₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Το δάγκωμα της μαϊμούς που άλλαξε την ιστορία


ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Μπορεί μία…μαϊμού να αλλάξει την Iστορία; Ασφαλώς όχι! Αλλά στην Ελλάδα του Διχασμού, στην Ελλάδα του εμφύλιου σπαραγμού, στην κατεστραμμένη από τους πολέμους χώρα μπορεί και αυτό να συνέβη!

Αν και δεν χωρούν υποθέσεις στην Ιστορία μπορεί κανένας να σκεφτεί πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν εκείνη την ημέρα του Σεπτεμβρίου ένας πίθηκος δεν δάγκωνε τον βασιλιά Αλέξανδρο με τραγική συνέπεια για τη ζωή του. Ο βασιλιάς εξέπνευσε στις 12 Οκτωβρίου 1920 και μαζί του λες και άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου: ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές, η κυβέρνηση άλλαξε, ο Κωνσταντίνος ξαναγύρισε στο θρόνο και λίγο μετά η Μικρασιατική Καταστροφή.

Ο Αλέξανδρος ήταν προσκολλημένος στον πατέρα του. Ποτέ δεν συμπάθησε τον Βενιζέλο αν και οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν όταν ο πρωθυπουργός αποδέχτηκε τον γάμο του με μία «κοινή θνητή», την πανέμορφη Ασπασία Μάνου.

Ο Αλέξανδρος γεννημένος τον Αύγουστο του 1893, ήταν ο δευτερότοκος γιος του βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄ και της βασίλισσας Σοφίας. Το 1917 ο Κωνσταντίνος που είχε φέρει στο χείλος της καταστροφής τη χώρα δέχτηκε έντονες πιέσεις από τη Γαλλία και τους συμμάχους της στην Αντάντ που πολεμούσαν τη Γερμανία να παραιτηθεί του θρόνου. Η «ουδετερότητα» την οποία υπηρετούσε στην ουσία ευνοούσε τους Γερμανούς. Αν και αρνήθηκε να παραιτηθεί, δέχτηκε ωστόσο να αντικατασταθεί από τον γιο του Αλέξανδρο.

Για αρκετούς φιλοβασιλικούς ο νέος βασιλιάς ήταν όμηρος του Βενιζέλου. Τα λέει όλα η περιγραφή του νεαρότερου από τους θείους του, πρίγκιπα Χριστόφορου (του μικρότερου από τα οχτώ παιδιά του Γεωργίου Α΄). Ο Αλέξανδρος πολύ γρήγορα κατέστη "αιχμάλωτος στο ίδιο του το παλάτι στην υπηρεσία του οποίου επιτρέπονταν να βρίσκονται μόνο οι εχθροί του πατέρα του και του Βασιλικού Οίκου." Η Ελλάδα είχε βρεθεί, ουσιαστικά, στα χέρια του πρωθυπουργού της, του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Α΄ δήλωσε ότι ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να βλέπει το θρόνο «σαν μια παρακαταθήκη που κρατούσε κατά την απουσία του πατέρα και του μεγαλύτερου αδελφού του»!!!

Αποχωρώντας από το θρόνο ο Κωνσταντίνος και μετά την έναρξη της βασιλείας του Αλεξάνδρου τον Ιούλιο του 1917 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστρο-Ουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Το Μάιο του 1918, τα Ελληνικά στρατεύματα στη Μακεδονία συνέδραμαν τους Γάλλους και Βρετανούς στον πόλεμό τους κατά της Βουλγαρίας.

Η ελληνική συμμετοχή στην τελική φάση του "Μεγάλου Πολέμου" προσέφερε το στήριγμα για τις εδαφικές διεκδικήσεις που προέβαλε δυναμικά η χώρα στη Διάσκεψη των Παρισίων, όπου ο Βενιζέλος επιχειρηματολόγησε πειστικά υπέρ της απόδοσης στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου και της Ανατολικής Θράκης, του διεθνούς ελέγχου της Κωνσταντινούπολης και της κατάληψης της Σμύρνης και της ενδοχώρας της.

