₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪ ₪

*Άνθρωποι και κυβερνήσεις ποτέ δεν διδάχτηκαν τίποτα από την Ιστορία, ούτε ποτέ καθόρισαν την δράση τους επάνω σε αλήθειες και αρχές στηριγμένες σ' αυτήν *
(Χέγκελ)
*Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.*
(Μιγκέλ Ντε Θερβάντες)
*Την ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο.*
(Ιπποκράτης)
Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει*. (Σανταγίανα Ισπανός Φιλόσοφος)

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

H Άλωση της Τριπολιτσάς

Η Άλωση της Τριπολιτσάς

Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του '21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά. Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.

Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.

Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ' ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.

Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.

Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.

Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.

Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ηρακλής από την τηλεοπτική σειρά Clash of the Gods‏












ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ


ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ
συγγραφέας ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ

Εκδοτικός Οίκος : EUROBOOKS

Στα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα η Σπάρτη ήταν σκιά του παλιού εαυτού της. Αποδυναμωμένη πολιτικά και στρατιωτικά και με τεράστια κοινωνικά προβλήματα στο εσωτερικό της φαινόταν να έχει τεθεί μαζί με τις περισσότερες πόλεις-κράτη στο περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων της εποχής της. Μιας εποχής όπου κυριαρχούσαν οι μεγάλοι κρατικοί σχηματισμοί και οι ελληνιστικές αυτοκρατορίες. Όμως, αντίθετα με τις άλλες πόλεις-κράτη, οι οποίες συμβιβάστηκαν με τα νέα πολιτικά δεδομένα της εποχής τους, η Σπάρτη αντιτάχθηκε με πείσμα επιδιώκοντας μάλιστα να ανακτήσει την ηγεμονία στην νότια Ελλάδα. Στον αγώνα αυτόν η Σπάρτη επέδειξε πρωτοφανή ζωτικότητα και σθένος, αψηφώντας μάλιστα μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις της εποχής, την Μακεδονία. Επρόκειτο για μια άνιση σύγκρουση η οποία κορυφώθηκε με τραγικό και οδυνηρό για τη Σπάρτη τρόπο στην μάχη της Σελλασίας (222 π.X.). Όμως η Σπάρτη παρέμεινε ασυμβίβαστη. Σύντομα πέτυχε να ανακάμψει και να πρωταγωνιστήσει ξανά και με αξιώσεις στην διεθνή πολιτική σκηνή, μη διστάζοντας αυτή τη φορά να αναμετρηθεί με τη μεγαλύτερη δύναμη του αρχαίου κόσμου, την Ρώμη

Ψηφίζουμε για την καταδίκη της Τουρκίας για εγκλήματα πολέμου στην ΚΥΠΡΟ 1974

http://nationalpride.files.wordpress.com/2010/12/25ce259a25ce25a525ce25a025ce25a125ce259925ce259f25ce259925ce259125ce259325ce259d25ce259f25ce259f25ce25a525ce259c25ce259525ce259d25ce259f25ce25992.jpg?w=521&h=346

Αγαπητοί φίλοι,

Το Σωματείο Αδούλωτη Κερύνεια ξεκίνησε εκστρατεία καταγγελίας της Τουρκίας στα Κοινοβούλια των χωρών μελων του ΟΗΕ για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε στην Κύπρο και για τα οποία είναι υπόλογη, έχει κριθεί από τα Ευρωπαίκά δικαστήρια και έχει βρεθεί ένοχη.

Για να επιτύχουμε το στόχο μας αυτό χρειαζόμαστε και τη δική σας συμπαράσταση ψηφίζοντας θετικά το επισυναπτόμενο ψήφισμα. Το δικό μας πρόβλημα σήμερα μπορεί αύριο να είναι πρόβλημα οποιουδήποτε άλλου.



Βασιζόμαστε στη ψήφο σας. Ψηφίστε και προωθέίστε το σε γνωστούς φίλους και συνεργάτες ανα τον κόσμο

Η διεύθυνση του ψηφίσματος είναι η πιο κάτω:

http://www.petitiononline.com/wcrime74/

πηγη

Η εκτέλεση των 300 Αγωνιστών το 1832 στην Ξυνιάδα.




Το Δεκέμβριο του 1832 στις όχθες της λίμνης Ξυνιάδος κοντά στο χωριό Νταουκλή (σημερινή Ξυνιάδα) έγινε μια απ'; τις μεγαλύτερες εκκαθαρίσεις κλευταρματωλών στην περιοχή της Θεσσαλίας.
Οι αγωνιστές Κλεφταρματωλοί μαχόμενοι είδη από τον 15ο αιώνα για την ανεξαρτησία της σκλαβωμένης στους Οθωμανούς πατρίδας, δεν παραδίδονταν αμαχητί στις επιδιώξεις του Ρεζίτ πασά Κιουταχή.
Παρασύρθηκαν όμως κάποιοι απ'; αυτούς με την υπόσχεση ότι θα διαπιστευτούν νόμιμα τα Αρματολίκια τους, πήγαν στα Τρίκαλα όπου και δολοφονήθηκαν οικτρά στις 12 Δεκεμβρίου του 1832.
Τον ίδιο μήνα κλήθηκαν οι κλεφταρματολοί στη Λάρισα όμως οι καπεταναίοι γνωρίζοντας το παιχνίδι του Ρεζίτ πασά δεν παρουσιάστηκαν οι ίδιοι αλλά έστειλαν 8 έως 10 αντιπροσώπους ο καθένας τους. Οι τριακόσιοι τον αριθμό απεσταλμένοι κλεφταρματολοί συγκεντρώθηκαν στη Λάρισα και κατόπιν οδηγήθηκαν στην λίμνη Ξυνιάδα κοντά στο χωριό Νταουκλή.
Ο Τούρκος Ίππαρχος για να τους αφοπλίσει τους είπε να πυροβολήσουν στον αέρα για να γιορτάσουν δήθεν τη γέννηση του διαδόχου του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως τέλειωσαν οι πυροβολισμοί, με τα καρυοφύλλια άδεια, οι τριακόσιοι Κλεφταρματολοί σφαγιάστηκαν άνανδρα και ανηλεώς από τους Τούρκους και επί τρεις ολόκληρες ώρες!
Στον τόπο του μαρτυρίου των 300 πεσόντων αγωνιστών ο Δήμος Ξυνιάδος ανήγειρε προς τιμήν τους μνημείο πεσόντων ένα περίπου χιλιόμετρο μετά την Ξυνιάδα.

ΠΗΓΗ

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Το Τέλος της Σπάρτης-http://www.sikyon.com/


Μετά την μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), ο Φίλιππος της Μακεδονίας πέρασε στην Πελοπόννησο, και έγινε δεκτός από όλες τις πόλεις, αλλά όταν έφθασε στην Σπάρτη του απαγόρευσαν να εισέλθει. Ο Φίλιππος δεν προσπάθησε να πάρει την πόλη δια της βίας και έφυγε. Η Σπάρτη ήταν η μόνη που δεν έλαβε μέρος στον συνασπισμό της Κορίνθου, ο οποίος έλαβε μέρος το 337 π.Χ., κάτω από Μακεδονική κυριαρχία.
Το 331 π.Χ., ο βασιλιάς Άγης, εγγονός του Αγησίλαου, ξεσήκωσε επανάσταση εναντίον της Μακεδονίας, αλλά ηττήθηκε και σκοτώθηκε.
Στο τέλος του 4ου αιώνος π.Χ., η Σπάρτη έκτισε τείχος για πρώτη φορά στην ιστορία της, το οποίο περιέκλειε τα τέσσαρα κεντρικά χωριά της και την Ακρόπολη.
Όταν το 280 π.Χ., οι Κέλτες εισέβαλαν από τον Βορρά κατατροπώνοντας τους Μακεδόνες, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρύς, προσπάθησε να ενώσει τις Πελοποννησιακές πόλεις και οδήγησε ένα στρατό στην κεντρική Ελλάδα. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στην Σπάρτη, τριακόσια χρόνια αργότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα.
Το 272 π.Χ., ο βασιλιάς Πύρος της Ηπείρου, εύκολα θα μπορούσε να καταλάβει την πόλη αφού νίκησε τους Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη έγινε εξάρτηση της Μακεδονίας, και επανέκτησε την ανεξαρτησία της υπό τους τυράννους Μαχανίδα (207 π.Χ.) και Νάμπη (195 - 192 π.Χ.).
Το 265 π.Χ. ξανά, έχοντας σχηματίσει συμμαχία με την Αθήνα, Αχαϊα και Ηλεία και μερικές Αρκαδικές πόλεις, έδωσε μάχη εναντίον της Μακεδονίας, αλλά την έχασε (Χραιμονίδιος πόλεμος).
Ο γιος του Αρύς, Ακρότατος, το 260 π.Χ. οδηγώντας τον Σπαρτιατικό στρατό εναντίον των Μεγαλοπολιτών, νικήθηκε και αυτοκτόνησε.
Το 244 π.Χ., ο Άγης ο τέταρτος ανέβηκε στον θρόνο και έκανε μια σειρά αλλαγών. Πρότεινε να καταργηθούν όλα τα χρέη και να γίνει ανακατανομή όλης της γης, σε ίσα μερίδια για 4,500 κατοίκους και 15,000 περιοίκους. Επίσης επέμεινε στην αυστηρή αγωγή του Λυκούργου για τους υπόλοιπους 700 ίσους και τους 2,000 υπομείωνες και διαλεγμένους περίοικους. Βρήκε όμως στις προτάσεις του ισχυρή αντίσταση και ο Άγης εκτελέσθηκε μετά από δίκη, το 241 π.Χ.
Ο επόμενος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ΙΙΙ, ανήλθε το 236 π.Χ. Παντρεύτηκε την χήρα του βασιλιά Άγη και προσπάθησε να επιβάλλει τις ιδέες του. Το 227 π.Χ., σε μια εξέγερση σκότωσε τέσσερις από τους Εφόρους και εξόρισε τους αντιπάλους του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το αξίωμα των Εφόρων καταργήθηκε. Κατόπιν κατένειμε την γη σε 4,000 ίσα μερίδια, συμπεριλαμβάνοντας τους περίοικους και υπομείονες. Επίσης άρχισε να εφαρμόζει την εκπαίδευση και τα έθιμα του Λυκούργου κάτω από τις οδηγίες του φίλου του και φιλοσόφου Σφαιρού. Όλες αυτέ οι αλλαγές έφεραν αποτέλεσμα και ο Κλεομένης είχε πολλές στρατιωτικέ επιτυχίες. Το Άργος και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδος και της ανατολικής Αρκαδίας κατακτήθηκαν.
Η Αχαϊκή συμμαχία υπό την αρχηγία του Άρατου της Σικυώνος, με την υπόσχεση ότι θα του έδινε πίσω την Κόρινθο, συμμάχησε με τον Αντίγονο της Μακεδονίας και επανέκτησε το Άργος και αρκετές από τις Αρκαδικές πόλεις. Με την σειρά του ο Κλεομένης κατέλαβε και κατέστρεψε την Μεγαλόπολη το 223 π.Χ.
Το 222 π.Χ., στην Σελλασία, μεταξύ Σπάρτης και Τεγέας, έλαβε μέρος μια μάχη. Ο Σπαρτιατικός στρατός ανερχόμενος σε 10,000 και αυτός του Αντιγόνου και των συμμάχων του σε 30,000. Σ' αυτήν την μακρά και φρικτή μάχη, οι Σπαρτιάτες πολέμησαν γενναία. Όλος ο Σπαρτιατικός στρατός έπεσε, εκτός από 200 άνδρες. Ο βασιλιάς Κλεομένης έφυγε για την Αίγυπτο.
Τα επόμενα χρόνια μια σειρά από εξεγέρσεις άρχισαν στην Σπάρτη, κατά τις οποίες βασιλιάδες και Έφοροι σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν.
Το 206 π.Χ., ο τύραννος Νάβης, απόγονος του Δημάρατου, ο οποίος είχε αυτοεξορισθεί στην Περσία το 490 π.Χ., ανήλθε στον θρόνο. Ένας ικανός αλλά αδίσταχτος και αισχρός άνδρας, δήμευσε τις περιουσίες όλων των πλουσίων πολιτών και τις μοίρασε στους φτωχούς. Απελευθερώνοντας τους δούλους, κατάφερε να αποκτήσει ένα στρατό 10,000 ανδρών και επίσης επέκτεινε τις κοινωνικές αλλαγές στο Άργος. Ήταν ο Νάβης που προβλέποντας τον επερχόμενο κίνδυνο, οχύρωσε την Σπάρτη για πρώτη φορά στην ιστορία της.
Όταν ο Ρωμαίος διοικητής Φλαμινίνος εισέβαλε στην Λακωνία και πολιόρκησε την Σπάρτη, μετά από μερικές ημέρες μάχης, μια όχι τιμητική συμφωνία έγινε δεκτή , στην οποία Σπάρτη έχανε όλες τις πόλεις των περιοίκων και τον στόλο της.
Αργότερα με την πρόφαση ότι ήθελαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, οι Αιτωλοί έστειλαν χιλίους άνδρες να σκοτώσουν τον Νάβη και να την καταλάβουν. Κατόρθωσαν να τον δολοφονήσουν, αλλά τελικά τους κατάσφαξαν όλους οι Σπαρτιάτες. Μετά την δολοφονία του Νάμπη, η Σπάρτη αναγκάστηκε από τον Φιλοποίμενα να γίνει μέλος της Αχαϊκής συμμαχίας. Γκρέμισαν τα τείχη της και οι νόμοι του Λυκούργου ανακαλέστηκαν.
Υπό τους Ρωμαίους τον 2ον αιώνα μ.Χ., η Λακωνία σαν επαρχία της Αχαϊας, της επετράπη να επαναφέρει τους νόμους του Λυκούργου.
Το 396 μ.Χ., η πόλη καταστράφηκε από τον Αλάριχο.
Τον 9ον αιώνα μ.Χ., εισέβαλαν οι Σλάβοι και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Μάνη.
Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν μια πόλη και την ονόμασαν Λακεδαιμόνια, αλλά η σπουδαιότητα της χάθηκε γύρω στο 1248 μ.Χ. και εξαφανίστηκε από την ιστορία ολικά το 1834 μ.Χ.
Σήμερα η πόλη της μοντέρνας Σπάρτης κατέχει την ίδια θέση της αρχαίας πόλης.

