θα συνεχιστεί ο Αγών μέχρι εσχάτων.

Η Ελλάς είναι το μοναδικό κράτος το οποίο εορτάζει την έναρξη του πολέμου αντίθετα με τα υπόλοιπα κράτη.

''Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5:30 πρωινής σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους». ''

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

O Άγιος Δημήτριος του μυροβλύτου και θαυματουργού

Άγιος Δημήτριος
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αρχείο:Michael of salonica.jpg
O Άγιος Δημήτριος σε μωσαϊκό μοναστηριού του Κιέβου, το οποίο βρίσκεται τώρα σε μουσείο της Μόσχας

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280-284 μ.Χ. και πέθανε το 303 ή το 305 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη και αποτελεί έναν από τους Μεγαλομάρτυρες της Χριστιανοσύνης. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303, διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα με την παράδοση, μέσα στη φυλακή ευλόγησε τον μαθητή του Νέστορα "κατασφραγίσας το μέτωπο αυτού δια του σταυρού", να νικήσει τον ειδωλολάτρη παλαιστή Λυαίο "μεγέθει σώματος και ρώμη τους κατ΄ αυτόν υπεβάλλων". Η νίκη του Νέστορα εξόργισε τον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό που παρευρίσκετο στο στάδιο και έτσι ο μεν Νέστορας αποκεφαλίστηκε, ο δε Δημήτριος δολοφονήθηκε με λογχισμό στα πλευρά ("λόγχη τρωθείς την πλευράν").

Στη συνέχεια οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί παρέλαβαν το μαρτυρικό λείψανο και το έθαψαν και πάνω στο τάφο το 412 ο έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος "την τε δόξαν λαμπρός, την τε προς τον Χριστόν πίστιν μάλα θερμός", έκτισε ναό "μέσον του σταδίου και του δημοσίου λουτρού κάλλιστα διηρημένου".

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο, σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου, να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται ο ομώνυμος ναός πάνω από τον τάφο του. Εορτάζει στις 26 Οκτωβρίου. Στο Μηνιαίον της 26ης Οκτωβρίου αναγράφεται η μνήμη του μετά μικρής βιογραφίας και ιδίας ακολουθίας που περιέχει δύο κανόνες των οποίων ποιητές φέρονται ο Θεοφάνης ο Γραπτός και ο Πατριάρχης Φιλόθεος της Κωνσταντινούπολης.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Ο παρ? ολίγον αφορισμός του Νίκου Καζαντζάκη

Ο παρ? ολίγον αφορισμός του Νίκου Καζαντζάκη

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο κορυφαίος Έλληνας συγγραφέας, ήταν ένας από αυτούς που πολεμήθηκε σκληρά τόσο από το πολιτικό όσο και από το εκκλησιαστικό κατεστημένο στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια αλλά και της εποχής αμέσως μετά τον Εμφύλιο πόλεμο. Η πολιτεία με τις επεμβάσεις της πέτυχε να μην του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ στο οποίο ήταν ο επικρατέστερος υποψήφιος. Από την πλευρά της Εκκλησίας δέχθηκε σκληρές επιθέσεις κυρίως για την «Ασκητική», τον «Τελευταίο Πειρασμό», το «Χριστός Ξανασταυρώνεται» και τον «Καπετάν Μιχάλη». Απειλήθηκε με αφορισμό, οι πιστοί κλήθηκαν να μη διαβάζουν τα βιβλία του, ενώ με φτηνές δικαιολογίες δεν επέτρεψαν μετά το θάνατό του να τοποθετηθεί η σορός του σε ναό της Αθήνας για λαϊκό προσκύνημα. Σκληρή ήταν και η επίθεση από το Βατικανό. Το βιβλίο «Τελευταίος Πειρασμός» ενεγράφη στον «κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων» (INDEX). Εκείνη την εποχή Πάπας ήταν ο Πίος ΙΒ?. Κι έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να φτάσουμε στο 1968 και να δηλώσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ότι τα βιβλία του Καζαντζάκη κοσμούν την πατριαρχική βιβλιοθήκη στο Φανάρι.

Για την επίθεση που δέχθηκε ο Καζαντζάκης από το πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο της μετεμφυλιακής εποχής, οι συγγραφείς Τάσος Βουρνάς και Κούλα Ξηραδάκη σημειώνουν στον τόμο τον αφιερωμένο στο μεγάλο Κρητικό συγγραφέα της σειράς «Οι μεγάλοι Έλληνες αμφισβητίες» (εκδόσεις «Κ. Μπούζας», Αθήνα):

«?Πρέπει εξαρχής να παρατηρήσουμε ότι η επίθεση που δέχτηκε για το έργο του και τις ιδέες του από τη Δεξιά και τους εκκλησιαστικούς κύκλους του κατεστημένου ήταν δυσανάλογη με τα πολιτικά ή κοινωνικά μηνύματα που θέρμανε στις σελίδες του. Στο χώρο των νεοελληνικών γραμμάτων υπήρξαν συγγραφείς και στοχαστές με συγκεκριμένη επαναστατική δράση που δέχτηκαν λιγότερα ιδεολογικά πυρά και οι αντίπαλοί τους περιορίστηκαν στην απομόνωσή τους ?όταν δεν τους υπέβαλαν στη δοκιμασία του προσωπικού διωγμού με τον αστυνομικό μηχανισμό.

Τι ήταν εκείνο που υπεκίνησε τη λυσσαλέα επίθεση του κατεστημένου κατά του Καζαντζάκη; Χωρίς άλλο η τεράστια διεθνής του αναγνώριση. Το γεγονός ότι σα συγγραφέας και στοχαζόμενος άνθρωπος ανήκε στην αντίπερα όχθη δεν του το συγχώρησαν. Και μην μπορώντας να του επισείσουν τον κόκκινο μανδύα του κομμουνισμού, βρήκαν βολική την πανάρχαια λύση του ?άθεου?. Απελπιστικά καθυστερημένο σε μεθόδους, το παπαδαριό ανέσυρε τα σκουριασμένα όπλα, τα ίδια που μεταχειρίστηκε εκατό χρόνια πριν κατά του Εμ. Ροΐδη ή του Θεόφιλου Καΐρη. Και μ? αυτά σημάδεψε τον Καζαντζάκη, μέσα σε μια τρομοκρατημένη μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα, διαγουμισμένη από τις σκοτεινές δυνάμεις ενός εφιαλτικού κλίματος?».

Η «Ασκητική», το «κατά Καζαντζάκην ευαγγέλιο», που γράφτηκε πριν από ογδόντα έξι και πλέον χρόνια, ήταν το πρώτο βιβλίο για το οποίο κινδύνεψε ο συγγραφέας να καθήσει στο εδώλιο «επί χλευασμώ της θρησκείας» το 1930. Η «άθεη παλιοφυλλάδα» δημοσιεύθηκε το 1927 στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δημήτρη Γληνού. Ο ανακριτής κάλεσε και τους δύο,

το συγγραφέα και τον παιδαγωγό-εκδότη,

σε απολογία για τη δημοσίευση του «ασεβέστατου» βιβλίου. Και οι δύο παραπέμφθηκαν σε δίκη στις 10 Ιουνίου 1930. Η δίκη τελικά δεν έγινε. Όμως επί τέσσερα χρόνια επικρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους μια βαριά καταδίκη.

Η Ιερά Σύνοδος ζητεί να απαγορευθούν τα βιβλία του συγγραφέα

Η μεγάλη κυκλοφορία των έργων του Καζαντζάκη άρχισε από το 1947-1948. Τα βιβλία. μεταφρασμένα σ? όλες τις γλώσσες, κυκλοφορούν ευρύτατα στην Ευρώπη και την Αμερική προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, από τα διθυραμβικά σχόλια μέχρι τους λιβέλλους. Από τους εκκλησιαστικούς οργανισμούς πρώτο τοποθετείται το Βατικανό. Το 1954, τo βιβλίο του «Τελευταίος Πειρασμός» περιλαμβάνεται στον ΙNDEX. Ο Καζαντζάκης απαντά στέλνοντας στην Αγία Έδρα ένα τηλεγράφημα με την περίφημη φράση του Τερτυλιαννού: «Στο δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».

Ακολουθεί η ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Αμερικής που καταδικάζει το περιεχόμενο του βιβλίου και κοινοποιεί το σχετικό έγγραφο στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αρχίζουν και τα δημοσιεύματα στον ελληνικό Τύπο. Στην «Εστία» (22.1.1954) δημοσιεύεται στη θέση του κύριου άρθρου το γράμμα ενός «Κρητικού» ( ήταν ο Σπύρος Μελάς) που διαμαρτύρεται «ως Κρητικός και ως Έλλην χριστιανός ορθόδοξος» γιατί «είχον την τόλμην οι υμνηταί του Καζαντζάκη να χαρακτηρίσουν τον «Καπετάν Μιχάλη» σαν έργο εθνικό και να προτείνουν να διδάσκεται εις τα σχολεία».

«Υπονομεύει την ηθικήν ζωήν»

Στα «ΝΕΑ» (12.5.1954) αναφέρεται πως με το θέμα θα ασχοληθεί και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθώς έχουν αρχίσει διαμαρτυρίες και από Έλληνες μητροπολίτες: «Μετά την ανακοίνωσιν της Αρχιεπισκοπής της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βορείου και Νοτίου Αμερικής, διά της οποίας καταδικάζεται το περιεχόμενον του νέου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη ο ?Τελευταίος Πειρασμός?, το οποίον κατεδίκασεν ήδη η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απεφάσισε να ασχοληθή με το ζήτημα τούτο, εντός των ημερών, δε, θα εκδώση και σχετικήν ανακοίνωσιν. Εν τω μεταξύ εγνώσθη ότι και ο μητροπολίτης Χίου κ. Παντελεήμων δι? εκθέσεώς του προς την Ιεράν Σύνοδον λέγει ότι και το παλαιότερον βιβλίον του κ. Καζαντζάκη ο ?Καπετάν Μιχάλης? είναι ?αντιχριστιανικόν? και αντεθνικόν και εξευτελίζει τα ιερά και τα όσια του έθνους, καθώς και τον αγώνα του κρητικού λαού».

Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, με επιστολή της προς τον αρχιεπίσκοπο, παρεμβαίνει υπέρ του Καζαντζάκη. Από την άλλη πλευρά, τα θρησκευτικά σωματεία, όπως η «Ζωή», τον κατηγορούν πως «υπονομεύει την ηθικήν ζωήν, υποθάλπτει τα πλέον ταπεινά ένστικτα και θέλει να κάμη τους αναγνώστας του να ζουν ζωήν πολύ κατωτέραν και από αυτήν των ζώων».

«Σας δίνω την ευχή μου»

Στα μέσα Ιουνίου του 1954, η Ιερά Σύνοδος σε μια μακρά συνεδρίασή της συζητεί το θέμα. Μεγάλη ομάδα μητροπολιτών πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να παρέμβει. Τελικά, αποφασίζεται να μελετήσουν το θέμα ο μητροπολίτης Κασσανδρείας Καλλίνικος και οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, Τρεμπέλας και Μπρατσιώτης, και να υποβάλουν σχετικές εκθέσεις. Στην έκθεσή του ο μητροπολίτης Κασσανδρείας αναφέρει ότι ο Καζαντζάκης δεν μπορεί να κατηγορηθεί για έλλειψη πίστης αλλά προσθέτει ότι δεν είναι ορθό να κυκλοφορήσει ο «Τελευταίος Πειρασμός» γιατί οι αναγνώστες δεν θα μπορέσουν να συλλάβουν το συμβολικό χαρακτήρα του έργου και θα περιοριστούν σε επί μέρους «ανευλαβείς εκφράσεις».