Ο Αλέξανδρος Α΄ βρέθηκε στην Ανατολική Θράκη τον Ιούλιο του 1920, όταν τα στρατεύματά του κατέλαβαν την Αδριανούπολη, αλλά δεν μετέβη στη Μικρά Ασία.



Το περιστατικό



Ενώ οι επιχειρήσεις μαίνονταν στα Βαλκάνια, τραγωδία «χτύπησε» την ελληνική βασιλική οικογένεια. Όλα άρχισαν ένα πρωινό στο κτήμα του Τατοΐου. Στις 17 Σεπτεμβρίου ο Αλέξανδρος είχε συνάντηση με την ατυχία:

Ο Αλέξανδρος, έκανε τον συνηθισμένο περίπατό του με την «Πακάρ» του, στο πίσω κάθισμα της οποίας ορθωνόταν υπερήφανο το αγαπημένο του αλσατικό λυκόσκυλο, ο «Φριτς», δώρο των Άγγλων στρατιωτών του βαλκανικού μετώπου προς τον βασιλέα.

Είχε προηγηθεί ένα άγριο μάλωμα του Φριτς από το αφεντικό του, γιατί το λυκόσκυλο, παίζοντας τρελά, είχε παρασύρει και είχε σπάσει τον μεγάλο καθρέπτη του υπνοδωματίου του νεαρού άνακτα. Πηγαίνει στο ξύλινο σπιτάκι του Γερμανού Στουρμ, επόπτη του βασιλικού κτήματος. Ξαφνικά ο Φριτς πηδάει στο έδαφος και ορμάει εναντίον μιας θηλυκιάς μαϊμούς, ράτσας μαγώτος (magotos).

Ο Αλέξανδρος κινείται να αποσπάσει τη μαϊμουδίτσα από το στόμα του λυκόσκυλου. Και τότε αισθάνεται ένα δυνατό πόνο ψηλά στην αριστερή γαστροκνημία. Ήταν ο αρσενικός μαγώτος, ο Μόριτς, που όρμησε εξαγριωμένος να υπερασπιστεί την «αγαπημένη» του. Ο Αλέξανδρος έσπρωξε βίαια τη μαϊμού και αυτή τον δαγκώνει και στο χέρι. Ο βασιλιάς σφαδάζει από τους πόνους.

Το τραύμα στο χέρι είναι επιπόλαιο. Η δαγκωματιά όμως στο πόδι από τα δρεπανοειδή και μολυσμένα δόντια του Μόριτς είναι βαθιά και επικίνδυνη, όπως αποδείχθηκε. Το εξαγριωμένο ζώο του είχε μασήσει τη σάρκα. Ο Στουρμ σπεύδει και αποσπά τον μαγώτο από το κορμί του κάτωχρου βασιλιά που αισθάνεται δυνατούς πόνους. Ο Αλέξανδρος μεταφέρεται πρώτα στη «βίλα Στουρμ», όπου του προσφέρονται οι πρώτες βοήθειες κι έπειτα στην κρεβατοκάμαρά του στα Ανάκτορα Τατοΐου. Το τραύμα του ποδιού αιμορραγεί ακατάσχετα. Φροντίδα του βασιλιά είναι να μη διαρρεύσει το συμβάν και περιπέσει στη χλεύη εκείνων που θα ήσαν πρόθυμοι να σαρκάσουν το κωμικοτραγικό γεγονός ότι τον δάγκωσε μαϊμού!

Τηλεφωνεί μονάχα στον έμπιστό του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά και του ζητάει να του φέρει ένα γιατρό με άφθονο επιδεσμικό υλικό. Ο Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (με σπουδές στη Γερμανία), φτάνει στο Τατόι και εξετάζει προσεκτικά τα τραύματα παρουσία και της Ασπασίας, η οποία έχει ειδοποιηθεί από το σπίτι του Ζαλοκώστα και έχει ανεβεί κι αυτή, ανήσυχη σφόδρα, στα ανάκτορα.