Τα δάνεια της Ελλάδας στο παρελθόν

Τα δάνεια της Ελλάδας στο παρελθόν

Για μία σύγκριση με το πραττόμενο και το πρακτέο:

Η ιστορία έχει ως εξής: το 1936, η Ελλάδα του Ιωάννη Μεταξά, αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση...
του δανείου, που είχε συνάψει με τη βελγική τράπεζα Societe Commerciale de Belgique.
Η κυβέρνηση του Βελγίου προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο του Διεθνούς δικαίου, που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Η Ελλάδα απάντησε ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, διότι δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του Λαού και της χώρας!

Στο υπόμνημά της, η Ελληνική κυβέρνηση έλεγε: "Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στην θέση της, θα έκανε το ίδιο" (Yearbook of the International Law Commission, 1980,v.l.,sel.25).

Το επιστέγασμα ήρθε με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Διεθνές Δικαστήριο ο νομικός εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβέρνησης το 1938, όπου τόνισε τα αυτονόητα:
«…Ενίοτε μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον Λαό τους. Οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δύο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατον να πληρώσει μια Κυβέρνηση το χρέος, και την ίδια στιγμή να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στα δύο.
Και φυσικά, το καθήκον του Κράτους να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, ΥΠΕΡΤΕΡΕΙ έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή ολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις, αν αυτό ΘΕΤΕΙ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του, κι έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας (σας θυμίζει κάτι;…). Στην περίπτωση που η αποπληρωμή των χρεών θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή και τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να διακόψει ή και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους…»
.

Με αυτά τα επιχειρήματα λοιπόν, το Διεθνές δικαστήριο δικαίωσε την Ελλάδα, δημιουργώντας νομικό προηγούμενο, στο οποίο μάλιστα το 2003 στηρίχθηκε η Αργεντινή και ο αείμνηστος πρόεδρος της, Νέστωρ Κίχνερ, ο οποίος επέλεξε να διαγράψει μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της χώρα του, αντί να την υποδουλώσει στο ΔΝΤ!
Χωρίς σχόλια...

tromaktiko: Τα δάνεια της Ελλάδας στο παρελθόν

Η Ιστορία των Λαχείων στην Ελλάδα από το 1849 μέχρι σήμερα


Το 1849 η Αρχαιολογική εταιρία στην προσπάθειά της να περισώσει ότι περισσότερο μπορούσε από τα εκτεθειμένα στην αμάθεια των Ελλήνων και στη ληστρική μανία των ξένων, αρχαία ερείπια, αναγκάστηκε να καταφύγει στη φιλοπατρία των πλούσιων Ελλήνων με διάφορες λαχειοφόρους αγορές, όπως το «Λαχείο Οικίας» όπου ο τυχερός κέρδιζε σπίτι.
Το πρώτο όμως επίσημο λαχείο στη ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους εξεδόθη με διάταγμα του βασιλιά Γεωργίου του Α’, στις 19 Νοεμβρίου 1874. Είναι το λαχείο των φιλάρχαιων που σκοπό είχε να εξοικονομήσει πόρους για αρχαιολογικές ανασκαφές.

Η επιτυχία του λαχείου ήταν μεγάλη και έτσι η Αρχαιολογική Εταιρία με τους πόρους

που απέκτησε, άρχισε τις ανασκαφές του Διονυσιακού Θεάτρου και της Στοάς του Αττάλου. Εκτιμάτο 3,30δρχ. και έδινε στον πρώτο τυχερό 22,000δρχ.
Στις 11 Ιουνίου του 1904, το Υπουργείο Οικονομικών εκδίδει το Λαχείο υπέρ του Εθνικού Στόλου, ενώ τον Ιούλιο του 1905 τα δυο λαχεία της Αρχαιολογικής Εταιρίας και του Στόλου συγχωνεύονται σε ένα νέο λαχείο που ονομάζεται Λαχείο υπέρ του Εθνικού Στόλου και των Αρχαιοτήτων της Ελλάδας, που είναι το μόνο κρατικό λαχείο μέχρι το 1926.
Το 1936 η Ένωση Συντακτών κυκλοφορεί μια φορά το χρόνο υπέρ των σκοπών της,

ενώ μέχρι την ίδια χρονιά που δημιούργησε η Ένωση Συντακτών το δικό της λαχείο κυκλοφορούσε και το Λαχείο Θεσσαλονίκης.
Ένα νέο λαχείο, με την ονομασία Εθνικό Λαχείο, ιδρύεται στις 26 Απριλίου 1937,(κυκλοφορεί τον Οκτώβριο) για να καταργηθεί τρία χρόνια μετά και να επανακυκλοφορήσει τον Ιούλιο του 1941. Την ίδια χρονιά το λαχείο Στόλου μετονομάζεται σε Λαϊκό Λαχείο, που ακόμη και στην περίοδο της κατοχής συνέχισε να εκδίδεται με

1937.Εθνικόν Λαχείο

Λαχείο του 1940

επιτυχία, αφού η προσδοκία μερικών δισεκατομμυρίων που μεταφράζονταν σε λίγο λάδι ή ψωμί έκανε τον κόσμο να το αγοράζει. Το Λαϊκό Λαχείο το 1964 μοίραζε κάθε Δευτέρα 16,000,000 δραχμές.

1928.Λαχείο Συντακτών (μέχρι το 1967)

Το Σεπτέμβριο του 1967 καταργείται τι Λαχείο Συντακτών και στη θέση του δημιουργείται το «Ειδικό Κρατικό Λαχείο υπέρ κοινωνικής αντιλήψεως». Επί υπουργίας Μιλτιάδη Έβερτ στο Υπουργείο Οικονομικών (1981) τυπώθηκε ο πρόδρομος του ξυστού λαχείου. Όταν το λεγόμενο πολιτιστικό λαχείο που σκοπό είχε την συγκέντρωση πόρων για τη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, που τελικά δεν κυκλοφόρησε.
Το 1993 το ΞΥΣΤΟ. Ημέρες Εθνικής Φαγούρας…

ΠΗΓΗ

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Τὰ Κάλαντα στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα...