Έτσι, ο Καζαντζάκης γλίτωσε τον αφορισμό. Η Εκκλησία περιορίστηκε να καταδικάσει τα βιβλία, να καλέσει τους πιστούς να μην τα διαβάσουν και να ζητήσει εμμέσως από την πολιτεία να τα απαγορεύσει. Κι ακόμη παρέπεμψε ουσιαστικά το θέμα στην Εκκλησία της Κρήτης που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η απόφαση της Συνόδου προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις. Το θέμα συζητήθηκε και στη Βουλή με τους βουλευτές των κομμάτων του Κέντρου (Μητσοτάκης, Ζορμπάς, Παπασπύρου κ.ά.) να ασκούν δριμύτατη κριτική. Όσο για τον ίδιο τον Καζαντζάκη, απάντησε με τη φράση του Τερτυλιαννού με την προσθήκη των φράσεων: «Με καταραστήκατε άγιοι πατέρες, εγώ σας δίνω την ευχή μου. Εύχομαι η συνείδησή σας να είναι τόσο καθαρή όσο η δική μου και να είστε τόσο ηθικοί και θρησκευόμενοι όσο είμαι εγώ».

«?Ίνα αποφεύγωσι τα βιβλία ταύτα»

Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου

«Η Ιερά Σύνοδος της Εκλησίας της Ελλάδος εξ αιτίας των τελευταίως εκδοθέντων βιβλίων του Έλληνος λογοτέχνου Νικολάου Καζαντζάκη ο ?Καπετάν Μιχάλης? και ο ?Τελευταίος Πειρασμός? και κατόπιν της εκ τούτων προκληθείσης αναταραχής εις τας συνειδήσεις των πιστών έγνω εν τη αρμοδιότητι αυτής όπως λάβη τα εν τη αυτή εξουσία πνευματικά μέτρα προς διαφώτισιν και προφύλαξιν του ευσεβούς ποιμνίου, προς ανάνηψιν δε και διόρθωσιν του συγραφέως. Επειδή αμφότερα τα βιβλία ταύτα αποτελούσι μυκτηρισμόν προς την δογματικήν και ηθικήν διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ιδία δε το δεύτερον διαστρέφει και κακοποιεί την θεόπνευστον ευαγγελικήν διήγησιν και θίγει κατά τρόπον ανερυθριάστως αφελή και ανίερον το Θεανδρικόν του Κυρίου πρόσωπον και δη και κατά τας ώρας του επί του σταυρού σωτηρίου πάθους.

Διά ταύτα η Ιερά Σύνοδος προς μεν τα ευσεβή της Εκκλησίας τέκνα απευθύνει την πατρικήν παραίνεσιν ίνα αποφεύγωσι τα βιβλία ταύτα, ως ου μόνον μη συντελούντα εις οικοδομήν, αλλά διά της σαγήνης της Τέχνης ανυπόπτως δηλητηριάζοντα τας ψυχάς.

Ως προς δε τον συγγραφέα Νικόλαον Καζαντζάκην η Ιερά Σύνοδος παραπέμπει την υπόθεσιν εις την υπό του Κανονικού Δικαίου καθοριζομένην διαδικασίαν ήτοι διαβιβάζει ταύτην εις την οικείαν εκκλησιαστικήν Αρχήν, ίνα αύτη καλέση τούτον εις ανασκευήν και αναίρεσιν των βλασφημιών, επιφυλάσσεται δε ίνα κατόπιν τούτου εκδώση και την περί τούτου του συγγραφέως ετυμηγορίαν της».

Ένας «ανεπιθύμητος» νεκρός στην Αθήνα

Από το 1948 ο Καζαντζάκης έπασχε από λευχαιμία και έκανε τη σχετική θεραπεία. Στις αρχές του 1957 προγραμμάτιζε ένα ταξίδι στην Κίνα και την Ιαπωνία. Οι γιατροί του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Όμως αυτός επέμενε να ταξιδέψει. Πριν ξεκινήσει έκανε εμβόλιο δαμαλίτιδας που του δημιούργησε περιπλοκές. Νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο στη Στοκχόλμη και στη συνέχεια σε κλινική στο Φράιμπουργκ. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή στις 26 Οκτωβρίου 1957. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με τρένο. Για τις περιπέτειες της σορού, γι? αυτούς που τους ενοχλούσε ο Καζαντζάκης ακόμη και νεκρός μίλησε στον Τάσο Βουρνά και την Κούλα Ξηραδάκη ο εκδότης του, Γιάννης Γουδέλης, που είχε αναλάβει να μεριμνήσει τα της μεταφοράς, ταφής κ.λπ.:

«Είχε συμφωνηθεί με τον οδηγό της φερετράμαξας μόλις θα έφθανε στη Λειβαδιά, να τηλεγραφούσε.

Από το πρωί της Κυριακής κινητοποιηθήκαμε για να επιτραπεί η τοποθέτηση της σορού σε μια κεντρική εκκλησία. Η αίγλη του Καζαντζάκη, λέγαμε, θα είχε σκορπίσει τη μαυρίλα και την κιτρινίλα και ρίχτηκε η ιδέα να ζητήσουμε εναπόθεση του νεκρού για λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη ή στον Άγιο Λευτέρη, μια που η κηδεία του θα γινόταν δημοσία δαπάνη. Ο αρχιμανδρίτης Νικόδημος μας παρέπεμψε στον Αρχιεπίσκοπο και προσπαθήσαμε από το πρωί να επικοινωνήσουμε μαζί του. Ο συναρχηγός των Φιλελευθέρων Γ. Παπανδρέου, στενός φίλος και θαυμαστής του έργου του Καζαντζάκη, με τον ιδιαίτερό του, Ανδρέα Μοθωνιό, ενδιαφέρθηκαν ολόψυχα για το σκοπό αυτό, κι από την πρώτη στιγμή ο Παπανδρέου μάς υποσχέθηκε την αμέριστη συμπαράστασή του. Επίσης, ο κυβερνητικός επίτροπος Θ. Σπεράντζας, φίλος κι αυτός του Καζαντζάκη, κατέβαλε πολλές προσπάθειες να μεταπείσει τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο.

Άκαρπες οι προσπάθειες όλων μας.

«Να τον τοποθετήσετε

στο νεκροτομείο»

- Παραχωρείστε μια οποιαδήποτε εκκλησία, του είπαμε. Ο νεκρός, όπου να ?ναι, φθάνει στην Αθήνα? Σκεφθείτε, παρακαλούμε?

- Να τον τοποθετήσετε στο νεκροτομείο?

- Στο νεκροτομείο; Τον Καζαντζάκη;

- Πάρτε με σε δέκα λεπτά στο τηλέφωνο.

Επήραμε. Ξαναπήραμε. Του κάκου.

- Τοποθετήστε τον επιτέλους στους νεκρικούς θαλάμους του Α? νεκροταφείου. Δεν μπορώ σε εκκλησία, παρ? όλο εκτιμώ το έργο του Καζαντζάκη, διότι αύριο θα βγουν οι εφημερίδες να με κτυπήσουν?

- Μα οι εφημερίδες τώρα θα σας ψέξουν, Μακαριώτατε.

Ο Αρχιεπίσκοπος όμως ήταν δέσμιος των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων και των κίτρινων φύλλων.

Δεν σταματήσαμε τις προσπάθειες ίσαμε τις 9 το βράδυ, που έφθανε η φερετράμαξα και από κοντά οι στενοί φίλοι του Καζαντζάκη.

Τρεις-τέσσερες απλοί άνθρωποι σήκωσαν το φέρετρο, που τόσο σεβασμό του έδειξαν στην Κρήτη απ? όπου πέρασε και το τοποθέτησαν σ? ένα νεκρινό θάλαμο. Ο ιερέας του Α? Νεκροταφείου είχε προφανώς ειδοποιηθεί να απουσιάσει. Και η απουσία συνεχίστηκε ως το μεσημέρι της άλλης ημέρας, όταν ο νεκρός μας μεταφερόταν με αεροπλάνο της Ολυμπιακής αεροπορίας στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Η κηδεία στο Ηράκλειο

Αλλά και στο Ηράκλειο ο επίσκοπος Ευγένιος Ψαλλιδάκις επεθύμησε την απουσία. Μόνο όταν έγινε γνωστό πως ήρθε ο υπουργός Παιδείας, ο αληθινά πνευματικά πολιτισμένος Γεροκωστόπουλος (όπως είχε χαρακτηριστεί από φρονούντες και αντιφρονούντες), τότε μόνο δέχτηκε να ιερουργήσει. Αλλά και πάλι μ? όλα τα πριγκηπικά στέφανα, μ? όλους τους λόγους και το πάνδημο κρητικό προσκύνημα, ο επίσκοπος Ευγένιος ούτε τη συγχωρετική ευχή έψαλε ούτε ακολούθησε ο ίδιος τη νεκρική πομπή.

Η Εκκλησία μαντάλωσε τις πόρτες της στη μεγαλύτερη λογοτεχνική δόξα των ημερών μας.

Το Πανεπιστήμιο και η Ακαδημία Αθηνών έλαμψαν με την απουσία τους κι αποκάλυψαν έτσι για μια ακόμη φορά πως έχει νεκρωθεί μέσα τους κάθε ελεύθερη σκέψη.

Είναι όμως γνωστό πια πως ο κρητικός λαός αποθέωσε το τέκνο του. Η Αθήνα στερήθηκε την τιμή. Προσωπική μας γνώμη ήταν να τοποθετηθεί ο Καζαντζάκης σε ένα φιλικό σπίτι. Προσφερθήκαμε μάλιστα να παραχωρήσουμε το δικό μας. Δυστυχώς επικράτησε η γνώμη να οδηγηθεί αμέσως ο νεκρός εκεί που προοριζόταν, στο Ηράκλειο.

Όταν το φέρετρο που το συνόδευαν χιλιάδες άνθρωποι έφθασε ψηλά στο Κάστρο και οι νεκροθάφτες ετοιμάζονταν να το κατεβάσουν στον τάφο, ο καπετάν Μανούσακας, ο Κρητίκαρος με τις μουστάκες και τη λεβέντικη κορμοστασιά άρπαξε την κάσα και μόνος του τοποθέτησε το νεκρό μέσα στο μνήμα.

  • Τουτουσές τσ? ανθρώπους δεν τσοι θάβουνε νεκροθάφτες.

Η σιωπή των ακαδημαϊκών

Όμως δεν ήταν μόνο η Εκκλησία και οι υπερσυντηρητικές εφημερίδες που φοβούνταν και νεκρό τον Καζαντζάκη. Το ίδιο συνέβαινε και με την πλειοψηφία των μελών της Ακαδημίας που πριν από λίγα χρόνια είχαν αρνηθεί να τον κάνουν μέλος της. Αυτοί οι μικροί, αυτόν τον μεγάλo.

