₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Βαλκανικά όπλα στην υπηρεσία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821




thumb

Το κείμενο που ακολουθεί καθώς και οι φωτογραφίες είναι από το λεύκωμα του Robert Elgood «Τα όπλα της Ελλάδας και των Βαλκανικών γειτόνων της κατά την οθωμανική περίοδο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris.

Έλληνες, Σλάβοι, Βλάχοι και Αλβανοί μ τεχνίτες ήταν διασκορπισμένοι στα Βαλκάνια και την Οθωμανική Αυτο­κρατορία. Αλβανοί οπλουργοί και Έλληνες αργυροχόοι εργάζονταν σε μουσουλμανικές και χριστιανικές περιοχές· Ούγγροι οπλουρ­γοί απασχολούνταν στο Ελβασάν και πολλοί Ευρωπαίοι στην Κωνσταντινούπολη και τη βόρεια Αφρική. Η μετακίνηση των όπλων, συ­χνά μακριά από τις περιοχές κατασκευής τους, εξασφαλιζόταν μέσω εμπόρων, μισθοφόρων, κληρωτών, ναυτικών και ληστών. Τα βαλκανι­κά και τουρκικά όπλα μεταφέρονται από τους Οθωμανούς στρατιώτες ή εξάγονταν στην αυ­τοκρατορία, και μεγάλες ποσότητες βρέθηκαν στα χέρια των Ελλήνων πολεμιστών, κλεφτών και αρματολών, που τα χρησιμοποίησαν στον αγώνα για την ελευθερία. Πολλά από αυτά έχουν λανθασμένα θεωρηθεί από'Ελληνες συλλέκτες ελληνικά, αλλά οι μεγάλες πόλεις των Βαλκανίων που κατασκεύαζαν όπλα ήταν πολύ βορειότερα.

Τα βαλκανικά όπλα, όπως και οι βαλκανικές πόλεις, φέρουν διαφορετικά ονόματα στις διάφορες γλώσσες. Το ίδιο όπλο ήταν γνωστό με αρκετά διαφορετικά ονόματα. Βέβαια, αυτά τα ονόματα δεν χρησιμοποιούνται πάντοτε με ακρίβεια και δεν είναι πάντοτε σαφές πότε επικαλύπτονται. Το αλβανικό όπλο σε σχήμα «Τ», γνωστό ως arnautka, κατασκευαζόταν ορισμένες φορές στην Brescia, ενώ μεγάλες ποσότητες σίγουρα κατασκευάζονταν στο Σεράγεβο και τα κεντρικά Βαλκάνια. Στη βόρεια Βαλκανική πιθανώς το αποκαλούσαν tančica ή karanfilka, ενώ οι Έλληνες ίσως το ονόμαζαν λαζαρίνα ή καριοφίλι. Γνωστά όπλα πιθανώς να αποκαλούνται με άγνωστα ονόματα ή να απο­δίδονται σε έναν λαό και όχι σε μια γεωγραφική περιοχή.

Μόνον οι Έλληνες στα Βαλκάνια διεκδικού­σαν πάντοτε με περηφάνια την ευρωπαϊκότητά τους. Συνεπώς, δεν προκαλεί έκπληξη ότι τον 19ο αιώνα απέκτησαν πολλά όπλα τους από το εξωτερικό, όπως ακριβώς αναζήτησαν και τους βασιλείς τους στις ίδιες χώρες. Πέραν από την απόκτηση όπλων μέσω εμπορίου, λαθρεμπορί­ου ή δωρεών, μεγάλος αριθμός ήρθε στην κατοχή των εξεγερμένων ως λεία από τον εχθρό, που ήταν ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο εξοπλιζόταν ένας επαναστατημένος λαός. Ένας ηττημένος στρατός συνήθιζε να παρατά τα όπλα του στο πεδίο της μάχης, και στα Βαλκάνια τα όπλα άλλαζαν συχνά χέρια. Κατά τη δι­άρκεια πολεμικών συρράξεων στα Βαλκάνια, η οπισθοχώρηση δεν θεωρούνταν ντροπή, καθώς πολλοί στρατιώτες ήταν μισθοφόροι. Συνήθως οι οθωμανικοί στρατοί υπερτερούσαν κατά πολύ των εχθρών τους και όσους συλλάμβαναν τους ανασκολόπιζαν ή τους έγδερναν ζωντα­νούς. Για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο (1788/9-1825), που λέγεται ότι μπορούσε να πηδήξει πάνω από 7 όρθια άλογα στη σειρά, αναφέρουν επίσης πως όταν ηττήθηκε από τους Τούρκους, έτρεξε απόσταση 44 χιλιομέτρων στα βουνά, δίχως να πάρει ανάσα.

Ο μηχανισμός αλλαγής χεριών στα όπλα γί­νεται εμφανής στην περίπτωση του τουρκικού στρατού του Μαχμούτ Δράμαλη, ο οποίος το 1822 κατέλαβε και λεηλάτησε το καλά εξοπλι­σμένο οχυρό του Αλή πασά στα Ιωάννινα, αλλά έχασε τα πολυτελή χρυσά και ασημένια όπλα, όταν ηττήθηκε από τους Έλληνες στα Δερβε­νάκια. Στη συνέχεια, οι Έλληνες έχασαν αρκετό από αυτό το υλικό, όταν ηττήθηκαν από τον αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ πασά στο Κρεμμύδι, τη Σφακτηρία και το Ναβαρίνο, την άνοιξη του 1825. Ένας στρατός που εισβάλλει μπορεί να μεταφέρει λίγα λάφυρα, και η ανάγκη για μετρητά οδηγούσε τα αντικείμενα αυτά στα παζάρια της Πελοποννήσου, γυρνώντας τα έτσι σε ελληνικά χέρια.