Τὰ κάλαντα σὰν ἔθιμο εἶναι ἀρχαϊκὸ ἑλληνικὸ καὶ ῥωμαϊκό, καὶ μᾶλλον προϊστορικὸ καὶ γιὰ τὰ δύο ἔθνη. σὰν τωρινὸ ἑλληνικὸ εἶναι μιγαδικὸ ἑλληνορρωμαϊκό. ἡ λέξι κάλαντα εἶναι λατινική. στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα τὰ κάλαντα ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀγερμούς, δηλαδή τοὺς ἐράνους. καὶ λέγονταν ἔτσι ἀκριβῶς κι αὐτὰ γερμοί, ἑνῷ εἶχαν καὶ τὶς ἰδιαίτερες ἐποχιακὲς ὀνομασίες εἰρεσιῶναι, χελιδονίσματα, καὶ κορωνίσματα. λέγονταν βέβαια γερμοὶ (ἀπὸ τὸ ῥῆμα γείρω, ποὺ θὰ πῇ ἀθροίζω, μαζεύω, ἐρανίζομαι) καὶ ὅλοι γενικῶς οἱ ἔρανοι. ὁ ἔρανος χορηγιῶν μεταξὺ τῶν ὑποστηρικτῶν ἑνὸς πολιτικοῦ γιὰ τὴν οἰκονομικὴ στήριξι τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος του1, ἡ ζητιανιὰ τῶν φτωχῶν στ΄ ἀρχοντικὰ ποὺ γλεντοῦσαν2, ἢ στοὺς ναοὺς ποὺ πανηγύριζαν3, ἡ θρησκευτικὴ καὶ βακούφικη ζητεία σιτηρῶν καὶ ἄλλων ἀγροτικῶν προϊόντων γιὰ τοὺς ναοὺς καὶ τὰ μοναστήρια τῶν θηλυκῶν ἰδίως θεοτήτων Ῥέας, Εἰλειθυίας, Μητρός, Κυβέλης, Ἀρτέμιδος, Ἥρας, Νυμφῶν, καὶ πολλῶν ἄλλων4, ἀλλὰ κυρίως καὶ ἐν τέλει γερμοὶ λέγονταν αὐτὰ ποὺ τώρα λέμε κάλαντακόλιντα τῶν παιδιῶν. πρὶν ὅμως πῶ γιὰ τοὺς γερμοὺςκάλαντα, πρέπει νὰ πῶ ὡρισμένα πράγματα γιὰ τὰ ἡμερολόγια τῶν ἀρχαίων. κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τὰ ἡμερολόγια δὲν ἦταν ἀκριβῆ καὶ οἱ ἡμεροδεῖκτες, εἴτε σὰν κρεμαστάρια τοῦ τοίχου εἴτε σὰ σημειωματάρια ἐπιτραπέζια εἴτε σὰ βιβλιαράκια τῆς τσέπης, δὲν ὑπῆρχαν. τὸ ἀρχαιότερο ἡμερολόγιο τοίχου ἢ τραπέζης ἔγραψε κατὰ τὸν Δ΄ π.Χ. αἰῶνα ὁ σύγχρονος τοῦ Ἀριστοτέλους μαθηματικὸς καὶ ἀστρονόμος Εὔδοξος ὁ Κνίδιος. γι΄ αὐτὸ λεγόταν Εὐδόξου Τέχνη. πιὸ μπροστὰ ὁ ἁπλὸς λαὸς καὶ κυρίως ὁ ἀγρότης μάθαινε τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἔτους ἢ καὶ τοῦ μηνὸς ὡς ἄγγελμα ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ ἔλεγαν τὰ κάλαντα. ἀκριβέστερα τὶς ἡμερολογιακὲς ἀλλαγὲς στὸ λαὸ τὶς ἀνακοίνωναν μὲ τὰ παιδιὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο, ὅπως λέει ὁ ποιητὴς Ἡσίοδος, ἦταν Ἔργα καὶ ἡμέραι, δηλαδὴ Καζαμίας, ἀγροτικὸ ἡμερολόγιο. τὰ παιδιὰ μετέφεραν στὸ λαὸ τὸ μήνυμα τῆς χρονικῆς ἀλλαγῆς μὲ μηνυτήρια κι εὐχετήρια τραγουδάκια, ὁ δὲ λαὸς ἔδινε στοὺς μικροὺς ἀγγελιοφόρους φιλοδωρήματα. στὴν ἀρχή, ποὺ δὲν ὑπῆρχε νόμισμα, τὰ φιλοδωρήματα ἦταν καρποί, ἰδίως ξηροὶ ἢ λιασμένοι, ἀμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σῦκα, αὐγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλοῦρες, κρασὶ στὸ ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, ἅλας, καὶ διάφορα ἄλλα καλούδια ἀπὸ τὸ κελλάρι τοῦ σπιτιοῦ. ἀργότερα ἦταν καὶ νομίσματα μικρῆς ἀξίας, ὀβολοὶ καὶ ἡμιώβολαἤμαιθα.
Στοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς παιδικοὺς ἀγερμοὺς ἀναφέρονται οἱ κωμικοὶ ποιηταὶ Ἀριστοφάνης ( Ε΄ π.Χ. αἰ.) Ἔφιππος, καὶ Ἁγνοκλῆς ὁ Ῥόδιος, ὁ ἰαμβικὸς ποιητὴς Φοίνιξ ὁ Κολοφώνιος, ὁ ἱστορικὸς τῶν ἀλεξανδρινῶν χρόνων Θέογνις, οἱ λεξικογράφοι Πάμφιλος Ἀλεξανδρεύς, καὶ Ἡσύχιος Ἀλεξανδρεύς, ὁ λόγιος ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Εὐστάθιος, ὁ Ἰωάννης Τζέτζης, καὶ κυρίως ὁ Πλούταρχος (Α΄-Β΄ μ.Χ. αἰ.), ὁ ἀνώνυμος συγγραφεὺς τοῦ Β΄ π.Χ. αἰῶνος ποὺ ἔγραψε τὸν ψευδηροδότειο Ὁμήρου βίον, ὁ συγγραφεὺς τοῦ Γ΄ αἰῶνος Ἀθήναιος, καὶ ἡ ἀρχαία ἐγκυκλοπαίδεια Σούμμα5. οἱ τέσσερες τελευταῖοι διέσωσαν καὶ τέσσερα πολὺ ἀρχαιότερά τους δημοτικὰ τραγούδια καλάντων, δύο στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο τῆς Σάμου καὶ τῆς Κολοφῶνος, ἕνα στὴ δωρικὴ τῆς Ῥόδου, καὶ ἕνα στὴν πρότερη κοινὴ ἑλληνικὴ τὴ λεγομένη καὶ ἀττική. τὰ δύο εἶναι ἀρχαιότερα τοῦ 500 π.Χ. καὶ τ᾽ ἄλλα δύο νεώτερα.
Τὸ ἕνα ἔτος ἔχει περίπου 365,24 μέρες, δηλαδὴ τόσες περιστροφὲς τῆς γῆς γύρω ἀπὸ τὸν ἄξονά της περιέχει μία περιφορά της γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἔχει 13,37 μῆνες, δηλαδὴ τόσες περιφορὲς τῆς σελήνης γύρω ἀπὸ τὴ γῆ, ἤτοι τόσα διαστήματα ἀπὸ πανσέληνο σὲ πανσέληνο, καὶ 53,5 ἑβδομάδες, δηλαδὴ τόσα τέταρτα τῆς περιφορᾶς τῆς σελήνης ἤτοι τέταρτα τῆς φωτισμένης ἐπιφανείας της. ἐπειδὴ καμμία ἀπὸ τὶς χρονικὲς αὐτὲς μονάδες δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὑποδιαίρεσι τῆς ἄλλης, καὶ μάλιστα ἐπειδὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πάντα περιττὸ ἀριθμό τους ἔχουν καὶ κλάσματα, ὁ ἄνθρωπος ἄργησε νὰ ῥυθμίσῃ τὸ ἡμερολόγιό του ὑποδιαιρώντας τὸ ἔτος σὲ μῆνες καὶ τοὺς μῆνες σὲ μέρες κι ἑβδομάδες. δεύτερη αἰτία ποὺ τὸν δυσκόλευε ἦταν τὸ ὅτι δὲν γνώριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἀκριβῆ χρονικὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, ποὺ εἶναι 365 μέρες, 5 ὥρες, 48΄ λεπτὰ καὶ 47΄΄ δευτερόλεπτα, οὔτε τοῦ μηνὸς οὔτε τῆς ἑβδομάδος. εἶναι τεκμαρτὸ ὅτι στὴν ἀρχὴ νόμισε ὅτι τὸ ἔτος ἔχει 360 μέρες. γι΄αὐτὸ διῄρεσε τὸν κύκλο καὶ τὸ μοιρογνωμόνιό του σὲ 360 μοῖρες, καὶ ὄχι σὲ 400 ἢ 1000, γι΄αὐτὸ καὶ στὸ παλιότερο ἀριθμητικό του σύστημα, τὸ ἑξαδικό, εἶχε ‘’χιλιάδα‘’ τὸ 360, ‘’ἑκατοντάδα‘’ τὸ 60, καὶ ‘’δεκάδα’’ τὸ 6. ἀργότερα ἦταν ποὺ κατάλαβε ὅτι τὸ ἔτος τραβάει 365 μέρες (κατὰ τὴν προϊστορικὴ ἀκόμη ἐποχή), ἀκόμη ἀργότερα ὅτι τραβάει 365, 25 μέρες (τὸ 46 π.Χ.), καὶ τέλος κατάλαβε ὅτι τραβάει 365,242217 μέρες (τὸ 1580). καὶ τρίτη αἰτία ποὺ δυσκόλευε τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνῃ ἕνα ἀκριβὲς ἡμερολόγιο ἦταν τὸ ὅτι στὴν ἀρχὴ ἤθελε νὰ λαμβάνῃ στὰ σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψι του καὶ τοὺς κύκλους τῆς σελήνης (μῆνες) καὶ ταυτόχρονα νὰ τοὺς ἔχῃ συνήθως 12 (=6+6 ἤτοι δύο "δεκάδες" τοῦ ἑξαδικοῦ ἀριθμητικοῦ συστήματος), ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι 13,37. στὴν ἀρχὴ ἰσοφάριζε τὰ πράγματα παρεμβάλλοντας καὶ δέκατο τρίτο μῆνα, τὸν ἐμβόλιμον (=σφηνωμένο), ὄχι πάντα πετυχημένον στὸ χρονικὸ μῆκος του ἢ στὴ συχνότητα παρεμβολῆς του, ἢ αὐξομειώνοντας τὴ διάρκεια τῶν μηνῶν ἀπὸ 28 μέχρι 35 μέρες. ὁ μακεδονικὸς λ.χ. μήνας Ὑπερβερεταος (=ὑπερφερεταος , αὐτὸς ποὺ ὑπερφέρει , δηλαδὴ τὸ παρατραβάει) εἶχε 35 μέρες, ἑνῷ οἱ ἄλλοι 11 μῆνες εἶχαν 30 μέρες (30x11=330. 330+35=365). ὅλ΄ αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς τελευταίους 4 αἰῶνες σ᾽ ὁλόκληρη τὴν ὑπόλοιπη ἱστορία του ὁ ἄνθρωπος εἶχε ἡμερολόγια ποὺ δούλευαν σὰ ῥολόγια ποὺ πηγαίνουν μπροστά. μόνο τὸ προτελευταῖο ἡμερολόγιο, τὸ ἰουλιανὸ τοῦ 46 π.Χ., πήγαινε πίσω κατὰ 11 λεπτὰ καὶ 13 δευτερόλεπτα. κι ὅπως, ὅταν τὸ ῥολόγι πηγαίνῃ μπροστὰ ἢ πίσω, σὲ μεγάλο χρονικὸ διάστημα θὰ δείξῃ τὸ μεσημέρι νὰ εἶναι καὶ 12 ἡ ὥρα, καὶ 1, καὶ 2, καὶ 3, μέχρι καὶ πάλι 12, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ χάσει μία μέρα, ἔτσι καὶ τ᾽ ἀρχαῖα ἡμερολόγια ἔδειχναν τὸ καλοκαίρι καὶ Ἰούλιο μῆνα, καὶ Ὀκτώβριο, καὶ Φεβρουάριο, καὶ Μάιο, καὶ ὁποιονδήποτε ἄλλο μῆνα. τὸ ἀτελέστατο λ.χ. αἰγυπτιακὸ ἡμερολόγιο, σὲ παράλληλη χρῆσι μὲ τὸ τότε ἑλληνικὸ ἡμερολόγιο τοῦ Μέτωνος, τὴ χρονιὰ ποὺ πέθανε ὁ Μ. Ἀλέξανδρος, τὸ 323 π.Χ., ἔδειχνε τὴν 1 τοῦ μηνός του Θώθ, τὴν πρωτοχρονιά του, στὶς 28 Ὀκτωβρίου, τὴ χρονιὰ ποὺ πέθανε ἡ Κλεοπάτρα, τὸ 31 π.Χ., ἔδειχνε τὴν ἴδια ἡμερομηνία του στὶς 30 Αὐγούστου τοῦ μετωνείου ἡμερολογίου, καὶ τὸ 140 μ.Χ. τὴν ἔδειχνε στὶς 20 Ἰουλίου. διότι πήγαινε μπροστά. καὶ πήγαινε μπροστά, ἐπειδὴ ἦταν κοντό, μικρότερο ἀπὸ 365 μέρες.
πὸ τὴν προϊστορικὴ ἤδη ἐποχὴ ὁ ἄνθρωπος εἶχε παρατηρήσει ἐπίσης καὶ τὰ τέσσερα κρίσιμα σημεῖα τοῦ ἔτους, ποὺ τὸ χωρίζουν σὲ τέσσερα τέταρτα (ἑποχές), τὶς δύο δηλαδὴ ἰσημερίες, ἑαρινὴ καὶ φθινοπωρινή, καὶ τὰ δύο ἡλιοστάσια, τὸ χειμερινὸ μὲ τὴ μέγιστη νύχτα τῆς χρονιᾶς, καὶ τὸ θερινὸ μὲ τὴ μέγιστη μέρα. εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτὰ τὰ διαπίστωνε παρατηρώντας ποιό εἶναι τὸ βορειότερο καὶ ποιό τὸ νοτιώτερο σημεῖο τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσεως, στὰ δόντια τῶν ὀροσειρῶν τοῦ ὁρίζοντος δηλαδή, ὅπου φτάνει ὁ ἥλιος (ἡλιοστάσια), καὶ ποιά εἶναι τὰ μεσαῖα (ἰσημερίες). τὰ σημεῖα αὐτά, μὲ τὸ σημερινὸ ἡμερολόγιο, σὲ ἔτος δίσεκτο ποὺ εἶναι τὸ ἔτος τὸ χωρὶς ὑπόλοιπα κλάσματα ἡμερονυκτίου καὶ ἐκκρεμότητες, βρίσκονται στὶς 20 Μαρτίου, 21 Ἰουνίου, 22 Σεπτεμβρίου, καὶ 21 Δεκεμβρίου. ἡ μόνη ἀκαταστασία τοῦ σημερινοῦ ἡμερολογίου εἶναι ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἔτους στὴ μέγιστη νύχτα του, δηλαδὴ τὴν πρωτοχρονιὰ στὶς 22 Δεκεμβρίου. πρέπει δηλαδὴ τὸ ἔτος νὰ τραβηχτῇ ἄλλες 10 μέρες μπροστά, ὥστε ἡ σημερινὴ 22 Δεκεμβρίου ἑνὸς δισέκτου ἔτους νὰ γίνῃ 1 Ἰανουαρίου. καὶ τὸ μῆκος τοῦ κάθε μηνὸς ἀνὰ τριμηνία νὰ ὁριστῇ τόσο, ὥστε τὰ τέσσερα ἐν λόγῳ σημεῖα τοῦ ἔτους νὰ πέφτουν στὴν τελευταία μέρα τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου, Μαρτίου, Ἰουνίου, καὶ Σεπτεμβρίου.
Τέλος κατὰ τὴν ἀρχαιότητα δὲν ὥριζαν ὡς ἀρχὴ τοῦ ἔτους τὸ πιὸ νεκρὸ σημεῖο του, τὸ χειμερινὸ δηλαδὴ ἡλιοστάσιο, ὅπως περίπου γίνεται τώρα, ἀλλὰ προτιμοῦσαν τὶς δυὸ ἰσημερίες, τὴν ἐαρινὴ πιὸ πολὺ σὰν πρωΐ τοῦ ἔτους, ἢ λιγώτερο τὴ φθινοπωρινὴ σὰ δειλινὸ τοῦ ἔτους καὶ τέλος τοῦ κύκλου τῶν γεωργικῶν ἐργασιῶν. διότι ὁ χειμώνας εἶναι, ἂς ποῦμε, ἡ νύχτα τοῦ ἔτους, τὸ δὲ καλοκαίρι ἡ μέρα. καὶ διότι καὶ τὸ εἰκοσιτετράωρο ἡμερονύκτιο οἱ ἀρχαῖοι τὸ ἄρχιζαν ἢ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἢ συνηθέστερα ἀπὸ τὴ δύσι του, σημεῖα ποὺ δὲν εἶναι σταθερά. ἄργησαν νὰ καταλάβουν ὅτι τὰ σταθερὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου εἶναι μόνο τὸ μεσονύκτιο καὶ τὸ μεσημέρι, καὶ ὅτι, ἀφοῦ τὸ μεσονύκτιο εἶναι καὶ τὸ πιὸ νεκρὸ σημεῖο του, εἶναι καὶ ἡ καλλίτερη ἀρχή του καὶ τέλος του.
Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅταν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὡριζόταν μιὰ ἑορτὴ σὲ μιὰ ἡμερομηνία, λ.χ. τὴν 1 Μαρτίου, καθὼς τὸ ἡμερολόγιο πήγαινε σὰ χαλασμένο ῥολόγι πότε μπροστὰ καὶ πότε πίσω, αὐτὴ ἡ 1η Μαρτίου ἄλλοτε ἔφτανε στοὺς καύσωνες τοῦ καλοκαιριοῦ καὶ ἄλλοτε στοὺς παγετοὺς τοῦ χειμῶνος. ὀνομαστικὰ ἦταν πάντοτε ἡ 1η Μαρτίου, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἔφτανε σχεδὸν σ᾽ ὁποιαδήποτε ἐποχή. ὅταν οἱ ἀστρονόμοι, οἱ ὅποιοι ἀστρονόμοι τῆς κάθε ἐποχῆς, διώρθωναν τὸ ἡμερολόγιο, οἱ ἁπλοϊκοὶ ἐπέμεναν στὴν 1η Μαρτίου μὲ τὸ παλιό, ὅπως λ.χ. καὶ οἱ σημερινοὶ παλαιοημερολογῖτες ἔχουν τὴν 1η Μαρτίου τους στὶς 14 Μαρτίου. ἔτσι καὶ στὴν ἀρχαιότητα ἡ 1η Μαρτίου γιὰ τοὺς κατὰ καιροὺς παλαιοημερολογῖτες, ποὺ εἶναι σχεδὸν πάντα οἱ δεισιδαίμονες θρῆσκοι, ἔπεφτε καὶ στὶς 25 Μαρτίου καὶ στὶς 2 Ἀπριλίου καὶ στὶς 21 Ἀπριλίου, ἡ δὲ 1η Ἰανουαρίου ἔπεφτε καὶ στὶς 24 ἢ 25 Δεκεμβρίου καὶ στὶς 5 ἢ 6 Ἰανουαρίου. σ᾽ αὐτὲς κυρίως τὶς ἡμερολογιακὲς μανοῦβρες καὶ παλαιοημερογιτικὲς ἐμμονὲς ὀφείλονται τὰ κάλαντα (κάλαντα = kalendae = νουμηνία, νεομηνία, πρωτομηνιὰ) τῶν Χριστουγέννων ἢ τῆς παραμονῆς των, τῶν Φώτων ἢ τῆς παραμονῆς των, τοῦ Λαζάρου, τῶν Βαΐων, τοῦ Πάσχα, κλπ.. ἀρχικὰ ἦταν κάλαντα τῆς 1 ΄Ιανουαρίου ἢ τῆς 1 Μαρτίου (παλιᾶς πρωτοχρονιᾶς). ἀλλὰ προέτρεξα.
Τὰ παιδιὰ τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς, γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς Ῥωμαίους ὁ λόγος, στὴν ἀρχὴ ἔλεγαν τὰ κάλαντα (=μήνυμα καὶ εὐχὲς νεομηνίας) κάθε πρωτομηνιά. κι αὐτὸ τὸ μνημονεύει ὁ συντάκτης τοῦ ψευδηροδοτείου Βίου τοῦ Ὁμήρου, ποὺ γράφει ὅτι δῆθεν ὁ φτωχὸς Ὅμηρος, παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, τας νουμηνίαις προσπορευόμενος πρς τς οἰκίας τς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι είδων τ ἔπεα τάδε ἃ καλεται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων6. ἀργότερα, κατὰ τὴν ἱστορικὴ ἐποχή, ὅταν τὰ ἡμερολόγια ἦταν προγράμματα καταγραφόμενα, τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν περιωρίστηκαν ἢ στὰ τέσσερα κρίσιμα σημεῖα τοῦ ἔτους, ἰσημερίες καὶ ἡλιοστάσια, ἢ στὶς κατὰ καιροὺς πρωτοχρονιές, ποὺ ἦταν τοποθετημένες ἡ κάθε μιὰ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τέσσερα αὐτὰ σημεῖα. στὴν Ἑλλάδα λ.χ. πρὶν ἀπὸ τὸ 432 π.Χ. εἶχαν τὴν πρωτοχρονιὰ στὴ φθινοπωρινὴ ἰσημερία ( 1 Ὀκτωβρίου ἢ καὶ λίγο πρὶν ἀπ᾽ αὐτή), ἐνῷ ἀπὸ τὸ 432 π.Χ. ὁ μεγάλος μαθηματικὸς Μέτων, ποὺ ἔκανε τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ τρία τελευταῖα καὶ τελειότερα ἡμερολόγια (μετώνειο τοῦ Μέτωνος, ἰουλιανὸ τοῦ Σωσιγένους, γρηγοριανὸ τοῦ Lilio), τοποθέτησε τὴν πρωτοχρονιὰ στὴν ἐαρινὴ ἰσημερία (31 Μαρτίου ἢ λίγο πρὶν ἀπ᾽ αὐτή). γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἔχουμε διασωσμένα κάλαντα καὶ φθινοπωρινὰ ἢ σεπτεμβριάτικα, καὶ ἐαρινὰ ἢ μαρτιάτικα. δὲν ἔχουμε χειμερινὰ καὶ θερινὰ διασωσμένα τραγούδια καλάντων οὔτε μαρτυρίες γιὰ τέτοια.
Οἱ Ῥωμαῖοι πολὺ σωστὰ ἤδη τὸ 153 π.Χ.7 ὥρισαν ὡς πρωτοχρονιὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου, δηλαδὴ ἀκριβῶς ἢ περίπου τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο, ποὺ εἶναι τὸ μεσονύκτιο τοῦ ἔτους, ἡ μέγιστη νύχτα του. κι ἐνῷ πῆγαν ἐκεῖ καὶ τὰ κάλαντα, παρέμειναν καὶ στὴν παλιὰ πρωτοχρονιά τους τὴν 1 Μαρτίου. ὅταν αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἐθιμικὸ καθεστὼς διήνυε τὸ δεύτερο αἰῶνα τῆς διαρκείας του, τότε ἦρθε ὁ Χριστιανισμός. ἔτσι μέσα στὸ δικό του κλῖμα, τὸ κάπως μεταγενέστερο βέβαια, μπῆκε κι ἐπιβίωσε καὶ τὸ ἐθιμικὸ αὐτὸ καθεστώς. μὲ αἰτία τὶς προειρημένες ἡμερολογιακὲς μανοῦβρες τὰ μὲν κάλαντα τῆς 1 Ἰανουαρίου διασπάρηκαν καὶ στὶς 24 καὶ 25 Δεκεμβρίου (Χριστούγεννα καὶ παραμονή τους) καὶ στὶς 5 καὶ 6 Ἰανουαρίου (Φῶτα καὶ παραμονή τους), τὰ δὲ κάλαντα τῆς 1 Μαρτίου διασπάρηκαν καὶ στὶς 25 Μαρτίου (Εὐαγγελισμός), καὶ μέσα σ᾽ ὅλο τὸν Ἀπρίλιο (Σάββατο τοῦ Λαζάρου, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, Μ. Πέμπτη, Μ. Παρασκευή, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα). γιὰ τὰ κάλαντα τῆς Ἀναλήψεως, καὶ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου (21 Μαΐου) δὲν φαίνεται ἂν εἶναι ἔσχατα σημεῖα διασπορᾶς τῶν καλάντων τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας καὶ πρωτοχρονιᾶς ἢ πρώιμα σημεῖα διασπορᾶς κάποιων πολὺ ἀρχαιοτέρων καλάντων τοῦ θερινοῦ ἡλιοστασίου ἢ κάποιας θερινῆς πρωτοχρονιᾶς (21 Ἰουνίου). πάντως, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς μέχρι τώρα γενόμενες λαογραφικὲς ἔρευνες, στὸν ἑλληνικὸ χῶρο κάλαντα λέγονται στὶς 24 Δεκεμβρίου (κόλιντα παραμονῆς Χριστουγέννων), 25 Δεκεμβρίου (Χριστούγεννα), 1 Ἰανουαρίου (πρωτοχρονιὰ - Ἅγιος Βασίλειος), 5 Ἰανουαρίου (παραμονὴ Φώτων), 6 Ἰανουαρίου (Φῶτα), 1 Μαρτίου (χελιδόνα - χελιδονίσματα), 25 Μαρτίου (Εὐαγγελισμός), 27 Μαρτίου - 27 Ἀπριλίου (Σάββατο Λαζάρου - λαζαρῖνες - λαζαρίσματα), 28 Μαρτίου - 28 Ἀπριλίου (Κυριακὴ Βαΐων - Σήμερα τ βάια καὶ τῶν βαϊῶν), 1 Ἀπριλίου - 2 Μαΐου (Μ. Πέμπτη - Σήμερα μαρος οὐρανός), 2 Ἀπριλίου - 3 Μαΐου (Μ. Παρασκευή), 4 Ἀπριλίου - 5 Μαΐου (Κυριακὴ τοῦ Πάσχα - Χριστς γεννήθη, χαρ στν κόσμο), 14 Μαΐου - 15 Ἰουνίου (Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως - Σήμερον τ ἅγια Κούντουρα καὶ αὔριο ἡ νάληψι), καὶ 21 Μαΐου (Ἅγιος Κωνσταντῖνος). καὶ γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς ἑορτὲς ὑπάρχουν τὰ ἀνάλογα κάλαντα, τὰ προσαρμοσμένα ὄχι μόνο στὴ Χριστιανικὴ πίστι ἀλλὰ καὶ στὸν ἅγιο ἢ τὴν ἑορτὴ τῆς ἡμέρας (Βασίλειος, Λάζαρος, Κωνσταντῖνος, Βάια, Ἀνάληψι). εἶναι ὅμως παρατηρήσιμο ὅτι ἡ ἀναφορὰ στὸν ἅγιο ἢ τὴν ἑορτὴ εἶναι ὑποτυπώδης, τὸ δὲ κύριο περιεχόμενο τῶν καλάντων εἶναι εὐχὲς τῶν καλαντιστῶν στὰ μέλη τῆς οἰκογενείας ποὺ δέχεται τὸ ἄγγελμά τους καὶ μάλιστα εὐχὲς στ΄ ἀνύπαντρα παλληκάρια καὶ κορίτσια τῆς οἰκογενείας γιὰ ἕναν καλὸ ἔρωτα ἢ γάμο, ἀκόμη κι ὅταν εἶναι νήπια. μερικὲς φορὲς εἶναι καὶ ἄμεση ἐρωτικὴ πρότασι σὲ δεύτερο πρόσωπο. διότι ἀπὸ μιὰ ἄποψι τὰ κάλαντα ἦταν κάποτε καὶ εὐκαιρία καντάδας ἐκ τοῦ συστάδην. καὶ μιὰ τάχαμου τολμηρὴ καντάδα ἦταν καὶ τάχαμου καμουφλαρισμένη ἀνάμεσα στοὺς στίχους τῶν ἐγκωμίων τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας, ὅπως περίπου εἶναι κρυμμένες οἱ συλλαβὲς τῶν κορακίστικων ἀνάμεσα στοὺς κορακισμοὺς κε-κε-κε (κε Α κε ὔρι κε ο κε θἄ κε ρθω κε ν κε σὲ κε δῶ).