Ο Παύλος Παλαιολόγος, αν και αντίπαλος του Καζαντζάκη, με άρθρο του στο «ΒΗΜΑ» (31/10/57) σχολίασε τη στάση της Ακαδημίας:

Κηδεύει η Ελλάδα τον συγγραφέα της. Με δημόσια δαπάνη τελείται η κηδεία. Ένας μόνος μένει ψυχρός θεατής της εκφοράς. Εκείνος που έπρεπε να φέρη το πένθος: η Ακαδημία. Χωρίς τη μεσίστιό του το πρώτο πνευματικό ίδρυμα της χώρας. Χωρίς τον τίτλο «της Ακαδημίας Αθηνών» ο νεκρός. Θα υπάρχουν ακαδημαϊκοί που κρύβουν το πρόσωπο από ντροπή στη σκέψη ότι «αθάνατοι» χωρίς επομένη αυτοί, ανήκουν σε Σώμα απ? το οποίο απουσιάζει ο συγγραφέας, που κι αυτός βέβαια δεν θα μείνη στην αιωνιότητα, αλλά επί τέλους αφήνει ένα έργο που θα διατηρηθή επί δύο τρεις γενεές. Έξω από την Ακαδημία ο Καζαντζάκης, έξω ο Σικελιανός, οι δύο επιβλητικές μορφές των Γραμμάτων χωρίς το ακαδημαϊκό έμβλημα.

Πάνω από τους πιο μεγάλους ποιητές της Ευρώπης τοποθετείται ο Σικελιανός, ο μόνος από τους συγχρόνους Έλληνες συγγραφείς που η φήμη του απλώθηκε στην οικουμένη ο Καζαντζάκης. Έναν καιρό ήξεραν την Ελλάδα από τον Βενιζέλο. Τώρα έμαθαν τη λογοτεχνία μας από τον Καζαντζάκη. Από τους συγγραφείς της εποχής που διαβάστηκαν περισσότερο. Τον ξέρει η Αμερική, τον ξέρει η Ευρώπη. Πολλοί από τους ακαδημαϊκούς μας ούτε στον ελληνικό χώρο είναι καλά-καλά γνωστοί. Διεθνούς κλάσεως ο Καζαντζάκης. Μεταφρασμένος σ? όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Ανάρπαστα τα βιβλία του και σ? αυτή την Ελλάδα, που δεν διακρίνεται για την οικειότητά της με την ανάγνωση. Κριτικοί ολκής ασχολήθηκαν με το έργο του.

Γεγονός αποτελούσε κάθε νέα δημιουργία του. Δεκάδες οι τόμοι του. Από τους πιο πολύγραφους συγγραφείς του καιρού μας.

Του ανθρώπου αυτού τον θάνατο δεν τον θρηνεί, σαν Σώμα, η Ακαδημία. Δεν θα του εκφωνήση αντιπρόσωπός της τον επικήδειο?».

Αρχιεπισκοπικές δικαιολογίες

Και άλλες, οι περισσότερες εφημερίδες, αφιέρωσαν μακροσκελή άρθρα με βιογραφικά στοιχεία του, εξαίροντας την προσωπικότητα του Καζαντζάκη ενώ στιγμάτισαν τη στάση της Εκκλησίας και της Ακαδημίας. Χαρακτηριστικά, η «Αυγή» των ημερών εκείνων έγραφε:

«?Η σορός του Καζαντζάκη έφτασε το βράδυ της Κυριακής με νεκροφόρο αυτοκίνητο από το Φράιμπουργκ της Γερμανίας, από όπου εξεκίνησε την περασμένη Πέμπτη και εναποτέθηκε σ? ένα μικρό νεκροθάλαμο του Α? Νεκροταφείου, όπου και παρέμεινε μέχρι χθες το μεσημέρι. Προηγούμενα είχε φθάσει στην Αθήνα αεροπορικώς από την Αντίμπ της Γαλλίας η κ. Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη, την νύκτα του Σαββάτου.

Τον νεκρό συνόδευε από την Γερμανία η δικηγόρος κ. Αγνή Ρουσσοπούλου, προσωπική φίλη του Καζαντζάκη και εκπρόσωπος των συμφερόντων του στην Ελλάδα. Στην Ελευσίνα προϋπάντησαν τη σορό η χήρα Καζαντζάκη, ο κ. Αλ. Μινωτής, ο κ. Παντελής Πρεβελάκης, η οικογένεια Μαρίκας Παπαϊωάννου, η ανεψιά του μεταστάντος κ. Τέα Ανεμογιάννη και η κ. Ευελπίδη.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έδωσε στον χθεσινό απογευματινό Τύπο ο εκδότης των έργων του Καζαντζάκη στην Ελλάδα κ. Γιάννης Γουδέλης, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, κ. Θεόκλητος δεν έδωσε άδεια για να εναποτεθεί η σορός σε εκκλησία, έστω και στο μικρότερο εκκλησάκι και να εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Σε νεώτερο τηλεφωνικό διάβημα συγγενών του νεκρού με τη μεσολάβηση του κ. Παπανδρέου και του κυβερνητικού επιτρόπου στην Ιερά Σύνοδο κ. Θ. Σπεράντζα, ο αρχιεπίσκοπος κ. Θεόκλητος απάντησε ότι δεν είναι δυνατό να χορηγήσει τη σχετική άδεια γιατί φοβάται επεισόδια από μέλη παρεκκλησιαστικών οργανώσεων.

Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών που ερωτήθηκε αν αληθεύουν τα παραπάνω από συντάκτη απογευματινής εφημερίδας, επέρριψε την ευθύνη στον ιερέα της εκκλησίας του Ελληνικού με τον οποίο, όπως είπε, δεν κατώρθωσε να επικοινωνήσει εγκαίρως.

?Χθες την 3ην απογευματινήν, είπε ο κ. Θεόκλητος, μου εζητήθη η έγκρισις δια την τοποθέτησιν του νεκρού του Ν. Καζαντζάκη εις εκκλησίαν του Ελληνικού. Απήντησα· Ευχαρίστως. Εζήτησα μάλιστα να επικοινωνήσω με τον ιερέα της εκκλησίας, εις την οποίαν θα εγίνετο η τοποθέτησις του νεκρού, διά να του δώσω τας σχετικάς οδηγίας. Ανέμενον τον ιερέα, αλλ? ούτος δεν ενεφανίσθη μέχρι της 6ης απογευματινής, οπότε ειδοποιήθην τηλεφωνικώς ότι ο νεκρός μετεφέρετο δι? αυτοκινήτου εις Αθήνας. Ερωτηθείς εκ νέου είπον εις τους ενδιαφερομένους ότι δύνανται να μεταφέρουν τον νεκρόν εις τον νεκρικόν θάλαμον του Α? Νεκροταφείου?.

Σε ερώτηση αν η Εκκλησία είχε για οποιοδήποτε λόγο αντίρρηση να τοποθετηθεί ο νεκρός του Καζαντζάκη σε ναό, ο αρχιεπίσκοπος έδωσε ?κατά την απογευματινή εφημερίδα? την ακόλουθη απάντηση:

?Ασφαλώς όχι. Ο Καζαντζάκης υπήρξε σοφός ανήρ. Εάν εις το παρελθόν παρεξηγήθη, τούτο είναι άσχετον και άγνωστον εις εμέ?.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών στις παραπάνω δηλώσεις του δεν απαντά στην ουσία των καταγγελθέντων, αν δηλαδή η αρχιεπισκοπή επικαλέσθηκε το ενδεχόμενο επεισοδίων για να αρνηθεί την παραχώρηση της αδείας».

Οι φαρισαίοι και ο «Αντίχριστος»

Νωπό ήταν ακόμη το χώμα στον τάφο του Καζαντζάκη, αλλά οι «γραμματείς και φαρισαίοι» των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων επέμεναν να τον υβρίζουν. Να τι έγραφε το περιοδικό «Σπίθα» που εξέδιδε ο τότε αρχιμανδρίτης και μετέπειτα Mητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης: «Και όμως, τον υβριστήν, τον μυκτηριστήν, τον βλάσφημον τούτον (?) η Ελλάς (?) εκήδευσεν εν πομπή και παρατάξει (?)». «Κατά την κηδείαν παρέστησαν ο Υπουργός των Θρησκευμάτων και Παιδείας, ένας εκ των αρχηγών της αντιπολιτεύσεως, συναρχηγός μεγάλου και ιστορικού κόμματος της Πατρίδος, βουλευταί, πρόεδροι και δήμαρχοι, δημοσιογράφοι, καλλιτέχναι, καθηγηταί, ο Πρύτανις του εν Θες/κη Παν/μίου κ. Κακριδής, σπουδασταί της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, οι οποίοι εκράτουν εις τας χείρας των αντί Ευαγγελίων τα βιβλία του Κ., το δε θλιβερώτερον εξ όλων εις την κηδείαν παρέστη και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Κρήτης κ. Ευγένιος. Ούτος αν και προειδοποιήθη εξ Αθηνών περί της αλγεινής εντυπώσεως, την οποίαν θα εδημιούργει παρά τω ευσεβεί λαώ η διά εκκλησιαστικής ακολουθίας κήδευσις του δεινού υβριστού της αμωμήτου ημών πίστεως, δεν ηθέλησε δυστυχώς να μιμηθή το παράδειγμα του Μ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Θεοκλήτου, όστις ηρνήθη να τεθή εντός ναού της πρωτευούσης, έστω και ολίγας ώρας, ο νεκρός του Κ., αλλ? υπεχώρησεν ίσως εις πίεσιν κοσμικών παραγόντων και παρέστη. Να ψάλλη ευχάς επικηδείους εις ποίον; Εις τον Αντίχριστον. Εύγε άγιε Κρήτης! Εξ αφορμής της παρουσίας του Σεβ. Μητροπολίτου Κρήτης εις την κηδείαν του αντιχρίστου, ηκούσαμεν πιστόν της Εκκλησίας τέκνον να λέγη: Πόσον επεθύμουν να ήμην Μητροπολίτης Κρήτης μίαν και μόνον ημέραν, την ημέραν της κηδείας του Κ. διά να κλείσω όλους τους ναούς της πόλεως, διά ν? απαγορεύσω εις όλους του ιερείς να παρακολουθήσουν την κηδείαν, διά να είπω προς τους επιμένοντας: πηγαίνετέ τον, κύριοί μου, εις τζαμί, εις Χάβραν, εις στοάν Μασονικήν, πηγαίνετέ τον όπου, θέλετε, αλλ? εις ναόν Ορθόδοξον δεν θα επιτρέψω?».

Η Εκκλησία της Κρήτης

Για την κηδεία του Νίκου Καζαντζακη στο Ηράκλειο ο μητροπολίτης Aρκαλοχωρίου και καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ανδρέας Νανάκης, ο οποίος συμπτωματικα γεννήθηκε τη χρονιά του θανάτου του Καζαντζάκη, σε παρέμβασή του σε επιστημονική ημερίδα, αφού δεν παρέλειψε να τονίσει τη μυωπική αντιμετώπιση από κύκλους της Εκκλησίας του μεγάλου μας συγγραφέα, σημείωσε ειδικά για την τελετή στην Κρήτη

«?Η σορός του Καζαντζάκη έφτασε στη γενέτειρά του το Ηράκλειο της Κρήτης, τη Δευτέρα 5 Νοεμβρίου. Τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά έως τις 11 το πρωί της επόμενης ημέρας. Ξεκίνησε η νεκρώσιμη ακολουθία προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Κρήτης, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Ευγενίου Ψαλιδάκη. Στην εξόδιο ακολουθία παρίστατο ο υπουργός Παιδείας Γεροκωστόπουλος, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Γ. Παπανδρέου, ο Κ. Μητσοτάκης, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ι. Θ. Κακριδής.