Ο Μέρμηγκας πλένει τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη που εθεωρείτο ως άριστο αντισηπτικό και συμμαζεύει τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες στο ιώδιο. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει σε μιαν εποχή που δεν υπήρχαν αντιβιοτικά. Το τραύμα του ποδιού παρουσιάζει φοβερή όψη με τις πολτοποιημένες σάρκες και τους «μασημένους» τένοντες. Ο νεαρός βασιλιάς έχει μπει σε μια επικίνδυνη περιπέτεια, η οποία, παρά τις σχεδόν υπεράνθρωπες προσπάθειες της επιστήμης, θα τον οδηγήσει στον θάνατο.



Οι στιγμές



Ο Αλέξ. Λ. Ζαούσης στο βιβλίο του «Αλέξανδρος και Ασπασία», 1915-1920 περιγράφει τις δραματικές εκείνες μέρες:

Πρώτη νύχτα μετά το δάγκωμα: Ο Αλέξανδρος ξυπνάει από τους πόνους, αλλά το πρωί είναι απύρετος. Η μόνη αιτία ανησυχίας του γιατρού Μέρμηγκα η κάποια ερυθρότητα που διαπιστώνει, όταν αλλάζει τους επιδέσμους του τραύματος.

Τις τρεις επόμενες νύχτες: Ο ασθενής παρουσιάζει ανερχόμενο πυρετό που φτάνει ως τους 39ο .

Την πέμπτη ημέρα: Αναβλύζει από το τραύμα πύον. Για τον γιατρό, αυτό θεωρείται κακό σημάδι. Το μαθαίνει η κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που έχει αδυναμία στον άνακτα, και καλείται συνέδριο με τους κορυφαίους γιατρούς της χώρας (πέντε γιατροί στην αρχή και κατόπιν οκτώ). Κάθε μέρα το ιατρικό συμβούλιο εκδίδει δελτίο που δημοσιεύεται στον Τύπο. Η περιγραφή της νόσου είναι ακριβής αλλά υπάρχει πάντα και μια νότα αισιοδοξίας. Κατά τους μεγαλογιατρούς ο πυρετός και τα άλλα συμπτώματα οφείλονται σε περιορισμένη τοπική μόλυνση.

Ο μικροβιολόγος καθηγητής Κων. Σάββας εντοπίζει μέσα στο πύον και απομονώνει το μικρόβιο του στρεπτόκοκκου. Στο μεταξύ η φλεγμονή έχει αρχίσει να απλώνεται προς τους βουβωνικούς λεμφαδένες, τις λεγόμενες «ελιές» και οι χειρουργοί αναγκάζονται να διευρύνουν το τραύμα της γάμπας, κάθε φορά και πιο πολύ. Οι οδυνηρές αυτές επεμβάσεις θα καταντήσουν εφιάλτης για τον ασθενή.

Δυο μέρες υστερότερα: Ο πυρετός φθάνει τους 40ο, ενώ η φλεγμονή δεν υποχωρεί, όπως αναμενόταν. Και τότε ο γιατρός Φωκάς εκφράζει τις υποψίες του, ό,τι ακριβώς δεν ήθελαν να ακούσουν οι γιατροί του ιατρικού συμβουλίου: «Κύριοι, βρισκόμαστε ενώπιον αρχομένης σηψαιμίας!». Αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο να κόψουν το πόδι του πιο ωραίου εστεμμένου της Ελλάδας, αλλά πρώτη αντιδρά η Ασπασία που δεν έχει λείψει στιγμή από το πλευρό του Αλέξανδρου, φορώντας λευκή στολή νοσοκόμας. Κυριολεκτικά είναι ο λευκός του, ο παρήγορός του άγγελος.

Σε τούτη την κρίσιμη φάση ο πιστός φίλος του Αλέξανδρου, Χρήστος Ζαλοκώστας, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Σπεύδει στο σπίτι του Βενιζέλου και του εξηγεί λεπτομερώς την κατάσταση. Ο πρωθυπουργός διατάσσει να κληθεί επειγόντως από το Παρίσι ο Γάλλος καθηγητής Φερδινάνδος Βιντάλ, ειδικός στις λοιμώξεις.