Βαστάει πέννα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.
Ζαχαροκάντιο ζυμωτή, δὲς κι ἐμὲ τ παλληκάρι.

Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι ἐξ ἀρχῆς τὰ κάλαντα ἢ κατὰ τὶς ἀρχαῖες ἑλληνικὲς ὀνομασίες των εἰρεσιῶναι, χελιδονίσματα, καὶ κορωνίσματα, ἦταν μόνο κοινωνικὰ καὶ ἀγροτικὰ - ἡμερολογιακὰ καὶ παιδικά, χωρὶς κανένα θρησκευτικὸ χαρακτῆρα. θρησκευτικὰ στοιχεῖα, εἰδωλολατρικὰ πρῶτα κι ἔπειτα χριστιανικά, μπῆκαν σ᾽ αὐτὰ μόνο σὲ χρόνια ὄψιμα. ἔτσι βλέπουμε στὰ μὲν ἀρχαϊκὰ καὶ ἔντονα διαλεκτικὰ ἑλληνικὰ χελιδονίσματα καὶ εἰρεσιώνας ν᾽ ἀπουσιάζῃ κάθε ἴχνος θρησκευτικοῦ στοιχείου, στὸ δὲ ὀψιμώτερο κορώνισμα νὰ ἐμφανίζωνται ὁ Ἀπόλλων σὰν πατέρας τῆς Κορώνης καὶ οἱ θεοὶ σὰν ἐκτελεσταὶ τῶν εὐχῶν, κι αὐτοὺς ὅλους ἀργότερα νὰ τοὺς ὑποκαθιστοῦν οἱ ἅγιοι Βασίλειος, Λάζαρος, καὶ Κωνσταντῖνος.
Εἰρεσιώνη στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἐθιμικὴ συνήθεια λεγόταν κατ᾽ ἀρχὴν ἕνα κλωνάρι ἐλιᾶς στολισμένο μὲ μιὰ τούφα ερος8 ἤτοι ἔριον (=μαλλί) – γι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε λεγόταν καὶ εἰρεσιώνη9 - καὶ μὲ διαφόρους πρόσθετους καρποὺς ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ὑπάρχουν ἄφθονοι κατὰ τὴ φθινοπωρινὴ καὶ σεπτεμβριάτικη ἰσημερία, ἰδίως ῥόδια, κυδώνια, σῦκα, καὶ σταφύλια. αὐτὸ τὸ κλωνάρι, τὴν εἰρεσιώνη, τὸ κρεμοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στὴν πόρτα τους καὶ τὸ κρατοῦσαν ὅσο περισσότερον καιρὸ μποροῦσαν, ὅπως τώρα κρεμοῦν τὸ στεφάνι τῆς πρωτομαγιᾶς. ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν εἰρεσιώνη κατάγονται τόσο τὰ κρεμαστάρια ῥοδιῶν καὶ κυδωνιῶν στὸ ταβάνι τοῦ νεοελληνικοῦ ἀγροτικοῦ σπιτιοῦ, ὅσο καὶ ὁ γαμήλιος φλάμπουρας τῶν Σαρακατσάνων ποὺ ἔχει στὰ ἄκρα του μπηγμένα μῆλα. ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἀρχαία εἰρεσιώνη τὴν κρεμοῦσαν στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τὰ παιδιὰ ποὺ πήγαιναν νὰ τραγουδήσουν τὴν εἰρεσιώνη - κάλαντα. γι᾽ αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητο ὅτι καὶ τὸ δημοτικὸ τραγούδι τῶν καλάντων, ποὺ λεγόταν εἰρεσιώνη 10, εἶναι τῆς φθινοπωρινῆς ἰσημερίας καὶ πρωτοχρονιᾶς.
Χελιδονίσματα λέγονταν στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα τὰ κάλαντα τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας καὶ πρωτοχρονιᾶς, ἐπειδὴ τὰ παιδιά, ποὺ τὰ τραγουδοῦσαν περιερχόμενα στὰ σπίτια καὶ δεχόμενα φιλοδωρήματα, κυρίως ἀνήγγελλαν τὸν ἐρχομὸ τῆς ἀποδημητικῆς χελιδόνος. καὶ τὰ παιδιὰ αὐτὰ λέγονταν χελιδονισταί 11. καὶ μέχρι σήμερα ἡ χελιδόνα τραγουδιέται ἀπὸ τὰ παιδιὰ σὰν κάλαντα τῆς 1 Μαρτίου σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα, οἱ δὲ σημερινοὶ χελιδονισταὶ ἔχουν μιὰ ξύλινη χελιδόνα ποὺ τὴν περιστρέφουν σὲ ἄξονα μὲ ἑλκόμενο κορδόνι πάνω σὲ μιὰ ξύλινη τρουλλοειδῆ βάσι στολισμένη μὲ πρώιμα λουλούδια. τὸ ἴδιο πρέπει, νομίζω, νὰ ἔκαναν καὶ οἱ ἀρχαῖοι χελιδονισταί. τὰ ἴδια ἐαρινὰ κάλαντα σὲ μερικὲς περιοχὲς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος λέγονταν κορωνίσματα, καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ τὰ τραγουδοῦσαν κορωνισταί 12, ἐπειδὴ ἀντὶ γιὰ τὴ χελιδόνα τραγουδοῦσαν τὴν κορώνη (=κουρούνα), ἐπίσης ἀποδημητικὸ πτηνὸ καρακοειδές. στὸ μοναδικὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κορώνισμα, ποὺ διασώθηκε, φαίνεται ἔντονα ὅτι οἱ κορωνισταὶ κρατοῦσαν κι ἔπαιζαν ὁμοίωμα κορώνης, καὶ ἀπ᾽ αὐτὸ συμπέρανα προηγουμένως ὅτι τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ στὴ χελιδόνα, πρᾶγμα ἄλλωστε ποὺ μαρτυρεῖται ὡς ἐπιβίωσι καὶ στὴ νεοελληνικὴ παιδικὴ ἐθιμικὴ πρακτική. ὅσο γιὰ τὸ Λάζαρο, ποὺ τραγουδοῦν οἱ λαζαρνες στὰ λαζαρίσματά τους, εἶναι, νομίζω, διασκευὴ καὶ μεταπήδησι τοῦ εἰδωλολατρικοῦ θεοῦ Ἡλίου (Ἀπόλλωνος), ἢ ἴσως καὶ Ἡλαζάρου κάποτε λεγομένου, ὅπως κι ὁ Ἁη Λιᾶς ἢ Ἠλίας, ποὺ τὰ ἐξωκκλήσια του εἶναι συνήθως σὲ βουνοκορφὲς (Ἐκε ψηλ στν Ἁη Λιᾶ), εἶναι στὴν πραγματικότητα ὁ θεὸς Ἥλιος, ποὺ λατρευόταν στὰ ὑψηλ καὶ στὶς βουνοκορφές, ὅπως κατ᾽ ἐπανάληψι μαρτυρεῖται καὶ στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν τῆς Π. Διαθήκης. ἀλλὰ καὶ ὁ λεγόμενος Τίμιος Πρόδρομος, ποὺ στὰ «γενέθλιά του» κατὰ τὸ θερινὸ ἡλιοστάσιο, 24 Ἰουνίου, ἀνάβουν καὶ πηδοῦν φωτιὲς (ἐκφυλισμένες βακχικὲς ὀργιαστικὲς πυροβασίες ποὺ τραβήχτηκαν καὶ ἕνα μῆνα πιὸ μπροστὰ στὶς 21 Μαΐου τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης) καὶ ὁ δῆθεν Χριστὸς ποὺ τὴν παραμονὴ τῶν «γενεθλίων του» κατὰ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο, 24 Δεκεμβρίου, ἀνάβουν πάλι φωτιὲς καὶ στὴ Φλώρινα καὶ σ᾽ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, (ἐνῷ ὁ ἀληθινὸς Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι βεβαιωμένο καὶ μαρτυρημένο ὅτι γεννήθηκε στὶς 5 Σεπτεμβρίου), δὲν εἶναι, λέω γιὰ τοὺς ἑορταζομένους στὶς 24 Ἰουνίου καὶ Δεκεμβρίου μὲ φωτιές, δὲν εἶναι παρὰ ὁ εἰδωλολατρικὸς θεὸς Ἥλιος ἢ Ἀπόλλων ἢ Διόνυσος - Βάκχος ἢ ῥωμαϊκὸς Σάτυρος (Σατῦρνος - Saturnus = Ἐπιβήτωρ). πρόκειται γιὰ εἰδωλολατρικὲς ἑορτὲς μεταμφιεσμένες σὲ χριστιανικές. ἀλλ᾽ αὐτὰ τῶν δυὸ ἡλιοστασίων μὲ τὶς φωτιὲς καὶ τὶς ἐκφυλισμένες πυροβασίες δὲν ἔχουν σχέσι μὲ τὰ κάλαντα. τ΄ ἀνέφερα μόνο σὰ δείγματα μεταμφιέσεως εἰδωλολατρικῶν θεῶν καὶ σατύρων σὲ χριστιανικοὺς ἁγίους. τέτοια περίπτωσι θέλω νὰ πῶ, μόνον ὡς πρὸς τὸ ὄνομα, εἶναι καὶ ὁ Λάζαρος τῶν λαζαρισμάτων. ὄχι ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀγερμόν.
Κατὰ τὴ ῥωμαϊκὴ ἐποχή, δηλαδὴ τὴν ἑλληνορρωμαϊκὴ καὶ βυζαντινή, αἱ εἰρεσιῶναι καὶ τὰ χελιδονίσματακορωνίσματα ἔγιναν κάλανδακάλαντα 13 ἢ μὲ κάποια γλωσσικὴ φθορὰ κόλιντα 14 ἀπὸ τὶς ῥωμαϊκὲς kalendae (=νουμηνία, πρωτομηνιά, τραγούδια πρωτομηνιᾶς καὶ πρωτοχρονιᾶς —ρχιμηνι κι ρχιχρονιά— , ἀγγελτήρια τῆς ἀλλαγῆς τοῦ μηνὸς ἢ τῆς χρονιᾶς). καὶ ἔτσι μὲ τὴ λατινική τους ὀνομασία ἔμειναν μέχρι σήμερα. καὶ τραβήχτηκαν ὡς κάλαντα καὶ στὴ νεώτερη πρωτοχρονιὰ τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου, τὴν 1 Ἰανουαρίου καὶ τὰ πέριξ.
στὴ συνέχεια παραθέτω, μεταφράζω, καὶ σχολιάζω τὰ τέσσερα σῳζόμενα ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ προρρωμαϊκὰ κάλαντα, ἤτοι δύο εἰρεσιώνας ἕνα χελιδόνισμα, καὶ ἕνα κορώνισμα. ἀπ΄ ὅ,τι ξέρω, μέχρι σήμερα, οὔτε τὰ προσδιώρισε κανεὶς πρὶν ἀπὸ μένα ὡς κάλαντα, οὔτε τὰ μετέφρασε, οὔτε κἂν τὰ περισυνέλεξε σὲ σῶμα.
1. Εἰρεσιώνη α΄