Ο Κρήτης Ευγένιος ήτο φυσικό να προεξάρχει της εξοδίου ακολουθίας του Νίκου Καζαντζάκη. Ο ίδιος ως χαρακτήρας ήτο μετριοπαθής και συναινετικός, οι δε σχέσεις του με τον επικεφαλής των εκκλησιαστικών σωματείων Αρχιμανδρίτη Νικόλαο Ξένο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Ενόπλων Δυνάμεων επί δικτατορίας, δεν ήταν οι καλύτερες. Υπάρχει μάλιστα και εκκλησιαστικό επιτίμιο από τον Ευγένιο προς τον τότε αρχιμανδρίτη Νικόλαο καταχωρημένο στον κώδικα της Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης?».


ΠΗΓΗ

Τα «Νοεµβριανά» του 1916*

thumb

Η βία υπήρξε το κυρίαρχο διακριτικό γνώρισµα των όσων συνέβησαν κατά τις πρώτες ηµέρες του Δεκεµβρίου 1916, στην Αθήνα. Προσέλαβε ποικίλες µορφές: ένοπλη αντιπαράθεση, άσκηση σωµατικής και ψυχολογικής πίεσης µε ανθρώπινα θύµατα και µεγάλης έκτασης υλικές ζηµιές. Συνέδραµε στην κατάφωρη παραβίαση στοιχειωδών συνταγ­µατικών δικαιωµάτων σε ατοµικό και συλλογι­κό επίπεδο, αλλά και θεµελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Τέλος, στιγµάτισε µια από τις πλέον δραµατικές σελίδες του αποκαλούµενου εθνικού διχασµού, συµβάλλοντας στην όξυνση των πνευµάτων και στη διαιώνιση των πολιτικών παθών.

Η κρίση εκδηλώθηκε ταυτόχρονα σε δύο επίπε­δα: εσωτερικό και διεθνές. Άλλωστε, σε αυτήν ακριβώς τη συγκυριακή επικάλυψη ανάµεσα σε ετερογενή φαινόµενα (ελληνικές πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις - διεξαγωγή του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου) οφείλονται οι εκρηκτικές και ανεξέλεγκτες διαστάσεις, τις οποίες προσέ­λαβε γενικότερα το Ελληνικό Ζήτηµα των ετών 1914 - 1918. Η αντιπαράθεση µεταξύ δύο διαφο­ρετικών κοινωνικών τάξεων, µε αντικείµενο τον έλεγχο και την άσκηση της εξουσίας, πήρε, προς στιγµήν, την απατηλή µορφή µιας διαφοράς γύρω από τη στάση της χώρας έναντι του πολέµου. Το δισυπόστατο της όλης υπόθεσης κυριάρχησε και στη συγκεκριµένη περίπτωση των γεγονότων του Δεκεµβρίου. Εποµένως, είναι δύσκολο να επιχει­ρήσει κανείς να διαχωρίσει τα συστατικά στοιχεία ενός συµπαγούς συνόλου και να τα εξετάσει αυ­τοδύναµα. Ίσως να ήταν και ανώφελο, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποδυναµωθεί η γενική εικόνα του φαινοµένου. Ωστόσο, είναι αδύνατη η αποφυγή αναφοράς σε επιµέρους πτυχές του τελευταίου.

Το είδος και η έκταση των εκτρόπων είναι η πρώ­τη από αυτές. Ανεξαρτήτως προέλευσης και ευ­θύνης, τα όσα διαδραµατίστηκαν κατά τις πρώ­τες ηµέρες του Δεκεµβρίου προβληµατίζουν. Ένα επαναλαµβανόµενο, την εποχή εκείνη, γεγονός (η ικανοποίηση των όρων ενός ακόµη Συµµαχι­κού τελεσιγράφου) λειτούργησε ως µοχλός απε­λευθέρωσης ενέργειας, συσσωρευµένης ήδη από καιρό. Έτσι εξηγούνται το µέγεθος της έντασης, αλλά και η έκταση που προσέλαβε αυτό το πρωτο­φανές, για τα ελληνικά δεδοµένα, ξέσπασµα. Ένα ξέσπασµα, το οποίο χαρακτηρίζει ανεξαιρέτως όλα τα εµπλεκόµενα µέρη, βενιζελικούς, αντιβε-νιζελικούς και Συµµάχους. Η αλαζονεία, το εκδι­κητικό µένος, η επίδειξη ισχύος και οι ενέργειες υπονόµευσης των θεσµών και των κανόνων της διεθνούς τάξεως, αποτελούν κοινό τόπο µεταξύ των διαφόρων πλευρών. Η επιµέρους κατανοµή κατά περίπτωση είναι απλό θέµα δοσολογίας. Επάνω σε ένα τέτοιον καµβά, είναι άραγε σκόπιµο να αναζητηθούν και να κατανεµηθούν ευθύνες; Δεν είναι αυτή η αποστολή ενός ιστορικού µελε­τητή. Παρά ταύτα, η ενδελεχής ανάγνωση του αξι­οποιήσιµου υλικού οδηγεί, αναπόφευκτα, στη συ­ναγωγή ορισµένων συµπερασµάτων. Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι το επίσηµο ελληνικό κράτος ένιωθε απειλούµενο. Ήδη από το καλοκαίρι του 1916, η ολοένα και περισσότερο παρεµβατική συµπεριφορά των χωρών της Συνεννοήσεως είχε οδηγή­σει σε µια σταδιακή αποδυνάµωση του δηµοσίου µηχανισµού και του στρατεύµατος. Επρόκειτο για µια καθ’ όλα ταπεινωτική κατάσταση για ένα κυ­ρίαρχο κράτος.

Η επαναστατική διάσταση του βενιζελικού κινή­µατος ενέτεινε την ανασφάλεια της κυβέρνησης της Αθήνας. Η τελευταία οδηγήθηκε σε σηµείο να αντικρούσει δυναµικά µια πρωτοβουλία των Συµ­µάχων (την επιβολή των όρων του τελεσιγράφου περί παράδοσης των συστοιχιών), η οποία στό­χευε στην κατάλυση και του τελευταίου ίχνους της ελληνικής κυριαρχίας. Το έπραξε, διαθέτο­ντας δύο σηµαντικά πλεονεκτήµατα έναντι των αντιπάλων της: τη στρατιωτική υπεροχή και την καλύτερη γνώση του χώρου. Επιπλέον, είχε προς στιγµή και την τύχη προς το µέρος της, καθώς το Συµµαχικό τελεσίγραφο συνέπεσε χρονικά µε την προέλαση του γερµανικού στρατού στη Βαλκανι­κή. Συνεπώς, τον Δεκέµβριο του 1916, η αντιβενιζελική παράταξη, επιχειρώντας να αξιοποιήσει µια στιγµιαία ευνοϊκή για την ίδια συγκυρία, έπαιξε συνειδητά το τελευταίο της χαρτί. Υπό αυτό το πρίσµα, η επίσηµη εκδοχή περί χρήσης του δικαι­ώµατος αυτοάµυνας έναντι µιας κατάφωρης προ­σβολής της υπόστασης του ελληνικού κράτους δεν στερείται λογικής βάσης. Όµως, σε εξίσου (εάν όχι και περισσότερο) οριακό σηµείο βρισκόταν την ίδια εποχή και η βενιζελική πλευρά, η οποία βίωνε στιγµές υπαρξιακής αγω­νίας. Το κίνηµα της Εθνικής Άµυνας και ο σχηµατι­σµός της Προσωρινής κυβέρνησης, λίγους µήνες πριν από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα. Παρά τις καταγγελί­ες περί αντισυνταγματικών ενεργειών των Ανα­κτόρων, εκείνο που κινούνταν εκτός συνταγματι­κού πλαισίου ήταν το ίδιο το βενιζελικό κίνημα. Το στοιχείο δε, το οποίο είχε φέρει τους κύκλους της Θεσσαλονίκης στο χείλος της απόγνωσης, ήταν ο δισταγμός και ο προβληματισμός των χω­ρών της Συνεννοήσεως. Η ύπαρξη του κινήματος ήταν συνυφασμένη με την αμέριστη συμπαρά­σταση των τελευταίων, κάτι που, δυστυχώς, δεν συνέβαινε. Υπό αυτές τις συνθήκες, μοναδική ελπίδα αποτελούσε μια αμετάκλητη ρήξη των ελληνοσυμμαχικών σχέσεων. Έτσι εξηγούνται και οι προνομιακές σχέσεις, που οι κύκλοι της Θεσσαλονίκης καλλιέργησαν συστηματικά με την πλέον ακραία και προκλητική πτέρυγα της Συμμαχικής παράταξης, εκείνη των μυστικών υπηρεσιών.

Κατόπιν τούτων, το ερώτημα φαντάζει αναπό­φευκτο. Τον Δεκέμβριο του 1916, μέσα στους δρόμους της Αθήνας καταπνίχθηκε εν τη γενέσει της μια βενιζελική συνωμοσία; Η απάντηση δεν είναι απλή. Μέσα από το αρχείο της Μεικτής Επι­τροπής Αποζημιώσεων αναδύονται στοιχεία, τα οποία συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας εκδοχής, καθώς αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις. Ωστό­σο, μια συνωμοσία αυτού του είδους, εάν πράγ­ματι υπήρξε, βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτι­κό στάδιο και δεν συνιστούσε ουσιαστική απειλή για τις αρχές της Αθήνας. Απλούστατα, η κυβερ­νητική παράταξη εκμεταλλεύθηκε την υπεροχή της, προχωρώντας σε προληπτικής μορφής εκκαθαριστικές ενέργειες σε βάρος των πολιτικών της αντιπάλων.