Δεκατρείς ημέρες μετά την εκδήλωση της νόσου: Φτάνει στο Τατόι, με ελληνικό αντιτορπιλικό, μέσω Μπρίντιζι, ο Βιντάλ. Εξετάζει αμέσως τον Αλέξανδρο, ο οποίος παραδόξως την ημέρα εκείνη, παρουσιάζει μιαν έντονη αναλαμπή. Ο Παριζιάνος, όμως, γιατρός δεν ξεγελιέται. Στη συνάντηση με τους συναδέλφους του τους δηλώνει απερίφραστα ότι ο βασιλιάς δεν πρόκειται να ζήσει περισσότερο από τέσσερις ημέρες. Ο Βιντάλ βέβαια δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Εφαρμόζει τη μέθοδο του «αυτοεμβολίου», εμβολίου δηλαδή από το πύον του ασθενούς προς παραγωγή αντισωμάτων, που όμως αποτυγχάνει.

Εικοστή τρίτη ημέρα (10 Οκτωβρίου 1920 με το παλιό ημερολόγιο): Μετακαλείται ένας ακόμη σπουδαίος γιατρός της Εσπερίας, ο καθηγητής ― χειρουργός Πιερ Ντελμπέ. Ο Ντελμπέ βρίσκει τον Αλέξανδρο σε απελπιστική κατάσταση. Η σηψαιμία έχει προσβάλει και τον ένα πνεύμονά του. Κάνει συνεχώς αιμοπτύσεις. Ο Ντελμπέ βεβαιώνεται και αυτός ότι ο άτυχος βασιλιάς έχει προσβληθεί από αναερόβιο στρεπτόκκοκο και, ως εκ τούτου, είναι καταδικασμένος (ο στρεπτόκοκκος και σήμερα ακόμη, εποχή των αντιβιοτικών, δύσκολα θεραπεύεται).

Νύχτα της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου: Ο Αλέξανδρος πέφτει σε κώμα. Με όση δύναμη του απομένει τραβάει την Ασπασία, που ξαγρυπνάει στο πλευρό του, και κρύβεται στην αγκαλιά της σαν τρομαγμένο παιδί.

Η δωδεκάτη Οκτωβρίου είναι η τελευταία ημέρα της ζωής του άτυχου βασιλιά. Με το ξημέρωμα βυθίζεται σε παραλήρημα. Βλέπει όνειρα, τα οποία εξηγεί στους γιατρούς με μισοσβησμένη φωνή. Πρώτα ονειρεύεται τον αγαπημένο του παππού Γεώργιο Α' κι ύστερα τον πόλεμο (διατάσσει μάλιστα κατ' όναρ τον υπασπιστή του Βασιλάκη Μελά να του φέρει το τελευταίο πολεμικό ανακοινωθέν). Έπειτα ζητάει από την Μπίκα του να του φωνάξει τον Μήτσο, τον οδηγό, κι όταν αυτός παρουσιάζεται, του δίνει εντολή να ετοιμάσει το αυτοκίνητο (για τον Μήτσο διαδόθηκε αργότερα πως δεν άντεξε τη μεγάλη θλίψη και αυτοκτόνησε).

Στις τέσσερις το απόγευμα ψιθυρίζει το όνομα της γυναίκας του «Μπίκα...» και αφήνει την τελευταία του πνοή. Η Ασπασία βγάζει μιαν απελπισμένη κραυγή:

―Αλέκο μου, πού μ' αφήνεις.....



Πηγές:

*Δρανδάκης

*Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης

Αλέξανδρος και Ασπασία 1915-1920

*Δημήτρης Καμπουράκης, μια σταγόνα ιστορίας www.istoria.gr

*Λαιφ και Σταιλ

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχολιά σας να ειναι περιεκτικά και ευπρεπή. Για την καλύτερη επικοινωνία δώστε ψευδώνυμο.
Προτιμάτε την ελληνική γραφή κι όχι την λατινική (κοινώς greeklish).Υβριστικά και μη ευπρεπή σχόλια θα διαγράφονται ή δεν θα δημοσιεύονται.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...