Δῶμα προσετραπόμεσθ΄
νδρς μέγα δυναμένοιο,
ὃς μέγα μὲν δύναται, μέγα δὲ βρέμει, ὄλβιος αἰεί.
Αὐταὶ
νακλίνεσθε θύραι. πλοτος γρ ἔσεισι
πολλός, σὺν πλούτῳ δὲ καὶ εὐφροσύνη τεθαλυ
α,
5 εἰρήνη τ᾽ γαθή. ὅσα δ᾽ ἄγγεα, μεστ μὲν εἴη,
κυρβέη δ᾽ αἰεὶ κατ
καρδόπου ἕρποι μᾶζα,
το
παιδς δὲ γυνὴ κατ διφράδα βήσεται ὕμμιν,
ἡμίονοι δ᾽ ἄξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα,
αὐτὴ δ᾽ ἱστ
ν ὑφαίνοι ἐπ΄ ἠλέκτρῳ βεβαυα.
10 νεμαί τοι νεμαι ἐνιαύσιος ὥστε χελιδὼν
ἕστηκ᾽ ἐν προθύροις ......................................
εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δὲ μή, οὐχ ἑστήξομεν˙
οὐ γ
ρ συνοικήσοντες ἐνθάδ᾽ ἤλθομεν.

Μετάφρασι
Μπαίνουμε μὲς στ᾽ ἀρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,
ἀντρειωμένου καὶ βροντόφωνου καὶ πάντα εὐτυχισμένου.
Ἀνοίξτε, πόρτες, μόνες σας, πλοῦτος πολὺς νὰ ἔμπῃ μέσα,
καὶ μὲ τὸν πλοῦτο συντροφιὰ χαρὰ μεγάλη κι εὐτυχία
κι ὁλόγλυκη εἰρήνη. τ᾽ ἀγγειά του ὅλα γεμάτα νἆναι
καὶ τὸ ψωμὶ στὴ σκάφη νὰ φουσκώνῃ πάντα καὶ νὰ ξεχειλίζῃ.
γι᾽ αὐτὸ ἐδῶ τὸ παλληκάρι σας ἡ νύφη νἄρθῃ θρονιασμένη σὲ θρονί,
ἡμίονοι σκληροπόδαροι στὸ σπιτικὸ αὐτὸ νὰ σᾶς τὴν κουβαλήσουν,
καὶ νὰ ὑφαίνῃ πανὶ σὲ ἀργαλειὸ μὲ χρυσάργυρες πατῆθρες.
σοὔρχομαι σοῦ ξανάρχομαι σὰ χελιδόνι κάθε χρόνο
καὶ στὴν αὐλόθυρά σου στέκομαι . ..........................................
............................................................................................
Ἂν εἶναι νὰ μᾶς δώσῃς τίποτα, καλὰ καὶ καμωμένα,
εἰ δὲ μή, δὲν θὰ στεκόμαστε ἐδῶ γιὰ πάντα.
γιατὶ ἐδῶ δὲν ἤρθαμε γιὰ νὰ συγκατοικήσουμε μαζί σου.

Τὸ τραγούδι διασῴζουν ὁ συντάκτης τοῦ ψευδηροδοτείου Βίου το Ὁμήρου καὶ ἡ Σούμμα 15. δημοτικὸ τῆς Σάμου ὁπωσδήποτε ἀρχαιότερο τοῦ 500 π.Χ., ποὺ ἴσως φτάνει καὶ μέχρι τὸν Ζ΄ π.Χ. αἰῶνα. γλῶσσα αὐθεντικὴ καὶ ἀρχαϊκὴ ἰωνικὴ τῆς Σάμου. δακτυλικὸ ἑξάμετρο, μέτρο τῆς ἐπικῆς ποιήσεως σὲ κατ΄ οὐσίαν λυρικὸ κομμάτι, πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ χρόνο ἀρχαιότερο ἀπὸ τὴν ἄνθησι τῆς τυπικῆς λυρικῆς ποιήσεως καὶ θυμίζει τὰ λεγόμενα ΠροοίμιαὉμηρικοὺς Ὕμνους, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι στὴν οὐσία τους λυρικά. ἀπουσία κάθε ἴχνους θρησκείας, καθὼς καὶ νομίσματος. αὐθεντικὸ παιδικὸ τραγούδι. ὁ συντάκτης τοῦ Βίου, ὁ ὁποῖος τόσο τὸ κομμάτι αὐτὸ ὅσο καὶ πολλὰ ἄλλα ἀρχαϊκὰ ἀδέσποτα καὶ δημοτικά, ἐπικὰ στὸ μέτρο καὶ λυρικὰ στὴν οὐσία, ὅλα σὲ ἰωνικὴ διάλεκτο, προσπαθεῖ νὰ τὰ περάσῃ ὅλα σὰ χάντρες στὸ νῆμα τοῦ Βίου, προφανῶς γιὰ νὰ τὰ περισώσῃ καὶ γιὰ νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ὕπαρξί τους στὴν παράδοσι, στὴν εἰσαγωγὴ γιὰ τὴν εἰρεσιώνη αὐτὴ λέει ὅτι τὴν τραγουδοῦσε ὁ τυφλὸς καὶ φτωχὸς Ὅμηρος στὴ Σάμο ἀπὸ ἀρχοντικὸ σὲ ἀρχοντικό, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ τραγουδοῦσαν κι αὐτὰ μαζί του. στὰ ἐπιλεγόμενα ὅμως γιὰ τὸ τραγούδι λέει˙ ιδετο δὲ τάδε τ ἔπεα ἐν τῇ Σάμῳ ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπ τῶν παίδων, ὅτε γείροιεν ἐν τῇ ἑορτῇ τοπόλλωνος. ἡ ἑορτὴ αὐτὴ πιθανῶς ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἰσημερία καὶ πρωτοχρονιά, διότι τέτοια μέρα ἦταν εὐνόητο νὰ ἑορτάζεται ὁ Ἀπόλλων - Ἥλιος. αὐτὸ φυσικὰ δείχνει ὄχι τὴν ἀρχικὴ πραγματικότητα, ἀλλ᾽ ἐκείνη τοῦ Β΄ π.Χ. αἰῶνος, ὅταν βρῆκε καὶ περισυνέλεξε τὸ ᾆσμα ὁ συντάκτης τοῦ Βίου. ἡ ἑορτὴ ὁρίζεται ἢ μετασκευάζεται καὶ σὲ μεταγενέστερο χρόνο. ἐπίσης ὁ στίχος 10 μὲ τὴν ἀπροσδόκητη καὶ σαφῶς ἀταίριαστη ἀναφορὰ τῆς χελιδόνος εἶναι προφανῶς προσθήκη ἢ διασκευὴ νεώτερη τοῦ 432 π.Χ., ὅταν ἡ πρωτοχρονιὰ μετατέθηκε ἀπὸ τὴ φθινοπωρινὴ στὴν ἐαρινὴ ἰσημερία, ὁπότε ἡ εἰρεσιώνη αὐτὴ χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς χελιδόνισμα. στὸ κείμενο τῆς Σούμμας ἡ προσθήκη ἔχει καὶ προέκτασι μὲ ὀνομαστικὴ ἀναφορὰ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ συνεπῶς εἰσδοχὴ θρησκευτικοῦ στοιχείου ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ὄψιμη ἐποχή. ὅλη μαζὶ ἡ προσθήκη ἔχει ὡς ἑξῆς.

10 νεμαί τοι νεμαι ἐνιαύσιος ὥστε χελιδὼν
ἕστηκ᾽ ἐν προθύροις ψιλὴ πόδας.
λλὰ φέρ᾽ αψα
πέρσαι τῷ
πόλλωνος γυιάτιδος ....................

2. Εἰρεσιώνη β΄

Εἰρεσιώνῃ σκα φέρειν καὶ πίονας ἄρτους
καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον
ναψήσασθαι
καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ.

Μετάφρασι

Στὴν εἰρεσιώνη φέρνε σῦκα καὶ ψωμιὰ ἀφράτα
καὶ μέλι στὴν κούπα καὶ μύρο ν᾽ ἀλειφτῇ
καὶ κρασὶ στὸ ποτήρι δυνατό, γιὰ νὰ κοιμᾶται σουρωμένη.

Τὸ τραγούδι διασῴζουν ὁ Πλούταρχος καὶ ἡ Σούμμα 16. δημοτικὸ τῶν Ἀθηνῶν τῆς κλασσικῆς ἢ ἀλεξανδρινῆς ἐποχῆς, πιθανῶς ὄχι ὁλόκληρο. γλῶσσα πρότερη κοινὴ ἑλληνικὴ ἡ λεγομένη καὶ ἀττική. μέτρο λυρικῆς ποιήσεως. ἡ μεταγενέστερη ἡλικία του φαίνεται κι ἀπὸ τὴν προχωρημένη σημασία τοῦ ὅρου εἰρεσιώνη. σημαίνει τὴν παρέα τῶν ἀντρῶν πλέον ποὺ τὴν τραγουδοῦν σὲ συμπόσιο, ὅπου ἀλείφονται μὲ μυρέλαιο καὶ πίνουν καὶ μεθοῦν καὶ κοιμοῦνται. ἀπουσία θρησκείας καὶ νομίσματος, ἴσως ὅμως συμπτωματική, ὀφειλόμενη στὸ ὅτι πρόκειται γιὰ μικρὸ ἀπόσπασμα˙ ἂν πρόκηται γιὰ τέτοιο. ἡ καταγωγὴ τοῦ τραγουδιοῦ ἀνεβάζεται μέχρι τὸ Θησέα τόσο ἀπὸ τὸν Πλούταρχο ὅσο κι ἀπὸ τὴ Σούμμα, ἡ ὁποία ἴσως ἀντλεῖ ἀπ΄ αὐτόν. στὴ Σούμμα λέγεται ὅτι τραγουδιόταν στὴν Ἀθήνα κατὰ τὶς ἑορτὲς Πυανέψια τοῦ Ἀπόλλωνος (7 Πυανεψιῶνος = 22 Ὀκτωβρίου, περίπου φθινοπωρινὴ ἰσημερία καὶ πρωτοχρονιὰ) καὶ Θαργήλια τοῦ Ἡλίου καὶ τῶν Ὡρῶν (=ἐποχῶν τοῦ ἔτους) (7 Θαργηλιῶνος = 22 Μαΐου, ἴσως ἐαρινὴ ἰσημερία καὶ πρωτοχρονιά, ἴσως καὶ θερινὸ ἡλιοστάσιο. περίπου δηλαδή). πάντως οὔτε ὁ Πλούταρχος οὔτε ὁ συντάκτης τοῦ σχετικοῦ λήμματος τῆς Σούμμας φαίνονται νὰ γνωρίζουν ἢ ν᾽ ἀντιλαμβάνωνται ὅτι ἡ εἰρεσιώνη ἦταν, κατ᾽ ἀρχὴν τοὐλάχιστο, αὐτὸ ποὺ λέμε τώρα κάλαντα. ἡμίονος ἐδῶ ἐννοεῖται ὁ φυσικὸς καὶ γόνιμος ἡμίονος (κυπραίικο γαϊδούρι) (Βίβλος, Γε 45, 23˙ Β’ Βα 13, 29. Ὅμηρος, Β 852˙ Η 333), κι ὄχι τὸ ἄγονο ὑβρίδιο ‘’μουλάρι’’, ποὺ λεγόταν οὐρεύς (Ὅμηρος, Α 50˙ Ω 702).