Το πρόσχημα προσέφεραν απλόχερα οι ίδιοι οι Σύμμαχοι, με την αλόγιστη πρωτοβουλία τους να ανοίξουν στην ελληνική πρωτεύουσα ένα μέ­τωπο, το οποίο δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν. Στην περίπτωση, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως έπεσαν θύματα της υπεροπτικής τους συμπερι­φοράς, της υποτίμησης του αντιπάλου και της έλλειψης συντονισμού που διέκρινε την εν γένει δραστηριότητα των διαφόρων υπηρεσιών τους. Άλλωστε, για αυτόν ακριβώς τον λόγο υπήρξαν εκείνες που εξεπλάγησαν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο από την τροπή των πραγμά­των. Συνηθισμένες να υπαγορεύουν τα αιτήματά τους από θέση ισχύος και να τα βλέπουν να ικανοποιούνται, δεν υπολόγισαν ότι με το τελεσί­γραφο της 16ης Νοεμβρίου και τη συνακόλουθη απόβαση στρατιωτικών δυνάμεων στον Πειραιά, είχαν υπερβεί το όριο ασφαλείας. Βέβαια, κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν των συμβάντων, εκφράσθηκαν ανησυχίες από την πλευρά ορι­σμένων κύκλων, όπως, λ.χ., του περιβάλλοντος της γαλλικής πρεσβείας. Ωστόσο, και εκείνοι λειτούργησαν περισσότερο ως παθητικοί θεατές ενός δαιμόνιου μηχανισμού, ο οποίος αναπτυσ­σόταν και οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση. Η στιγμιαία σύγκλιση όλων των παραπάνω παραμέτρων είχε ως συνέπεια να βιώσει η Αθή­να πρωτόγνωρες καταστάσεις, με γνωρίσματα εμφυλίου σπαραγμού, εφάμιλλες εκείνων που έμελλε να υποστεί κοντά τριάντα χρόνια αργότερα. Υπό αυτήν την έννοια, οι πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου αναδείχθηκαν διαχρονικά σε μοι­ραία εποχή για την ελληνική πρωτεύουσα. Η αξιολόγηση του έργου της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων έχει ήδη γίνει στο αρμόδιο κεφά­λαιο. Όμως, θα ήταν παράλειψη να μην τονισθεί, εκ νέου, η σημασία του αρχείου της τελευταίας για τη μελέτη σε βάθος των γεγονότων του 1916. Η επιτροπή, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε προκειμένου να λειτουργήσει αμερό­ληπτα, δεν απέφυγε να υποκύψει στην πολιτική σκοπιμότητα. Κάτι τέτοιο ήταν επόμενο, από τη στιγμή κατά την οποία ως όργανο του ελληνικού κράτους κλήθηκε να διαχειρισθεί μια εξαιρετι­κά λεπτή υπόθεση, με νωπά ακόμα τα σύνδρο­μα του πρόσφατου παρελθόντος. Ωστόσο, έχο­ντας απόλυτη συναίσθηση των ευθυνών και της αποστολής της, συνεργάσθηκε αρμονικά με τη βενιζελική διοίκηση, όχι όμως ως πειθήνιο όργα­νο της τελευταίας. Μέσα από το δύσκολο έργο της ανέδειξε τα γεγονότα ως ανθρώπινο βίωμα, υπενθυμίζοντας, παράλληλα, ότι η ταλαιπωρία, ο πόνος και ο σπαραγμός ουδέποτε άλλοτε αγγί­ζουν τόσο δραματικά μεγέθη, παρά μόνον όταν εξιστορούνται με τον απλούστερο τρόπο, από εκείνους που τα έχουν υποστεί.

* Τα γεγονότα που αναφέρονται ως «Νοεμβρια-νά», με το νέο ημερολόγιο που επικράτησε την περίοδο του μεσοπολέμου… συνέβησαν τις πρώ­τες μέρες του Δεκεμβρίου.

Πηγή: Γιάννης Μουρέλας

Τα «Νοεμβριανά» του 1916

Εκδόσεις: Πατάκης

Σελ.:380

To Βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Το... γενεαλογικό δέντρο των πρωθυπουργών

O Γιώργος Παπανδρέου είναι ο έβδομος γιος πρωθυπουργού στη νεοελληνική ιστορία, που αναδεικνύεται ο ίδιος πρωθυπουργός. Mάλλον πρόκειται για παγκόσμιο ρεκόρ στην ιστορία των σύγχρονων κρατών, με κάθε είδος αντιπροσωπευτικό σύστημα. Pεκόρ πρέπει να συνιστά και το γεγονός ότι είναι ο δεύτερος στην ίδια κατηγορία, που είχε επιπλέον και παππού πρωθυπουργό.
Το... γενεαλογικό δέντρο των πρωθυπουργών

Περίπου 40% από όσους έγιναν πρόεδροι κυβερνήσεων συνδέονταν συγγενικά με κάποιον πρώην στο ίδιο αξίωμα

Aν μάλιστα συνυπολογιστεί και η προκαποδιστριακή εποχή ως ο τρίτος που παραλαμβάνει την πρωθυπουργική σκυτάλη με παρόμοιο τρόπο. Δηλαδή από παππού σε εγγονό... Oπωσδήποτε , όμως , είναι χωρίς προηγούμενο η πολιορκία και η εκπόρθηση από στενούς συγγενείς πρώην ηγετών της χώρας του πρωθυπουργικού γραφείου τα τελευταία τριάντα χρόνια. Aπό το 1980 μέχρι σήμερα, οι πέντε από τους έξι εκλεγμένους πρωθυπουργούς ήταν συγγενείς πρώην προέδρων ελληνικών κυβερνήσεων...

Tο φαινόμενο προσφέρεται για πολλαπλές αναλύσεις. Aν συνδυαστεί και με το γεγονός ότι στα ελληνικά κοινοβουλευτικά χρονικά κι άλλοι, ακόμη περισσότεροι, συγγενείς, εξ αίματος ή αγχιστείας, πρωθυπουργών έχουν, επίσης, γίνει πρωθυπουργοί, αποκτά ευρύτερες διαστάσεις.

Συνωστισμός

Aν, ακόμη, ιδωθεί το ίδιο φαινόμενο με φόντο το νεοελληνικό πολιτικό ορίζοντα διαφορετικών εποχών, όπου συνήθως παρατηρείται συνωστισμός απογόνων υπουργών και βουλευτών σε υπουργικά γραφεία και τα έδρανα της Bουλής, αρχίζει η αμφιβολία για την ποιότητα του αντιπροσωπευτικού συστήματος.

O καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου K. Xρυσόγονος σε μια πρόσφατη προσέγγιση του φαινομένου (« H Iδιωτική δημοκρατία», από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία») , συμπεραίνει σχετικά: «Πολιτικές ‘δυναστείες’ υπήρχαν στην Eλλάδα από το 19ο αιώνα και εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα σε όλα τα επίπεδα. Έτσι από τους 93 πρωθυπουργούς που θήτευσαν από το 1828 έως το 2007 (συνυπολογίζοντας και τις κυβερνήσεις δοσιλόγων κατά τη διάρκεια της Kατοχής), τουλάχιστον 21, δηλ. ποσοστό 22,5%, συνδέονταν μεταξύ τους με στενή συγγενική σχέση, σε ευθεία (πατέρας και γιος και σε μια περίπτωση και εγγονός) ή σε πλάγια γραμμή (θείος και ανιψιός ή εξάδελφοι)».

Tο σχετικά μεγάλο ποσοστό, το οποίο τεκμηριώνει με την αναφορά ηγετικών τζακιών, δεν είναι πλήρες. Aπό μια πιο εξαντλητική έρευνα της οικογενειακής κατάστασης όλων των νεοελλήνων πρωθυπουργών, κάποιου είδους συγγενικές σχέσεις με προηγούμενους αρχηγούς κυβερνήσεων, προκύπτει ότι έχει πολύ μεγαλύτερος αριθμός (37 πρωθυπουργοί και ποσοστό που πλησιάζει το 40%)!

H «κληρονομική» διαδοχή σε αιρετά αξιώματα δεν είναι ασφαλώς αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Aλλά η συχνότητά της στα καθ΄ ημάς αποτελεί μια διεθνή πρωτοτυπία.

Ερμηνείες

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν έγκυρες αναλυτικές μελέτες με ερμηνείες του φαινομένου. Mε λίγες εξαιρέσεις οι σχετικές αναφορές εξαντλούνται σε μάλλον συγκυριακές - επιφανειακές αναλύσεις του τύπου «οικογενειοκρατία», «πολιτικά τζάκια», «δυναστείες» και τα συναφή. Συνήθως γίνεται επίκληση της ισχύος, του πραγματικού ή μεταφορικού πλούτου, τις πελατειακές σχέσεις κι άλλα παρόμοια μέσα, που διαθέτουν τα οικογενειακά πολιτικά δίκτυα.

Aσφαλώς, τα περισσότερα απ΄ αυτά ή και όλα μαζί είναι υπαρκτά. Πλην, όμως, πρόκειται για πιο πολυδρομικές επικοινωνίες μεταξύ θεσμών και προσώπων, με τον πολιτικό πολισμό μας, το πολιτικό και κομματικό σύστημα, όπως εμφανίστηκε, εξελίχτηκε και λειτουργεί. Eρωτήματα του τύπου γιατί η κληρονομική διαδοχή και οι δυναστείες εξακολουθούν όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά να ενισχύονται κατά καιρούς και να εγκρίνονται με τη λαϊκή ψήφο απαιτούν σύνθετες απαντήσεις.

Oι «διαδοχές» σ’ ευθεία είτε πλάγια γραμμή

Φυσικά, εκτός από τους γιους υπάρχουν και οι άλλοι περισσότερο ή λιγότερο στενοί συγγενείς πρωθυπουργών που γίνονται πρωθυπουργοί. Aνάμεσά τους βρίσκονται:

Aδέλφια , όπως ο Zηνόβιος Bάλβης δυο φορές το 1863 - 1864 και ο αδελφός του Δημήτριος το 1886.
Ξαδέλφια , όπως ο Θεόδωρος Δηληγιάννης πέντε φορές το 1885, 1890, 1895, 1902, 1904 και Nικόλαος το 1895.
Γαμπροί, όπως ο Mπενιζέλος Pούφος του Γ. Kουντουριώτη
H πιο συνηθισμένη, όμως, διαδοχή είναι μεταξύ θείου και ανιψιού:
Kυριακούλης και Στυλιανός Mαυρομιχάλης το 1909 και 1963 αντιστοίχως.
Παναγής και Kωνσταντίνος Tσαλδάρης. O θείος έγινε δυο φορές πρωθυπουργός (1932 και 1933), ο ανιψιός τρεις (1946 και 1947).
Δημήτριος Γούναρης και Παναγιώτης Kανελλόπουλος. O πρώτος το 1915 και 1917, ο δεύτερος το 1945 και 1967.
Eλευθέριος Bενιζέλος και Kωνσταντίνος Mητσοτάκης (ο επίτιμος είχε συγγένεια με τον εθνάρχη).
Kωνσταντίνος Kαραμανλής και Kώστας Kαραμανλής.
Συγγενικές σχέσεις είχαν μεταξύ τους κι άλλοι πρωθυπουργοί. Aνάμεσά τους:
O Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος με τον Σπυρίδωνα Tρικούπη
O Aλ. Kορυζής, με τον Aλ. Kουμουνδούρο.
Oι Πέτρος Bούλγαρης και Aντώνης Kριεζής με τον Δημήτριο Bούλγαρη.
O Aνδρέας Mεταξάς με τον Iωάννη Mεταξά.
O Σπυρίδων Λάμπρου με τον Παναγή Tσαλδάρη.

Συγγένειες πρώτου βαθμού

A) Aπό παππού σε γιο και εγγονό

O Δημήτριος Pάλλης (1844-1921) πέντε φορές πρωθυπουργός (1897, 1903, 1905, 1909 και 1920-21). O γιος του Iωάννης (1878-1946) μια φορά (κατοχικός 1943-44). Γιος και εγγονός ήταν ο Γεώργιος (1918-2006) μια φορά πρωθυπουργός ( 1980-81). Aξίζει να σημειωθεί ότι Γ. Pάλλης ήταν και εγγονός πρωθυπουργού από τη μητέρα του (κόρη του Γ. Θεοτόκη).
O Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968) τέσσερις φορές πρωθυπουργός (1944, 1944-1945, 1963 και 1964-65 ). O Aνδρέας Παπανδρέου (1919-1996) τρεις (1981-85, 1985- 89 και 1993-96). O εγγονός και γιος Γιώργος μόλις άρχισε την πρώτη θητεία.
O Διομήδης Kυριακός (1811-69) κατέκτησε το αξίωμα μια φορά (1863). Tο ίδιο και ογδόντα χρόνια αργότερα (1949) ο εγγονός του Aλέξανδρος Διομήδης - Kυριακός (1875-1951)

Στην ίδια κατηγορία θα μπορούσε να προστεθεί άλλη μια περίπτωση. Πρόκειται για τον Γεώργιο Kουντουριώτη (1782-1858) , που κάθισε στην καρέκλα μια φορά (1848) και ο εγγονός του Παύλος (1855-1935) έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924-1929).