Τα όπλα αυτά ήταν ιδιαίτερα αγαπητά και επισημαίνονταν με διακριτικά των ιδιοκτητών τους, συνήθως μέσω της προσθήκης περί­τεχνης αργυρής διακόσμησης. Σε αυτή την παραδοσιακή τέχνη, οι Έλληνες τεχνίτες διέπρε-παν σε όλα τα Βαλκάνια. Στην Αλβανία και την Ελλάδα οι σπάθες και τα όπλα θεωρούνταν ότι είχαν θηλυκή υπόσταση και τους έδιναν γυναι-κεία ονόματα. Το διάσημο ασημένιο σπαθί του Οδυσσέα Ανδρούτσου λεγόταν «Ασήμω». Ο Θεόδωρος Γρίβας ονόμαζε το όπλο του «Θοδωρούλα», το υποκοριστικό της θηλυκής εκδοχής του ονόματός του. Η Θοδωρούλα μεγάλωσε πλέον και κατοικεί σοβαρή στο Μουσείο Αβέ­ρωφ στο Μέτσοβο, έχοντας διατηρήσει την ομορφιά της. Πριν από την έναρξη της μάχης, οι ιδιοκτήτες έδιναν υποσχέσεις στα όπλα τους, εάν τους προστάτευαν: Περήφανο όπλο μου, παινεμένο μου οπαθί, πόσες φορές μου έσωσες τη ζωή, βοήθα με και τώρα και θα σε σκεπάσω μεχρυσό και θα σε σκεπάσω με ασήμι...

Ακόμη, γινόταν κουβέντα για να «ταΐσουν» τα όπλα με επιπλέον αργυρή διακόσμηση Αυτές οι συνήθειες σχετίζονται με το ότι οι χαϊντούκοι και οι κλέφτες, οι συμμορίες λη­στών στα Βαλκάνια, ζούσαν στα βουνά δίχως γυναίκες και τα τραγούδια τους μιλούσαν για άνδρες που είχαν τα σπαθιά τους για αδελφές και τα όπλα τους για γυναίκες. Για παράδειγ­μα, το τραγούδι «Πώς ο Miyat έγινε παρά­νομος»: «Οι πιστόλες [αρσ. puske] ήταν οι αδελφοί και οι αδελφές τους, τα όπλα οι μα­νάδες και οι πατεράδες τους…». Ο Βασιλάτος παραθέτει ένα ελληνικό δημοτικό: «Το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα και το μικρό το όπλο μου το σφίγγω σαν γυναίκα». Τα δημοτικά τραγούδια των κλεφτών καταδικάζουν την ανάρμοστη συμπεριφορά προς τις γυναίκες αιχμαλώτους, και υπήρχε η διαδεδομένη πεποίθηση ότι όποιον παρέβαι­νε αυτό τον κανόνα θα τον έπιαναν οι Τούρκοι και θα τον βασάνιζαν μέχρι θανάτου.

Η κατοχή καλών και διακοσμημένων όπλων ήταν μια συνεχής ενασχόληση, που γέμιζε περηφάνια τον ιδιοκτήτη. Όπως οι σταυρο­φόροι, οι χριστιανοί μαχητές θεωρούσαν τον αγώνα τους ιερό και έβαζαν τον ιερέα να ευλογεί τα όπλα τους.

Ορισμένοι, στο τέλος της ζωής τους, τα αφιέρωναν σε εκκλησίες και μοναστήρια.

Τα ξίφη έχαιραν μεγάλης εκτίμησης, γιατί χρειαζόταν μεγαλύτερο θάρρος για να συνα­ντήσεις και να παλέψεις με τον εχθρό σώμα με σώμα, από το να τον σημαδέψεις από απόσταση. Το 1884 οργανώθηκε στην Αθήνα έκθεση για τα όπλα και τα εφόδια των ηρώων της Επανάστασης από τη νεοσυσταθείσα τότε Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, στην οποία οικογένειες αγωνιστών είχαν δανείσει οικογενειακά κειμήλια. Ο τίτλος της έκθεσης εξέφραζε τα αισθήματα της εποχής – «Μνημεία του Ιερού Αγώνα» – αντανακλώντας τον κεντρικό ρόλο της χρι­στιανοσύνης στον ελληνικό Αγώνα για την ελευθερία. Τα περισσότερα από εκείνα τα εκθέματα στη συνέχεια δόθηκαν στην Εταιρεία για να φυλαχτούν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ενώ άλλα προσφέρθηκαν ως δωρεά στο Μουσείο Μπενάκη.

Μια μελέτη των βαλκανικών όπλων δεν μπορεί να αγνοήσει την ιστορία των χωρών της περιοχής που εμπλέκεται, και είναι απα­ραίτητο να δοθούν κάποιες εξηγήσεις για τον τρόπο και τους λόγους εμπλοκής αυτών των χωρών η μελέτη παραγωγής, διανομής και χρήσης των όπλων αφορά αναπόφευκτα την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία, αν και η ιστορία κατέχει δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τα ίδια τα όπλα.


Το Ποντικι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε ψευδώνυμο.
Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).Υβριστικά και μη ευπρεπή σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...