3. Χελιδόνισμα
Ἦλθ΄ ἦλθε χελιδὼν
καλ
ς ὥρας ἄγουσα,
καλοὺς ἐνιαυτούς,
ἐπὶ γαστέρα λευκά,
5 ἐπὶ νῶτα μέλαινα.

Παλάθαν σὺ προκύκλει ἐκ πίονος οἴκου
οἴνου τε δέπαστρον τυρο
τε κάνιστρον.
καὶ πύρνα χελιδὼν καὶ λεκηθίταν οὐκ
πωθεται.

Πότερ᾽ πίωμες ἢ λαβώμεθα;
10 εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δὲ μή, οὐκ ἐάσομες.
ἢ τ
ν θύραν φέρωμες ἢ τ ὑπέρθυρον
ἢ τ
ν γυνακα τν ἔσω καθημέναν.
μικρ
μέν ἐστι, ῥᾳδίως νιν οἴσομες.
ἂν δὴ φέρῃς τι, μέγα δή τι φέροις.
15 ἄνοιγ᾽ ἄνοιγε τν θύραν χελιδόνι.
οὐ γ
ρ γέροντές ἐσμεν, λλ παιδία.

Μετάφρασι
Ἦρθε ἦρθε ἡ χελιδόνα,
φέρνει τὸν καλὸ καιρό,
φέρνει τὴν καλὴ χρονιά.
εἶναι ἄσπρη στὴν κοιλιά,
μαύρη στὴ ῥάχι ἑπάνω.

Κύλα κατὰ δῶ ἕναν πελτὲ σύκου ἀπ᾽ τὸ σπιτικὸ τὸ γεμάτο καλούδια.
κέρνα μας ἕνα ποτήρι κρασί, δός μας κι ἕνα πανέρι τυρί.
ἡ χελιδόνα δὲν λέει ὄχι καὶ στὰ σταρόψωμα καὶ στὴν κουλούρα.

Τί λές; θὰ μᾶς δώσῃς ἢ νὰ φύγουμε;
κι ἂν μὲν μᾶς δώσῃς, καλὰ καὶ καμωμένα.
ἂν ὅμως δὲν μᾶς δώσῃς, δὲν θὰ περάσῃ ἔτσι.
ἢ τὴν αὐλόπορτα σοῦ σηκώνουμε ἢ τὸ στέγαστρό της,
ἢ τὴν κοπελλάρα ποὺ κάθεται στὸ σπίτι μέσα.
εἶναι μικρούλα βέβαια, ἀλλὰ τόσο τὸ καλλίτερο,
γιὰ νὰ τὴ σηκώνουμε κι ἐμεῖς ἀκόμη εὐκολώτερα.
κι ἂν φέρῃς νὰ μᾶς δώσῃς κάτι, νἆναι κάτι μεγάλο.
ἔλα ἄνοιξε τὴν πόρτα σου μπροστὰ στὴ χελιδόνα.
δὲν εἴμαστε γέροι ἄνθρωποι, εἴμαστε παιδάκια.

Τὸ τραγούδι διασῴζουν ὁ Ἀθήναιος καὶ ἀποσπασματικὰ ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης ποὺ ὁμολογουμένως ἀντλεῖ ἀπὸ τὸν Ἀθήναιο17. ὁ δὲ Ἀθήναιος τὸ πῆρε ἀπὸ τὸ μὴ σῳζόμενο σήμερα ἔργο τοῦ ἱστορικοῦ τῶν ἀλεξανδρινῶν χρόνων Θεόγνιδος Περὶ τῶν ἐν Ῥόδῳ θυσιῶν, βιβλίον β΄. δημοτικὸ τῆς Ῥόδου ὁπωσδήποτε ἀρχαιότερο τοῦ 500 π.Χ., ἀλλὰ καὶ μὲ κομμάτια μεταγενέστερα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Μέτωνος κατὰ τὸ 432 π.Χ.. γλῶσσα αὐθεντικὴ καὶ ἀρχαϊκὴ δωρικὴ τῆς Ῥόδου, μέτρα λυρικῆς ποιήσεως, ᾆσμα διαιρούμενο κατὰ τὴ γνώμη μου σὲ τρεῖς στροφές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μία εἶναι τὸ ἡμερολογιακὸ ἄγγελμα, μία τὰ αἰτήματα τῶν χελιδονιστῶν, καὶ μία οἱ ἀπειλές των σὲ περίπτωσι μὴ ἐκπληρώσεως τῶν αἰτημάτων τους. αὐθεντικὸ παιδικὸ τραγούδι. οἱ στροφὲς β΄ καὶ γ΄, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δυὸ ἀναφορὲς τῆς χελιδόνος, εἶναι τὸ ἀρχαιότερο μέρος καὶ προέρχονται ἀπὸ εἰρεσιώνη φθινοπωρινῆς ἰσημερίας καὶ πρωτοχρονιᾶς. τὸ δείχνουν τὰ καλούδια ποὺ ζητοῦν τὰ παιδιά. ἡ α΄ στροφὴ ὅμως, ποὺ εἶναι καὶ σὲ διαφορετικὸ μέτρο, καὶ οἱ δύο παρακάτω ἀναφορὲς τῆς χελιδόνος εἶναι τὸ νεώτερο κομμάτι τὸ προστεθειμένο μετὰ τὸ 432 π.Χ. καὶ ἀναφέρονται σὲ ἐαρινὴ ἰσημερία καὶ πρωτοχρονιά. εἶναι τὸ κυρίως χελιδόνισμα. ὁ Θέογνις ἔλεγε ὅτι τραγουδιόταν στὴ Ῥόδο κατὰ τὸ μῆνα Βοηδρομιῶνα (= 15 Σεπτεμβρίου - 15 Ὀκτωβρίου, ἀκριβῶς φθινοπωρινὴ ἰσημερία καὶ πρωτοχρονιά), πρᾶγμα ποὺ στὴν ἀρχὴ μᾶς ἐκπλήσσει, ἀφοῦ ἀναγγέλλει τὴν ἔλευσι τῆς χελιδόνος, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ σκέψι μᾶς βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀλλαγὴ καὶ προσαρμοστικὴ προσθήκη καὶ διασκευὴ ποὺ εἶπα προηγουμένως. ὁ Ἀθήναιος λέει ὅτι τὸν ἀγερμὸν αὐτὸν τὸν κατέδειξε πρῶτος ὁ Κλεόβουλος ὁ Λίνδιος στὴ Λίνδο τῆς Ῥόδου, ἕνας δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς λεγομένους ἑπτὰ σοφούς, ποὺ φέρονται νὰ ἔζησαν γύρω στὸ 600 π.Χ.. ἀσφαλῶς τόσο ἀρχαῖες μποροῦν νὰ εἶναι μόνο οἱ στροφὲς β΄ καὶ γ΄, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν προμετώνειο εἰρεσιώνη, καὶ ὄχι τὸ χελιδόνισμα τῆς α΄ στροφῆς. σ᾽ ὅλο τὸ ᾆσμα εἶναι βέβαιη ἡ ἀπουσία θρησκείας καὶ νομίσματος. ἄξια σημειώσεως εἶναι τὸ ἀστεῖο παιδικὸ θράσος τῶν χελιδονιστῶν καὶ ἡ ἐπίσης ἀστεία καὶ ἀπαιτητικὴ παιδικὴ ἀπειλή τους . «Ἢ μᾶς δίνεις ὅ,τι ἀπαιτοῦμε, ἢ σοῦ χαλᾶμε τὴν αὐλόπορτα καὶ ...ἀπάγουμε καὶ τὴν κοπελλάρα τοῦ σπιτιοῦ (προφανῶς νεογνό!) . κι ἂν εἶναι καὶ μικρή, τόσο τὸ καλλίτερο. νὰ μποροῦμε καὶ νὰ τὴ σηκώσουμε!». ἔμμεσο ἐγκώμιο τῆς ὀμορφιᾶς τῆς μικρῆς, πού, ἀπὸ τώρα κιόλας, γίνεται στόχος ἐρωτικῶν ἀπαγωγέων! καὶ στὰ σημερινὰ κόλιντα τῆς Τερπνῆς Σερρῶν ὑπάρχει τὸ στοιχεῖο τῆς ἀπειλῆς. ὑπάρχουν τρία στοιχεῖα. α΄) τὸ ἡμερολογιακὸ ἄγγελμα μὲ τὶς εὐχές, β΄) τὸ θρασὺ αἴτημα, καὶ γ΄) ἡ παιδικὴ ἀπειλή. ὅπως ἀκριβῶς σ΄ αὐτὸ τὸ δωρικὸ χελιδόνισμα. δηλαδή.

α΄. Κόλιντα, μπάμπω, κόλιντα! (ἄγγελμα)
τρε
ς χιλιάδις πρόβατα,
κι ἄλλα τόσα γίδια.
(εὐχὲς)
β΄. Δῶσι, κυρά, καρύδια,....
δῶσι κι ἄλλα,...
(θρασὺ αἴτημα)
γ ΄. Ν μὴ σὶ σπάσου τ κιραμίδια!
ν
μὴ σὶ σπάσου τ᾽ σκάλα ! (ἀπειλή).

εἶναι ἐκπληκτικὸ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ διατηρήθηκαν τόσους αἰῶνες. ὑπ᾽ ὄψιν δὲ ὅτι καὶ ἡ Τερπνή, ὅπως ἡ Ῥόδος, ἦταν μέρος δωρικό, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὶς λέξεις τῆς τοπικῆς της λαλιᾶς σαμόραστος καὶ μᾶκος (σᾶμα-σῆμα, μάκων-μήκων. βλ. Λεξικὸ τοῦ Ν. Πασχαλούδη). ἄλλωστε καὶ ὅλοι οἱ Μακεδόνες ἦταν Δωριεῖς, ἀφοῦ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ μέσα στ᾽ ὄνομά τους φαίνεται τὸ δωρικὸ μᾶκος (=μῆκος, ψηλὸ ἀνάστημα).

4. Κορώνισμα

Ἐσθλοί, κορώνῃ χερα πρόσδοτε κριθέων
τῇ παιδί τ
πόλλωνος ἢ λέκος πυρῶν
ἢ ἄρτον ἢ ἤμαιθον ἢ ὅτι τις χρῄζει.
δότ᾽, ὦγαθοί, <τι> τῶν ἕκαστος ἐν χερσὶν
5 ἔχει κορώνῃ. χἅλα λήψεται χόνδρον.
φιλε
γρ αὕτη πάγχυ τατα δαίνυσθαι.
ὁ ν
ν ἅλας δοὺς αὖθι κηρίον δώσει.
ὦ πα
, θύρην ἄγκλινε. πλοτος ἤκουσε,
καὶ τῇ κορώνῃ παρθένος φέρει σ
κα.
10 θεοί, γένοιτο πάντ᾽ ἄμεμπτος ἡ κούρη
κ
φνειν ἄνδρα κὠνομαστν ἐξεύροι.
καὶ τῷ γέροντι πατρὶ κο
ρον εἰς χερας
καὶ μητρὶ κούρην εἰς τ
γονα κατθείη,
θάλος τρέφειν γυνα
κα τος κασιγνήτοις.
15 ἐγὼ δ᾽ ὅκου πόδες φέρουσιν, ὀφθαλμοὺς
μείβομαι Μούσῃσι πρς θύρῃσ᾽ ᾄδων
καὶ δόντι καὶ μὴ δόντι πλέονα τῶν γεω.
......................................................
λλ᾽ , ὦγαθοί, ἐπορέξαθ᾽ ὧν μυχς πλουτε .
δ
ς ὦν, ἄναξ, δς καὶ σὺ πότνα μοι νύμφη.
20 νόμος κορώνῃ χερα δον᾽ ἐπαιτούσῃ.
τοσα
τ᾽ είδω. δός τι καὶ καταχρήσει.