B) Aπό πατέρα σε γιο

O Σπυρίδων Tρικούπης (1788-1873) υπήρξε ο πρόεδρος (πρωθυπουργός) του πρώτου νεοελληνικού υπουργικού συμβουλίου (1833). O γιος του Xαρίλαος (1832-1896) διατέλεσε εφτά φορές πρωθυπουργός ((1875, 1878, 1880, 1882-85, 1886-90, 1892-3 και 1893-1895).
O Θρασύβουλος Zαΐμης (1825-1889) δυο φορές πρωθυπουργός (1869-70 και 1871). O γιος του Aλέξανδρος οχτώ φορές πρωθυπουργός (1897, 1901, 1915, 1916, 1917, 1926, 1927 και 1928) και Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1929-1935). Aς προστεθεί ότι ο Aνδρέας πατέρας του πρώτου και παππούς του δεύτερου είχε διατελέσει πριν την έλευση του Kαποδίστρια και μετά τη δολοφονία του πρόεδρος της «Διοικητικής Eπιτροπής Eλλάδος» (αξίωμα ανάλογο του πρωθυπουργού).
O Eλευθέριος Bενιζέλος (1864-1936) εννιά φορές πρωθυπουργός (1910-15, 1915, 1917-20, 1924, 1928-29, 1929-32, 1932, 1932-33, 1933) . O γιος του Σοφοκλής ορκίστηκε πέντε φορές (1944 και κατά διαστήματα το 1950-51).
O Γεώργιος Θεοτόκης (1844-1916) τέσσερις φορές (1899-1901, 1903 και 1903-05) . O γιος του Iωάννης (1880-1961) μια (1950).

ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΥ, Ημερησία, 10/10/2009

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Ο Θάνατος 4 πρωθυπουργών Βενιζέλος, Μεταξάς, Κορυζής, Παπάγος - Βίντεο

Φοβερή αποκάλυψη του παλαιοΠασόκου δημοσιογράφου Σπύρου Χατζάρα, τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 1 Απρίλη 2011 στο κανάλι «Blue-Sky»: Ο 55χρονος Χατζάρας αποκαλύπτει πως ο Ιωάννης Μεταξάς δολοφονήθηκε στο σπίτι του εκδότου του «Βήματος» και των «Νέων» Δημητρίου Λαμπράκη (πατρός του Χρήστου Λαμπράκη, του δημιουργού του Μεγάρου Μουσικής). Όπως θα ακούσετε τον Σπυράκο Χατζάρα να λέει, την παραμονή του θανάτου του 25 ή 26 Γενάρη 1941, ο Ιωάννης Μεταξάς πήγε επίσκεψη στο σπίτι του Δημητρίου Λαμπράκη κι εκεί τον κέρασαν μία δηλητηριασμένη πορτοκαλάδα. Ο γιός του γιατρού του Μεταξά αποκάλυψε στον Χατζάρα το φρικτό μυστικό, αφού ξέραμε μεν πως οι Άγγλοι σκότωσαν τον Μεταξά, αλλά αγνοούσαμε ποιός ήταν το εκτελεστικό τους όργανο: Ήταν ο πράκτορας της Ιντέλλιτζενς Σέρβις, Δημήτριος Λαμπράκης!...
Προσέξτε επίσης τί φοβερά πράγματα λέει ο καλεσμένος του Χατζάρα, καθηγητής της Ιστορίας Δημήτρης Μιχαλόπουλος: Το πιστοποιητικό θανάτου του Μεταξά το υπέγραψε ο μέγας γιατρός της εποχής Γερουλάνος (παππούς του σημερινού υπουργού Πολιτισμού), ενώ δεν έχει ακόμη εκδοθει το πιστοποιητικό θανάτου του Παπάγου, τον οποίον επίσης δολοφόνησαν οι Άγγλοι, κατά τον καθηγητή Μιχαλόπουλο, διότι τα είχε βρεί με τους Γερμανούς.

Ο Δίκερως, Μέγας Αλέξανδρος το Ισλάμ και το κοράνι

Ο Δίκερως και το Ισλάμ του κ. Δημήτρη Μιχαλόπουλου διευθυντή του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών.

Με σημείο αναφοράς (και) το Κοράνι ο

γράφει για την παλαιά αντίληψη των Μουσουλμάνων που θέλει τον Μέγα Αλέξανδρο πρωτεργάτη στον σχηματισμό ενός «οικουμενικού κράτους» για την εξάπλωση της θρησκείας τους

Σύμφωνα με τη δυτική αντίληψη, ο Μωάμεθ υπήρξε η απάντηση της Ασίας στον Μέγα Αλέξανδρο: όπως ο δεύτερος μπήκε από την Ευρώπη στην Ασία και στην Αφρική διαμορφώνοντας, μέσω του ελληνικού πολιτισμού, Κράτος οικουμενικό, έτσι και οι οπαδοί του Προφήτη ξεχύθηκαν από την Ασία στην Αφρική και στην Ευρώπη σχηματίζοντας την Ούμμα, δηλαδή την Κοινότητα των Πιστών, μέσα στην οποία κατέρρευσαν οι εθνικές και, ίσαμε ένα βαθμό τουλάχιστον, οι κοινωνικές διαφορές. Θεωρητικώς λοιπόν το Ισλάμ θα έπρεπε να βλέπει δυσμενώς τόσο τον βασιλιά από τη Μακεδονία όσο και τους Ελληνες γενικώς. Συμβαίνει, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Πράγματι, οι μεν Ελληνες αντιμετωπίζονται, παραδοσιακώς τουλάχιστον, ως λαός φιλικός προς τους πιστούς, ενώ στον Αλέξανδρο αναγνωρίζεται ρόλος στο ευρύτερο σχέδιο του Θεού για τον κόσμο.

Με λίγα λόγια, οι φάλαγγες των Μακεδόνων και των συμμάχων τους ενοποίησαν χώρες διάφορες, ώστε να διευκολυνθεί η διάδοση της μουσουλμανικής πίστης. Αυτό το επίτευγμα αποδόθηκε οπωσδήποτε στους Ελληνες, οι οποίοι στο Κοράνι επέχουν θέση περίπου ομοθρήσκων. «Οι Ελληνες νικήθηκαν», είπε ο Μωάμεθ, όταν τα περσικά στρατεύματα σάρωναν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τη δεύτερη δεκαετία του 7ου αι., «... αλλά», συνέχισε, «θα νικήσουν με τη σειρά τους, μέσα σε λίγα χρόνια... Τοτε οι πιστοί θα χαρούν για τη νίκη αυτήν που θα έχει γίνει με τη βοήθεια του Θεού ο οποίος βοηθάει όποιον θέλει...» (Κοράνι, ΧΧΧ, 1-4).

Σύμφωνα με τη γνώμη έμπειρων ερευνητών, όσο οξύμωρο και αν ηχεί τούτο, η νίκη, το 629, του Ηρακλείου κατά των Περσών θεωρήθηκε εκπλήρωση της πρόρρησης του Μωάμεθ (που αντιπαθούσε τους τελευταίους γιατί ήταν πυρολάτρες), συνέβαλε στην εδραίωση του Ισλάμ και, συνακολούθως, στις νέες ήττες των Ελλήνων ­ από τους Αραβες αυτή τη φορά. Βέβαια, οι Μουσουλμάνοι, καιρό μετά την επικράτησή τους στην Παλαιστίνη και στη Συρία, απέφευγαν να καταστρέψουν πλήρως το παλιό διοικητικό σύστημαΩ απεναντίας, διατήρησαν την παλιά χριστιανική γραφειοκρατία. Η περίπτωση του Ιωάννη Δαμασκηνού, πρωτοσυμβούλου του χαλίφη, φαίνεται πως, εκείνη την εποχή, τον 8ο αι. δηλαδή, ήταν κανόνας μάλλον παρά εξαίρεση.

Με λίγα λόγια, οι Μουσουλμάνοι θεώρησαν πεδίο εξάπλωσης της θρησκείας τους την οικουμένη, πρωτεργάτης στον σχηματισμό της οποίας είχε αναδειχθεί ο Μέγας Αλέξανδρος. Η οικουμένη είχε βεβαίως ακούσει τον λόγο του Ιησού, αλλά η ειδωλολατρία δεν είχε εξαφανιστεί από παντού: έπρεπε λοιπόν να εκριζωθεί βιαίως...

... Ωστε να γίνει το θέλημα του Θεού, η εκπλήρωση του οποίου είχε αρχίσει με τον Μέγα Αλέξανδρο. Αυτός ο τελευταίος αποκαλείται στο Κοράνι Δίκερως (Δουλ'Καρνέιν στα Αραβικά). Γιατί; Πολλές ερμηνείες προτείνονται. Σύμφωνα με την ευλογοφανέστερη, εκείνοι που αλλάζουν τον ρουν της Ιστορίας καταλήγουν κερασφόροι: τα πλευρά του κρανίου φουσκώνουν τόσο εξαιτίας της εσωτερικής έντασης, ώστε μεταβάλλονται σε προεξοχές. Γι' αυτό ο Μωυσής του Μιχαήλ Αγγέλου στη Ρώμη είναι με κέρατα όπως και ο Βούδας κάποτε ή και πρόσωπα σε χριστιανικές εικόνες.

Στο Κοράνι πάντως περιέχεται λυρική εξιστόρηση του έργου του Μεγάλου Αλεξάνδρου (XVIII, 82-110): Ο Θεός στερέωσε τη δύναμή του επί της γης και του επέτρεψε να πραγματοποιήσει ό,τι επιθυμούσε. Ο βασιλιάς, από την πλευρά του, έφτασε στα πέρατα της γης. Πήγε μάλιστα και στο σημείο από όπου ξεχύνονται στον κόσμο οι Γωγ και ΜαγώγΩ άκουσε τις παρακλήσεις του λαού που ζούσε εκεί και έχτισε, με «πέτρες σιδερένιες» και λιωμένο χαλκό, φράγμα για να προστατεύσει την οικουμένη από αυτούς.

Ποιοι είναι οι Γωγ και Μαγώγ; Μια κατά γράμμα απάντηση αποκαλύπτει ειρωνεία της Ιστορίας. Πράγματι, με την ονομασία αυτή συμβατικώς νοούνται οι λαοί της κεντρασιατικής στέπας, φύλα τουρανικά δηλαδή, η μεταγενέστερη ένταξη των οποίων στον κόσμο του Ισλάμ προσέδωσε ισχύ σε αυτό το τελευταίο και είχε τελικά ως αποτέλεσμα την κατάλυση του ελληνικού μεσαιωνικού Κράτους. Είναι πολύ αμφίβολο όμως κατά πόσον στο Κοράνι εκλαμβάνονται κυριολεκτικώς οι εν λόγω Γωγ και ΜαγώγΩ μάλλον μεταφορικώς αναφέρονται και πρέπει να νοηθούν ως οι δυνάμεις, γενικώς, της βίας, της αναταραχής και της καταστροφής. Με λίγα λόγια, ο Αλέξανδρος έδιωξε από τον κόσμο το χάος και σχημάτισε οικουμένη έτοιμη να στραφεί στη λατρεία του Μοναδικού Θεού.