Μετάφρασι
Δῶστε, καλοί μου, μιὰ χεριὰ κριθάρι στὴν κορώνη,
τὴν κόρη τοῦ Ἀπόλλωνος, ἢ ἕνα πιάτο στάρι,
ἢ ἕνα ψωμὶ ἢ ἕνα ἡμιώβολο, ἢ ὅ,τι ἔχει κανεὶς προαίρεσι.
δῶστε, καλοί μου, κάτι ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ ὅλοι σας κρατᾶτε,
δῶστε στὴν κορώνη. παίρνει δὲ καὶ λίγα σπυριὰ ἁλάτι.
γιατὶ τῆς ἀρέσουν πάρα πολὺ νὰ τρώῃ κάτι τέτοια.
ὅποιος δίνει ἁλάτι σήμερα, αὔριο θὰ δώσῃ μελιοῦ κηρήθρα.
ἄνοιξε τὴν πόρτα, δοῦλε. ὁ πλοῦτος τὴν κορώνη τὴν ἀκούει.
νά κι ἡ κοπέλλα ποὔρχεται καὶ φέρνει στὴν κορώνη σῦκα.
ὄμορφη κάντε την, θεοί, κόρη χωρὶς ψεγάδι,
κι ἄντρα νὰ βρῇ βοηθῆστε την πλούσιο καὶ παινεμένο.
στὰ χέρια τοῦ γέρου πατέρα της ἕναν ἐγγονὸ ν᾽ ἀκουμπήσῃ,
στῆς γριᾶς μάννας τὰ γόνατα μιὰ ἐγγονὴ ν᾽ ἀφήσῃ.
καὶ γιὰ τοὺς ἀδερφούς της κάποια γυναῖκα βλαστάρι ν᾽ ἀνατρέφῃ.
κι ἐγὼ κυττῶ νὰ πηγαίνω ὅπου μὲ πᾶν τὰ πόδια μου,
κι ἐκεῖ στὶς πόρτες ἐμπροστὰ νὰ τραγουδῶ στὶς Μοῦσες.
μοῦ δώσῃ δὲν μοῦ δώσῃ κάποιος, πιότερα τοῦ εὔχομαι ἀπ᾽ ὅσα ἔχει.
..............................................................................................
Ἀλλ΄, ὦ καλοί μου, δῶστε μου, ἀπ᾽ τοῦ κελλαριοῦ σας τὰ καλούδια.
δῶσε μου καὶ σύ, βασιλιᾶ μου, δῶσε μου καὶ σύ, νεράιδα λατρευτή.
ἔθιμο εἶναι νὰ δίνῃς μιὰ χεριά, ὅταν ἡ κορώνη ζητιανεύῃ.
μέχρι ἐδῶ τὸ ᾆσμα μου. δῶσε κι ἀπ᾽ τὸ ὑστέρημά σου κάτι.

Τὸ τραγούδι αὐτὸ διασῴζει ὁ Ἀθήναιος18, ὁ ὁποῖος τὸ πῆρε ἀπὸ τὸν Κολοφώνιο ποιητὴ Φοίνικα. ὑπῆρχαν τέτοια δημοτικὰ κορωνίσματα, στὰ ὁποῖα ἀντὶ γιὰ τὴ χελιδόνα τραγουδιόταν ἡ κορώνη (κουρούνα), ὅπως μαρτυροῦσαν οἱ Ἔφιππος, Ἁγνοκλῆς, καὶ Πάμφιλος, στοὺς ὁποίους παραπέμπει ὁ Ἀθήναιος, καὶ μαρτυρεῖ ὁ Ἡσύχιος19 καὶ ἔμμεσα ὁ Αἰλιανός20. ἐννοεῖται ὅτι ἦταν γερμοὶ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας καὶ πρωτοχρονιᾶς ὅπως τὰ χελιδονίσματα. αὐτὸ ἑδῶ ὅμως εἶναι ἔντεχνο ἰαμβικὸ ᾆσμα τοῦ Φοίνικος ἀπὸ τὴν Κολοφῶνα τῆς Μ. Ἀσίας, ἢ ἀκριβέστερα ἔντεχνη διασκευὴ κάποιου τέτοιου προϋπάρχοντος δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, τὴν ὁποία φιλοτέχνησε ὁ Φοίνιξ. ὁ ποιητὴς αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι τοῦ Δ΄ π.Χ. αἰῶνος ἢ τῶν ἀλεξανδρινῶν χρόνων (Γ΄-Α΄ π.Χ. αἰ.). ἡ γλῶσσα τοῦ ᾄσματος εἶναι ἐλαφρῶς ἰωνίζουσα, ὑπάρχει δὲ σ᾽ αὐτὸ ἀναφορὰ νομίσματος καὶ ἀρκετὸ θρησκευτικὸ στοιχεῖο. ἡ κορώνη εἶναι προσωποποιημένη καὶ θεοποιημένη καὶ θυγατέρα τοῦ Ἀπόλλωνος, τὶς δὲ εὐχὲς ἐκπληρώνουν οἱ θεοί. τὰ τρόφιμα φιλοδωρήματα τὰ «τρώει» ἡ ἴδια ἡ Κορώνη, κάτι ποὺ εἶναι ἱερατικὴ φανφάρα. τὸ κορώνισμα κατὰ μὲν τὴν εἰσαγωγικὴ σημείωσι τοῦ Ἀθηναίου τὸ τραγουδοῦσαν ἄνδρες γείροντες, καὶ ὄχι παιδιά,κατὰ δὲ τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τοῦ ᾄσματος ἕνας μόνο ἄντρας, ἐπαγγελματίας κορωνιστής, δηλαδὴ προφανῶς ἱερεύς. εἶναι πολὺ ἐμφανῆ τὸ ἐπαγγελματικὸ ζητιανηλίκι, ἡ προσπάθεια προκλήσεως τοῦ οἴκτου τῶν ἀκροατῶν, ἡ χρῆσι κολακείας, καὶ ἡ διπλωματικὴ γλῶσσα καὶ φιλοφρόνησι τοῦ ἐπαγγελματία ζητιάνου. τὸ νόμισμα ἤμαιθον, ποὺ ἀναφέρεται, εἶναι κατὰ τὸν Ἡσύχιο ἡμιώβολον (μισὸς ὀβολὸς) ἢ στὴν Κύζικο διώβολον (δύο ὀβολοί)21. τὸ κορώνισμα πρέπει νὰ εἶναι ἀρχικὰ μὲν νεώτερο τοῦ 432 π.Χ., ὡς διασκευὴ δὲ εἶναι τοῦ Δ΄ ἢ τῶν Γ΄-Α΄ π.Χ. αἰώνων. πολὺ γρήγορα πρέπει ἀπὸ παιδικὸ κορώνισμα νὰ μεταπήδησε σὲ ἱερατικὸ ἀγερμό, καὶ ἀπὸ ἱερατικὸ ἀγερμὸ σὲ συμποσιακὸ κι ἐν τέλει σὲ γαμήλιο τραγούδι ἐνηλίκων. διότι ὁ μὲν Ἔφιππος στὴν κωμῳδία του Ὀβελιαφόροι ἔχει τὸ στίχο τ μοσχίον / τ τῆς Κορώνης αὔριον δειπνήσομεν22, ὁ δὲ Αἰλιανὸς τὸν Γ΄ μ.Χ. αἰῶνα γράφει˙ κούω δὲ τοὺς πάλαι καὶ ἐν τος γάμοις μετ τν ὑμέναιον τὴν κορώνην ᾄδειν, σύνθημα ὁμονοίας τοτο τος συνιοσιν ἐπὶ παιδοποιίᾳ διδόντας. ἐπειδὴ κατὰ τὸν προλεγόμενο μῦθο του αἱ κορῶναι μυθολογοῦνται ὡς πουλιὰ ποὺ τηροῦν ἰσόβια συζυγικὴ πίστι.
Πρὸς τὸ τέλος τῆς εἰδωλολατρίας ὅλοι οἱ προχριστιανικοὶ ἀγερμοὶ περιῆλθαν στὴ χρῆσι τοῦ ἱερατείου της. διότι ὁ Ἰωάννης Τζέτζης γνωρίζει τοὺς μηναγύρτας (=καλαντιστὰς τῆς κάθε πρωτομηνιᾶς) ὡς γάλλους (=θηλυστολοῦντες κιναίδους) ἱερεῖς μοναχοὺς τῆς θεᾶς Ῥέας τῆς Μητρὸς τοῦ θεοῦ τους Ἄττεως, οἱ ὁποῖοι ἔβαζαν πάνω σ᾽ ἕνα γαϊδούρι τ εἴδωλον τῆς θεᾶς αὐτῶν Ῥέας καί, περιερχόμενοι τς κώμας, τραγουδοῦσαν τὰ ρχίμηνα χτυπώντας καὶ τύμπανα (=ντέφια) καὶ ζητιανεύοντας (προσαιτοντες) ὄσπρια καὶ σιτηρὰ ὑπὲρ τοῦ μοναστηριοῦ τους. οἱ δὲ λάτρεις ἀσπάζονταν τὸ εἴδωλο καὶ τοὺς ἔδιναν ἕνα πιάτο ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ ζητοῦσαν23. ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν καὶ οἱ καλόγεροι τῶν ἡμερῶν μας ζητείαν γιὰ τὰ μοναστήρια τους, μὲ λείψανα καὶ εἰκονίσματα τῆς Παναγίας πάνω σ᾽ ἕνα γαϊδούρι, καὶ μάζευαν τὰ ἴδια προϊόντα ἢ χρήματα μέχρι τὰ παιδικά μας χρόνια (1960), διατηρώντας τὴν εἰδωλολατρικὴ παράδοσι τῶν κιναίδων ἱερέων τῆς θεομήτορος Ῥέας. τὰ μικρὰ παιδιὰ τραγουδοῦσαν πιὰ τὰ «χριστιανικὰ» κάλαντα.
________________________________________

ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ἡρόδοτος 1, 61, 3.
2. Ὅμηρος, ρ 360-3.
3. Πολυδεύκης 3, 111.
4. Αἰσχύλος, Ξάντριαι, ἀπ. 168 Ναuck. Ἡρόδοτος 4, 35, 1-4.
Πλάτων, Πολ., 2 (381 d). Διονύσιος Ἁλικ., Ῥωμ. ἀρχ. 2, 19, 2. Ἐπιγραφὴ-Ψήφισμα Ἁλικαρνασσοῦ 2656, 26-28 (Α΄ π.Χ. αἰ.), CΙG 2, 453. Λουκιανός, Ψευδόμ., 13. Ἡσύχιος, λ. ἀγείρειν. ἀγερμός˙ κορωνισταί˙ χελιδωνισταί. Φώτιος, λ. ἀγείρει. Σούμμα (= Σουΐδας) , λ. ἀγείρει.
5. Ἀριστοφάνης, Ὄρν., 1410-17..Ψευδηρόδοτος,Ὁμήρου βίος, 33. Πλούταρχος, Θησ. 22, 6-7. Ἀθήναιος 8, 59-60 (359b-360b). Ἡσύχιος, λ. κορωνισταί˙ χελιδονισταί. Σούμμα, λ. εἰρεσιώνη˙ Ὅμηρος. Εὐστάθιος, Εἰς Ὀδύσσ., φ 411-412 (1914, 40-50)˙ Ἐπιστ. 41 (μεγάλῳ ἑταιρειάρχῃ), ἔκδ. T.L.F. Tafel, Opuscula, 344 (Francofurti 1832). Ἰωάννης Τζέτζης, Ἱστ. 13, 237-250. οἱ Ἕφιππος, Ἁγνοκλῆς, Φοίνιξ, Θέογνις, καὶ Πάμφιλος, στὸν Ἀθήναιο, ἔνθ΄ ἀνωτ.
6. Ψευδηρόδοτος, Ὁμήρου βίος, 33.
7. Κατ᾽ ἄλλους γύρω στὸ 700 ἢ τὸ 353 ἢ τὸ 46 π.Χ., ἀλλ᾽ αὐτοὶ δὲν ἔχουν δίκαιο.
8. Ὅμηρος, δ 135˙ ι 425-6.
9. Εὔπολις, Οἱ δῆμοι, ἀπόσπ. 131 Edmonds (=Κ119). Ἀριστοφάνης, Ἱππ., 728 - 9˙ Σφ., 398-9˙ Πλ., 1053-54. Ἐπιγραφὴ Ἀττικῆς (ἐπιτυμβία Θεσμοφάνους, νεώτερη τοῦ Μενάδρου) 956, 9-12 CIG 1, 537. Ψευδηρόδοτος, Ὁμήρου βίος, 33. Πλούταρχος, Θησ. 22, 6-7. Ἰώσηπος, Ἀρχ. 3, 245. Ἀλκίφρων, Ἐπιστ. 2, 35, 1 (ἢ 3, 37, 1) (ἀγροικικαί, Ἐπιφυλὶς Ἀμαρακίνῃ).Ἡσύχιος, λ. εἰρεσιώνη. Σούμμα, λ. εἰρεσιώνη˙ Ὅμηρος.
10. Ψευδηρόδοτος, Ὁμήρου βίος, 33. Πλούταρχος, Θησ. 22, 6-7. Σούμμα, λ. εἰρεσιώνη˙ Ὅμηρος.
11. Ἀριστοφάνης, Ὄρν., 1410-17. Ἀθήναιος 8, 60 (360bcd).Ἡσύχιος, λ. χελιδονισταί. Σούμμα, λ. χελιδόνιον μέλος. Εὐστάθιος, Εἰς Ὀδύσσ., φ 411-412 (1914, 40-50)˙ Ἐπιστ. 41, ἔνθ΄ ἀνωτ.. Πρβλ. καὶ Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου, καν. 62.
12. Ἔφιππος, Ὀβελιαφόροι, στὸν Ἀθήναιο 8, 58 (359 b). Ἀθήναιος, 8, 58-60 (359b˙ def˙ 360 ab). Αἰλιανός, Περὶ ζῴων 3, 9. Ἡσύχιος, λ. κορώνη˙ κορωνισταί.Ἰωάννης Τζέτζης, Ἱστ. 13, 237-267.
13. Πουλολόγος, (καλανδίζω ). Φορτουνᾶτος (κάλαντα ), στὸ τοῦ Ἐμ. Κριαρᾶ, Λεξικὸ..., λ. καλανδίζω - κάλαντα. σημερινὴ δημοτικὴ γλωσσικὴ χρῆσι.
14. Σήμερα στὴν Τερπνὴ γιὰ τὸν ἀγερμὸ τῆς 24 Δεκεμβρίου.
15. Ψευδηρόδοτος, Ὁμήρου βίος, 33. Σούμμα, λ. Ὅμηρος.
16. Πλούταρχος, Θησ. 22, 6-7. Σούμμα, λ. εἰρεσιώνη.
17. Ἀθήναιος 8, 60 (360bcd). Εὐστάθιος, Εἰς Ὀδύσσ., φ 411-412 (1914, 40-50)˙ Ἐπιστ. 41, ἔνθ΄ ἀνωτ.. τὸ ἐκδίδουν καὶ οἱ ἐκδότες τῶν λυρικῶν ποιητῶν Bergk, Hiller, Crusius, Page, στὴν κατηγορία τῶν δημοτικῶν (populares).
18. Ἀθήναιος 8, 59 (359d-360b).
19. Ἡσύχιος, λ. κορώνη˙ κορωνισταί.
20. Αἰλιανός, Περὶ ζῴων 3,9.
21. Ἡσύχιος, λ. ἤμαιθον. καὶ ὁ Ἡρῴδας (Διδάσκ., 44) ἀναφέρει τρί᾽ ἤμαιθα.
22. Ἔφιππος, στὸν Ἀθήναιο 8, 58 (359b).
23. Ἰωάννης Τζέτζης, Ἱστ. 13, 250-267.
Ἡ μελέτη αὐτὴ πρωτοδημοσιεύτηκε τὸ 1999
στὸ περιοδικὸ ‘’Τερπνή’’, φ. 42 - 44 (2001 - 02).