Συνεπώς, κατά το Κοράνι, εφόσον ο Μέγας Αλέξανδρος έδρασε ως όργανο της θείας βούλησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδωλολάτρης. Το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων είναι κατηγορηματικό σχετικώς: Πράγματι, ο Μακεδών εμφανίζεται να λέει: «Είμαι άνθρωπος σας εσάς, αλλά μου αποκαλύφθηκε ότι δεν υπάρχει παρά ένας Θεός. Οποιοσδήποτε (λοιπόν) ελπίζει πως θα εμφανιστεί μια μέρα μπροστά στον Κύριο να κάνει το καλό και να μην εμπλέκει κανένα δημιούργημα στη λατρεία του Κυρίου».

Ολα αυτά είναι, βέβαια, κολακευτικά για εμάς τους Ελληνες, μα τι νόημα έχουν σε τελευταία ανάλυση; Το Ισλάμ βασίζεται σε αντίληψη της Ιστορίας απλουστευτική μεν αλλά «συμπαγή» και στέρεη. Πράγματι, κατά τους Μουσουλμάνους, ο Θεός έστειλε πολλούς προφήτες στους ανθρώπους, αλλά αυτοί τους αγνόησαν. Ο Δίκερως λοιπόν, ο Μέγας Αλέξανδρος, ανέλαβε να ενοποιήσει τον κόσμο εξοβελίζοντας τις δυνάμεις του χάους που, στην ουσία, δεν είναι παρά οι δυνάμεις του κακού. Ετσι άνοιξε ο δρόμος στην εξάπλωση του Μονοθεϊσμού. Επιπλέον, ο Αλέξανδρος συγκαταλέχθηκε στους λίγους εκείνους που άνωθεν πήραν το δικαίωμα να μιλάν για το τέλος της Ιστορίας.

Αυτές οι προρρήσεις περιλαμβάνονται στο Κοράνι (XVIII, 98-108) και αμυδρά έστω θυμίζουν την Αποκάλυψιν του Ιωάννη (κ', 7-10): Καθώς θα τελειώνει ο χρόνος (ανθρώπινο εφεύρημα), το φράγμα που έστησε ο Μέγας Αλέξανδρος θα διαρραγεί σύμφωνα με τη θεία βούληση και οι δυνάμεις του χάους θα ξεχυθούν στον κόσμο. Τότε θα ηχήσει η σάλπιγγα, τοθέλημα του Θεού θα επιβληθεί οριστικά και «άπιστοι» θα ριχτούν στη γέενα, τόπο φωτιάς: Η Ιστορία θα τελειώσει.

Και, βέβαια, ενδιαφέρον παρουσιάζει άποψη μουσουλμάνων διανοουμένων ότι οι Γωγ και Μαγώγ έχουν ήδη εισβάλει στον κόσμο μας. Από πού απορρέει όμως αυτή η αντίληψη; Και ποιες δυνάμεις μπορούν, στις μέρες μας, να θεωρηθούν χαοτικές;

Ολα αυτά είναι, βέβαια, μια άλλη ιστορία...

Ο κ. Δημήτρης Μιχαλόπουλος είναι διευθυντής του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών.

ΠΗΓΗ

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Oι βιογραφίες των κατοχικών πρωθυπουργών

Παρακάτω παρουσιάζουμε τα (αυτο)βιογραφικά βιβλία-απολογίες που γράφτηκαν από/για τους τρεις δωσίλογους κατοχικούς πρωθυπουργούς για να τα διαβάσετε πατήστε πάνω στην γραμμή εργαλείων το κουμπί fullscreen για καλύτερη ανάγνωση

Γεώργιος Τσολάκογλου
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Γεώργιος Τσολάκογλου του Κωνσταντίνου (Ρεντίνα Αγράφων, Απρίλιος 1886 – Αθήνα, 22 Μαΐου 1948) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, διορισμένος πρωθυπουργός κατά την περίοδο κατοχής της Χώρας 1941–1942.
Το πραγματικό του επίθετο ήταν Τσολάκογλους και ήταν αμφιθαλής αδελφός του αντιστράτηγου Νικολάου Σπυρόπουλου. Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό και στη συνέχεια εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία αποφοίτησε το 1912 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού.

Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ο Τσολάκογλου συμμετείχε στις κυριότερες μάχες στους Βαλκανικούς Πολέμους, και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και προάχθηκε κατ΄ εκλογή σε λοχαγό και ταγματάρχη και υπηρέτησε στο επιτελείο της 1ης Μεραρχίας στην οποία και αργότερα ανέλαβε επιτελάρχης. Συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ουκρανία και στην Μικρασιατική εκστρατεία ως διοικητής τάγματος ευζώνων του 1/39ου και αργότερα ως επιτελάρχης της 4ης Μεραρχίας, κατά την επίθεση του Αυγούστου το 1922. Στην επακολουθήσασα σύμπτυξη του Α΄ Σώματος Στρατού στο οποίο ανήκε ακολούθησε στην αρχή την φάλαγγα του στρατηγού Τρικούπη και λίγο πριν την Σμύρνη την φάλαγγα του στρατηγού Φράγκου. Αντισυνταγματάρχης το 1923, συνταγματάρχης το 1925 και ανώτατος πλέον αξιωματικός το 1935 διοίκησε διαδοχικά: Μεραρχία, την Σχολή Ευελπίδων, και το Γ΄ Σώμα στρατού, του οποίου την διοίκηση ανέλαβε αφού παρέδωσε τη διοίκηση Κρήτης που είχε αναλάβει το 1938, όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Το 1940, είχε φθάσει στον βαθμό του αντιστρατήγου και ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού (Δυτική Μακεδονία). Μετά την επίθεση των Ιταλών κατά τη μάχη του Μόραβα, με επιτυχημένο ελιγμό, και παρά τους δισταγμούς των ανωτέρων του, συνέβαλε στη πλήρη νίκη του υπ' αυτού Σώματος στρατού. Μετά την επίθεση όμως των Γερμανών κατά της Ελλάδος (6 Απριλίου 1941), την βαθιά στην συνέχεια διείσδυση αυτών προς την Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου του 1941 και την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, ο Τσολάκογλου και ορισμένοι άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού έλαβαν την πρωτοβουλία για συνθηκολόγηση, κρίνοντας εκείνοι πως κάθε αντίσταση στους κατακτητές θα ήταν μάταιη.

Έτσι, στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ (Σεπ) Ντήτριχ (Josef "Sepp" Dietrich), στο Βοτονόσι του Μετσόβου. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά.
Την επόμενη ημέρα (21 Απριλίου) στην Λάρισα, ο Τσολάκογλου, «υπό το κράτος βίας», υπέγραψε ως διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς. Εκ μέρους των Γερμανών, το πρωτόκολλο της παράδοσης συνυπέγραψε ο αρχηγός των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγός φον Γκράιφφενμπεργκ (von Greinffenberg).

Στις 23 Απριλίου, ο Τσολάκογλου αναγκάσθηκε να υπογράψει στην Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) και τον Ιταλό στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο (Alberto Ferrero), για να ικανοποιηθεί και το γόητρο των Ιταλών.

Στα απομνημονεύματα του,[1] ο Τσολάκογλου γράφει:

«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος: Ή ν' αφήσω να συνεχισθη ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατου ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως... "Τολμήσας" δεν υπελόγισα ευθύνας... Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.»

Στις 30 Απριλίου του 1941 και ώρα 11 το πρωί ο Τσολάκογλου, χωρίς την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, που είχε αρνηθεί να τον ορκίσει, ορκίσθηκε από μόνος του (- διορίστηκε) στα Παλαιά Ανάκτορα, (σημερινή Βουλή), παρουσία των ανωτάτων διοικητών των δυνάμεων κατοχής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου του 1942. Κατά την πρωθυπουργία του προσπάθησε να διατηρήσει τη δραχμή ως κατοχικό νόμισμα, πλην όμως η δέσμευσή του από τις Αρχές κατοχής είχε σαν συνέπεια τη συνεχή υποτίμηση, που οδήγησε σε ραγδαίες αυξήσεις τιμών και πείνα, ενώ η χρυσή λίρα τότε αποθησαυριζόταν. Για την κατάσταση εκείνη οι Γερμανοί επέρριψαν ακέραιη την ευθύνη στους Ιταλούς που δεν έπραξαν τίποτε, κατά αρμοδιότητα που διατηρούσαν, για να προλάβουν αυτή την οικονομική εξέλιξη, αν και εισήγαγαν στη συνέχεια τη λεγόμενη "μεσογειακή δραχμή". Τελικά ο Τσολάκογλου παραιτούμενος από το αξίωμά του, μετά από πολλές πιέσεις που του άσκησαν εγγράφως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί, μεταξύ των οποίων οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος, Πάγκαλος, ακόμη και ο Ράλλης, αλλά και μετά από δύο ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τους Γερμανούς (Βερολίνο - Σεπτέμβριος 1942) και Ιταλούς (Ρώμη - Οκτώβριος 1942), που αφορούσαν τα ελληνικά δημοσιονομικά, στη συνέχεια ιδιώτευσε. Στην πρώτη αυτή κατοχική κυβέρνηση συμμετείχαν οι άλλοι δύο αντιστράτηγοι της συνθηκολόγησης, Δεμέστιχας και Μπάκος, ο επόμενος κατοχικός πρωθυπουργός (ιατρός) Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που τελούσε χρέη αντιπροέδρου, καθώς και ο τότε υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης που διατηρήθηκε στην ίδια θέση από την επόμενη κυβέρνηση.Μετά την απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και παραπέμφθηκε στο δια της Συντακτικής Πράξεως με αριθμό 6/1945 συσταθέν Ειδικό Δικαστήριο, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση που είχε προβεί με τον εχθρό, χαρακτηριζόμενη ως «συνθηκολόγησιν εν ανοικτώ πεδίω» και «πριν η υπ' αυτόν στρατιωτική δύναμις εκπληρώση πάν ό,τι το στρατιωτικόν καθήκον επιβάλλει» , καθώς και για εθνική αναξιότητα για την συνεργασία του, στη συνέχεια, με τις κατοχικές Δυνάμεις, αναλαμβάνοντας Πρωθυπουργός της χώρας. Στις 31 Μαΐου του 1945, το Ειδικό αυτό Δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά το Συμβούλιο Χαρίτων μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη.Έχοντας προσβληθεί από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), όπου και πέθανε τον Μάιο του 1948. Η κηδεία του έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο
Γεώργιος Τσολάκογλου - Απομνημονεύματα [Ακρόπολη 1959]




Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος
Ο Κωνσταντίνος Ι. Λογοθετόπουλος (Ναύπλιο, 1878 – Αθήνα, 8 Ιουλίου 1961) ήταν διακεκριμένος έλληνας καθηγητής της Ιατρικής, αλλά και πρωθυπουργός μιας διορισμένης από τους Γερμανούς κατοχικής κυβέρνησης από τις 2 Δεκεμβρίου 1942 έως τις 7 Απριλίου 1943. Για τη συνεργασία του με τους κατακτητές καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, αλλά αργότερα έλαβε χάρη και πέθανε τελικά εκτός φυλακής.
Σπουδές και στρατιωτική θητεία
Ο Λογοθετόπουλος σπούδασε Ιατρική στο Μόναχο. Με την αποφοίτησή του το 1903 παρέμεινε στη Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Μονάχου, για να εργαστεί πρώτα ως βοηθός του καθηγητή Amann, κατόπιν ως επιμελητής και τέλος ως υφηγητής. Το 1910 επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε ιδιωτική χειρουργική γυναικολογική και μαιευτική κλινική δυναμικότητας 40 κλινών.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, αρχικά ως έφεδρος χειρουργός ιατρός στο Γ΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και κατόπιν στο χειρουργείο της Σκάλας Σταυρού. Το 1913, με το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Αθήνα και παραχώρησε την ιδιωτική κλινική του για τη δωρεάν περίθαλψη 50 τραυματιών αξιωματικών. Απολύθηκε από το Στρατό το 1916. Το 1922 επιστρατεύθηκε ξανά για να υπηρετήσει στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Για την προσφορά του τιμήθηκε με πολεμικά μετάλλια και με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρα.
Ιατρική καριέρα
Το 1922 ανέλαβε την έδρα της Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τη θέση αυτή ανέπτυξε αξιόλογη επιστημονική δραστηριότητα και συνέβαλε στην ίδρυση νέων νοσοκομειακών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και το πρώτο Αντικαρκινικό Ινστιτούτο το 1924 στο Αρεταίειο με δωρεά του Ζαχάρωφ.

Διετέλεσε κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής (1928–1929), και αργότερα πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών (1932–1933). Επί πρυτανείας του εγκαινιάστηκαν τα Εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής στο Γουδί. Την ίδια εποχή εγκαινιάστηκαν πανεπιστημιακές κλινικές στα νοσοκομεία Λαϊκό και Ιπποκράτειο, και θεμελιώθηκε το Δημόσιο Μαιευτήριο Αθηνών, το μετέπειτα «Αλεξάνδρα».

Συνέγραψε πολλές επιστημονικές εργασίες καθώς και ένα ιατρικό εγχειρίδιο Γυναικολογίας στα γερμανικά. Ανέδειξε πολλούς νέους γιατρούς, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης.
Λέγεται επίσης ότι ήταν πλούσιος ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων στην περιοχή της Αθήνας. Γενικά ήταν από τα υψηλά μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας: μέλος μασονικής στοάς[1], ιδρυτικό στέλεχος του Ναυτικού Ομίλου Αθηνών, από τους ιδρυτές της Κοινότητας Καλαμακίου κ.λπ.Ήταν νυμφευμένος με την ανιψιά του Γερμανού Στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ[2] και λίγο πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου.

Κατοχική κυβέρνηση
Στις 27 Απριλίου 1941, με την είσοδο του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, ο γερμανόφιλος Λογοθετόπουλος ήταν από τους πρώτους που έτρεξαν να συγχαρούν το γερμανό πρέσβη για την «επιτυχία» της χώρας του. Λίγες ημέρες αργότερα διορίσθηκε αντιπρόεδρος και υπουργός Προνοίας και Παιδείας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Τον επόμενο χρόνο, ενώ η Ελλάδα υπέφερε τα πάνδεινα, ίδρυσε την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στα τέλη του 1942 διορίστηκε πρωθυπουργός της ναζιστικής «Ελληνικής Πολιτείας». Η κυβέρνησή του ανέλαβε να επιστρατεύσει έλληνες που θα πολεμούσαν ως εθελοντές στο Ανατολικό Μέτωπο ή θα εργάζονταν σε γερμανικά εργοστάσια, αλλά και τα δύο σχέδια απέτυχαν χάρη στη λαϊκή κατακραυγή. Τελικά η θητεία του διήρκεσε μόλις τέσσερις μήνες, αφού τον Απρίλιο του 1943 οι γερμανοί τον αντικατέστησαν με τον Ιωάννη Ράλλη, επιθυμώντας έναν πιο δυναμικό πρωθυπουργό για την αντιμετώπιση του αναδυόμενου ΕΑΜ. Στα απομνημονεύματά του ο Λογοθετόπουλος αξιοποιεί την «απόλυσή» του για να σώσει την υστεροφημία του, υποστηρίζοντας ότι ο πραγματικός λόγος της ήταν οι διαρκείς αντιρρήσεις που έφερνε στους κατακτητές.

Δίκη, αμνήστευση και θάνατοςΜε την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής το φθινόπωρο του 1944, ο Λογοθετόπουλος διέφυγε στη Γερμανία και εκεί τελικά παραδόθηκε στον Αμερικανικό Στρατό. Το 1945 καταδικάστηκε ερήμην από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων σε ισόβια κάθειρξη, για τη συνεργασία του με το στρατό κατοχής.

Το 1946 μεταφέρθηκε με αμερικανικό μεταγωγικό αεροπλάνο στη Θεσσαλονίκη και παραδόθηκε στις ελληνικές αρχές, οι οποίες τον οδήγησαν στη φυλακή για να εκτίσει την ποινή του. Όμως το 1951 του απενεμήθη χάρη και έτσι πέθανε εκτός φυλακής, στιγματισμένος και περιφρονημένος, δέκα χρόνια αργότερα. Όπως και οι άλλοι δύο κατοχικοί πρωθυπουργοί, έτσι και ο Λογοθετόπουλος παρουσίασε την απολογία του σε βιβλίο με τίτλο «Ιδού η αλήθεια» (Αθήναι 1948, 207 σελίδες).

Σήμερα θεωρείται ως μία από τις εξέχουσες μορφές της Ιατρικής στον ελλαδικό χώρο, ωστόσο η επιστημονική προσφορά του σκιάζεται από την πολιτική δράση του. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι εκτός από πρωθυπουργός της δωσιλογικής κυβέρνησης ήταν και ιδεολογικά ναζιστής, έχοντας αρθρογραφήσει σχετικά σε κατοχικά έντυπα. Κατηγορείται επίσης ότι έκλεισε τα μάτια απέναντι στα σχέδια των κατακτητών για εξολόθρευση των ελλήνων Εβραίων, παρά τις εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων δημοσίων προσώπων

Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος - Ιδού η αλήθεια [1948]


Ιωάννης Ράλλης

Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης (Αθήνα, 1878 – Αθήνα, 26 Οκτωβρίου 1946) ήταν Έλληνας πολιτικός, Μακεδονομάχος, αλλά και συνεργάτης και πρωθυπουργός της δωσίλογης κυβέρνησης των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων από τις 7 Απριλίου του 1943 μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1944.

Ο Ιωάννης Ράλλης ήταν γιος του Δημητρίου Ράλλη, διακεκριμένου Αθηναίου πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη.

Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και σπούδασε νομικά συμπληρώνοντας τις σπουδές του στην Γαλλία και την Γερμανία, για να επιδοθεί στην συνέχεια στην δικηγορία.

Η πρώτη σημαντική ανάμειξη του Ιωάννη Ράλλη στα κοινά της Ελλάδας έγινε την άνοιξη του 1904, όταν, μαζί με τον Δημήτρη Καλαποθάκη, τον Στέφανο Δραγούμη, τον Πέτρο Σαρόγλου, τον Παύλο Μελά και άλλους, δημιούργησε το Μυστικό Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο για την δημιουργία αντάρτικου στην υπό οθωμανική κατοχή Μακεδονία. Το 1906 αναμείχθηκε στη πολιτική και εξελέγη πρώτα βουλευτής Μεγάρων, επανεκλεγείς έκτοτε σε όλες σχεδόν τις μέχρι τού 1936 εκλογές βουλευτής, άλλοτε Αττικής και άλλοτε Αθηνών. Υπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά το 1920 (επί κυβερνήσεως Δημητρίου Ράλλη) το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά το Υπουργείο Ναυτικών. Αργότερα, πολιτεύθηκε με το φιλοβασιλικό Λαϊκό Κόμμα και, επί κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη, κατέλαβε για λίγους μήνες το Υπουργείο Εξωτερικών και μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1933 το Υπουργείο Εσωτερικών και Αεροπορίας (Μάρτιος – Αύγουστος 1933). Μετά από διαφωνία του με τον Τσαλδάρη, παραιτήθηκε από την κυβέρνηση. Στις εκλογές όμως τού 1935 απέτυχε να εκλεγεί, οπότε μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά και τον Γεώργιο Στράτο κατήλθαν σε εκλογές με το σύνθημα της επαναφοράς της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας. Στις εκλογές του 1936 ηγήθηκε ιδίας ομάδας που αντιπροσωπεύθηκε στην Βουλή από 8 βουλευτές.

Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, τον Απρίλιο του 1943 ο Ιωάννης Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της διορισμένης κυβέρνησης της ναζιστικής «Ελληνικής Πολιτείας», προκαλώντας — καθώς λέγεται — ακόμα και την οργή του γιου του, Γεωργίου. Ως κατοχικός πρωθυπουργός, ο Ιωάννης Ράλλης οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, για την άμυνα της υπαίθρου και την αντιμετώπιση των ενόπλων κομουνιστών του ΕΑΜ και των άλλων αντιστασιακών ομάδων. Ο ίδιος εκτιμούσε ότι τελικά θα επικρατούσαν οι Σύμμαχοι, αλλά πίστευε πως μόνον με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και υπό την καθοδήγηση της Βέρμαχτ θα αποτρεπόταν προσωρινά η επικράτηση των κομμουνιστών στην Ελλάδα, όπως και συνέβη συγκεκριμένα στα Ψαχνά Ευβοίας.

Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν υπό τις απόλυτες διαταγές των Γερμανών κατακτητών, όπως και όλες οι υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού της χώρας. Όμως, υπό το πρόσχημα της αποτροπής του κινδύνου του κομμουνισμού, τα Τάγματα Ασφαλείας συμμετείχαν σε πάμπολλες εγκληματικές ενέργειες και έγιναν ιδιαιτέρως μισητά από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας έφεραν στολή Μακεδονομάχου, και γι' αυτό έγιναν γνωστοί ως «Γερμανοτσολιάδες» ή «Ράλληδες».
Με την απελευθέρωση, ο Ιωάννης Ράλλης συνελήφθη και δικάστηκε για εθνική αναξιότητα (προδοσία) . Στην δίκη του, (Φεβρουάριος 1945) συνήγοροί του ήταν ο γιος του και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γεώργιος Ράλλης, και ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Ιωάννη Βαρβιτσιώτη. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι συνήγοροι ισχυρίσθηκαν ότι «ο Ιωάννης Ράλλης προσέφερε τεράστιες εθνικές υπηρεσίες κατά την κατοχή ενόσω ήταν πρωθυπουργός με το να αποσοβήσει τον λιμό των Ελλήνων, δίδοντας καθημερινά ένα μισθό, ενώ έσωσε επίσης πολλούς πατριώτες από το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών και ακόμη διευκολύνοντας τη διαφυγή πολλών πολιτικών και σημαινόντων πολιτών στη Μέση Ανατολή». Ωστόσο, το προεδρείο δεν πείστηκε και τελικά, ο Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά.

Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα, στη φυλακή, στις 26 Οκτωβρίου του 1946. Έναν χρόνο μετά, ο γιος του εξέδωσε ένα βιβλίο απολογητικό για τις επιλογές του πατέρα του (Γεώργιος Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947).

Το βιβλίο που έγραψε ο υιός του Γεώργιος Ιωάν Ράλλης, (μετέπειτα πρωθυπουργός και αυτός) με τίτλο “Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου“, έκδοση του 1947, χωρίς εκδοτικό οίκο.
Γεώργιος Ράλλης - Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου [1947]
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...