ΠΗΓΗ

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Χρόνια Πολλά

Το Ιστολόγιο μας σας εύχεται χρόνια πολλά σε όλους εσάς, τους φίλους και συγγενείς σας, Καλά Χριστούγεννα και Καλές Γιορτές με υγεία,ευτυχία και χαρά....

Χρόνια πολλά με άλλα μυαλά το ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ να φύγει και πάλι ΜΑΚΡΥΑ!!!!!!

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1941

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1941

Χριστούγεννα στην πεινασμένη Αθήνα

Τα παιδιά, τα μεγάλα θύματα της κατοχικής πείνας

Tα Χριστούγεννα του 1941 ήταν από τα πιο τραγικά στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Μια χώρα κατακτημένη. Κάτω από την μπότα της τριπλής κατοχής, γερμανικής, ιταλικής, βουλγαρικής. Κι ένας λαός, νικητής μόλις πριν από ένα χρόνο εκεί στα βουνά της Αλβανίας, τώρα ταπεινωμένος και πεινασμένος. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κυρίως παιδιά, άφηναν την τελευταία τους πνοή στα πεζοδρόμια της πρωτεύουσας μπροστά στα μάτια των ανήμπορων περαστικών που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γιατί κι αυτοί πεινούσαν…

Οι πρώτες ελλείψεις και τα σημάδια της πείνας εμφανίστηκαν αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή. Το φθινόπωρο οι περισσότεροι Αθηναίοι και οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων βλέπουν τους μισθούς και τις συντάξεις να εκμηδενίζονται. Οι αρχές Κατοχής απορροφούν μεγάλο μέρος της παραγωγής για τις ανάγκες των στρατευμάτων τους. Χρήματα, τρόφιμα, πρώτες ύλες λεηλατούνται. Ακόμη πολλοί εύποροι αγρότες κρύβουν τη σοδειά τους. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και ο κλοιός που έχουν σχηματίσει γύρω από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη και την Ελλάδα οι βρετανικές δυνάμεις αποκλείοντας τη μεταφορά κάθε εμπορεύματος. Στις αρχές Νοεμβρίου στην Αθήνα, στις άλλες μεγάλες πόλεις και τα νησιά εμφανίζονται τα πρώτα αποκρουστικά σημάδια της πείνας. Και το Δεκέμβριο αρχίζει η μεγάλη τραγωδία, αφού μαζί με την πείνα θερίζει και το πρωτοφανές κύμα ψύχους σε μια πρωτεύουσα που δεν έχει τρόπο για να ζεστάνει τους κατοίκους της. Εκείνο τον τραγικό χειμώνα του 1941-1942 η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά τη ναζιστική κατοχή με χιλιάδες νεκρούς και με μεγάλα θύματα τα μικρά ελληνόπουλα. Σήμερα η «Π+13» αφιερώνει τις ιστορικές σελίδες της σε εκείνη τη μεγάλη τραγωδία. Με κείμενα και φωτογραφίες: Από το πολύτιμο λεύκωμα του δημοσιογράφου και εκδότης της εφημερίδας «Ελεύθερος Κήρυκας» Κώστα Παράσχου «Η Κατοχή-Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944» (εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1979), μια μοναδική φωτογραφική μαρτυρία για την Αθήνα της Κατοχής. Από το μοναδικό και με εκατοντάδες κείμενα-μαρτυρίες και φωτογραφίες λεύκωμα του Κώστα Ν. Χατζηπατέρα και της Μαρίας Φαφαλιού Δραγώνα «Μαρτυρίες 41-44. Η Αθήνα της Κατοχής» (τόμος Α’, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2002). Και σκίτσα του μεγάλου γελοιογράφου μας του Φωκίωνα Δημητριάδη από το λεύκωμα «Σκιά πάνω από την Αθήνα» (με πρόλογο του Άγγελου Τερζάκη, εκδόσεις Μαρή, Αθήνα 1970). Οι φωτογραφίες του Κώστα Παράσχου και τα σκίτσα του Φωκ. Δημητριάδη συνοδεύονται από τις λεζάντες που οι ίδιοι έγραψαν για τα λευκώματά τους. Σημείωση (όπως έγραφαν και στις παλιές ταινίες): κάθε ομοιότητα με σκηνές που αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο συχνές στο κέντρο της Αθήνας είναι απολύτως συμπτωματική.

«Δεν φαίνεται πουθενά ελπίδα»

23 ΝοεμβρIου 1941: Βλέπομε τα πρώτα οιδήματα πείνης. Ακόμα και τα χόρτα γίνονται δυσεύρετα. Παύουν οι κρατικές διανομές των λίγων τροφίμων με το δελτίο. Ο λαός έχει πέσει σε μαύρη απελπισία. Δεν φαίνεται πουθενά ελπίδα. Μοιρολατρικά περιμένει το χειρότερο.

23 ΔεκεμβρIου: Διακόπτεται και η τροχιοδρομική συγκοινωνία.

27 ΔεκεμβρIου: Η θερμοκρασία έχει πέσει κάτω από το μηδέν. Παγωμένα τα νερά. Εξαφανίζεται από την αγορά κάθε καύσιμη ύλη. Κι αν βρεις κάτι, δεν έχεις τα μέσα να το μαγειρέψεις. Λένε ότι οι θάνατοι από πείνα στην Αθήνα περνούν τους χίλιους την ημέρα. Το ηθικό του λαού πέφτει συνεχώς…

Παρηγοριά σε τούτη τη θλίψη δίνουν άλλες παράλληλες σημειώσεις στο ημερολόγιο, στην ίδια χρονολογία: «Σήμερα το βράδυ, ήλθε στη γραμματεία της “Λογίας” (της ιεραποστολικής προσπάθειας του Συλλόγου “Απόστολος Παύλος”) πολύ ανήσυχη μια επισκέπτρια. Τα τρία παιδάκια ενός γνωστού μας δημοσίου υπαλλήλου έχουν προσβληθεί από αβιταμίνωση και κινδυνεύουν. Στο ταμείο και την αποθήκη δεν υπάρχει τίποτα. Ο εκπρόσωπος της επιτροπής τής είπε τότε με μια αβέβαιη ελπίδα: “Ξαναπεράστε αύριο, να ιδούμε τι μπορεί να γίνει”. Την άλλη μέρα πρωί πρωί μπαίνει στο γραφείο της “Λογίας” ένας συνταξιούχος ηλικιωμένος στρατηγός. Άλλοτε ευτραφής, κολυμπάει στο κοστούμι του, που κρέμεται απάνω του σαν άδειo σακί. Ο επισκέπτης ακουμπάει πάνω στο γραφείο δύο σακουλάκια με χωριάτικο τραχανά και χυλοπίτες. Ήταν η «μερίδα της αγάπης» που ξεχώρισε από ένα δώρο που του έστειλε συμπατριώτης και παλιός στρατιώτης του. Όταν ξαναήλθε, η επισκέπτρια πήρε χαρούμενη τα σακουλάκια που την περίμεναν για τα τρία παιδιά. Δεν υπήρχε καλύτερο και σπανιότερο φάρμακο για την περίπτωσή τους».

Από το κατοχικό ημερολόγιο Δ.Σ. Σταμάτης, «Χρονικό 1940-1950» (στις «Μαρτυρίες 41-44. Η Αθήνα της Κατοχής» τόμος Α’).


ΠΗΓΗ

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Η πρώτη φορά που έπεσε η Σπάρτη…


Κανένας δεν παραδίδει την Σπάρτη…

Ο Αντίγονος φτάνει την άλλη μέρα μπροστά στη Σπάρτη. Τα πτώματα των νεκρών της Σελλασίας είναι αψευδείς μάρτυρες ότι δεν υπάρχει άμυνα στην πόλη. Στέλνει κήρυκα και γυρεύει να του παραδώσουν την πόλη. Όλοι έχουν μείνει σύμφωνοι με την γνώμη του Κλεομένη ότι πρέπει να παραδοθούν. Μα κανένας δεν τολμάει να κάνει την παράδοση, να πει στον κήρυκα του Αντιγόνου το ναι. Κανένας Σπαρτιάτης δεν βρέθηκε να παραδώσει την Σπάρτη. Κι η Σπάρτη ήταν ατείχιστη και στηριζόταν μόνο στα στήθη των πολεμιστών της. Μα οι πολεμιστές έχουν μείνει για πάντα στα στενά της Σελλασίας για να διαλαλούν πως ο κλασικός κόσμος του Αιγαίου, ο πολιτικός άνθρωπος, θάφτηκε μαζί τους. Στην Σπάρτη υπάρχουν μόνο τα φαντάσματα του αλλοτινού της μεγαλείου. Κι είναι αυτά που κρατάνε δεμένη την λογική των λειψάνων που ζουν ακόμα. Αυτά τα λείψανα του μεγαλείου της Σπάρτης στέκονται με τα όπλα στα χέρια στην περίμετρο της πόλης. Στέκονται όρθια, φρουροί της ιστορίας της Σπάρτης όχι για να πολεμήσουν αλλά για να πέσουν. Η Σπάρτη πέφτει, δεν παραδίνεται. Πνίγεται μέσα στο αίμα των παιδιών της. Είναι κάτι που κάνει τη λογική του ανθρώπου να σταματάει. Ο κήρυκας του Αντιγόνου δεν παίρνει καμμία απάντηση. Οι φρουροί της Σπάρτης, μετρημένοι σε εκατοντάδες, στέκουν σιωπηλοί, ακίνητοι στην περίμετρο της πόλης με τα μάτια βυθισμένα στο παρελθόν, στο μύθο της Σπάρτης τυλιγμένοι τη δόξα και το μεγαλείο του αιώνα. Μπροστά τους σχολάγανε οι νικητήριες κραυγές των Μακεδόνων, αλλά η Σπάρτη δεν ακούει, δεν σαλεύει, δεν ζει. Όλη η πόλη φαίνεται να χάθηκε στο παρελθόν.

Οι εχθροί μπήκαν στην πόλη.

Ο Αντίγονος διατάσσει επίθεση. Οι τελευταίοι φρουροί πέφτουν στη θέση τους, γιατί μόνο πάνω από τους νεκρούς Σπαρτιάτες περνάει ο εχθρός. Μπαίνει έτσι μέσα σε μία πόλη φαντασμάτων. Και νοιώθει και ο ίδιος δέος μπροστά στο μεγαλείο τούτων των ανθρώπων. Ο Πολύβιος γράφει απλά:
«Ο Αντίγονος κυρίευσε με έφοδο τη Σπάρτη και φέρθηκε γενικά με μεγαλοψυχία και φιλανθρωπία στους Λακεδαιμόνιους. Και αφού αποκατάστησε το παλιό πολίτευμα, ανεχώρησε ύστερα από λίγες ημέρες με όλο του τον στρατό από την Σπάρτη».

Και ο Πλούταρχος που έχει σαν πηγή του το Φύλαρχο, αφού επαναλάβει τα όσο γράφει ο Πολύβιος προσθέτει ότι φέρθηκε γενικά κατά τρόπο φιλάνθρωπο:
«Χωρίς να ταπεινώσει το κύρος της Σπάρτης ούτε να την εξευτελίσει».
Ο Κλεομένης είχε δίκιο στους υπολογισμούς του. Ο Αντίγονος δεν πείραξε την Σπάρτη. Αυτό που τον ενδιαφέρει τώρα είναι να σβήσει αυτή την φωτιά που είναι πάντα απειλητική. Ήθελε να ηρεμήσουν τα πράγματα, να ξεχαστούν. Και έχουμε εδώ μία εκπληκτικά διαφορετική συμπεριφορά του αντιγόνου. Δεν έχει να κάνει με την Μαντινεία ή τον Ορχομενό, που τις έσφαξε και τελείωσε. Εδώ δεν είναι μόνο η Σπάρτη σαν πόλη αλλά όλη η Λακωνία. Τη Μαντινεία και τον Ορχομενό τις εξολόθρευσε γιατί είχαν μείνει σαν πόλεις και μπόρεσε να πιάσει όλους τους κατοίκους μέσα σ’ αυτές. Στην Σπάρτη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όταν φτάνει αυτός εκεί, η δύναμή της βρίσκεται στην Λακωνία. Η ίδια ήταν κιόλας πόλη φαντασμάτων. Δεν είναι η φιλανθρωπία που σώζει την Σπάρτη. Ούτε ο σεβασμός του Μεγαλείου της. Άνθρωποι σαν τον Άρατο δεν είχαν τέτοιους ανόητους συναισθηματισμούς όταν επρόκειτο να εξυπηρετήσουν τον κόσμο τους. Η συμπεριφορά των νικητών υπαγορεύεται από τον φόβο της επανάστασης που έχει αγκαλιάσει όλη την Λακωνία, από το φόβο ότι μία πράξη βίας θα προκαλούσε εκρήξεις, που μπορούσαν να ανατρέψουν τα πάντα. Έτσι θα θυσιάσει στα ιερά της Σπάρτης, πράξη που επισφραγίζει την νίκη και θα αφήσει τοποτηρητή του εδώ τον Βοιωτό Βραχύλη για να εδραιώσει ένα φιλικό προς τους Μακεδόνες καθεστώς και θα φύγει.

Το τέλος του κλασικού κόσμου.

Με την μάχη της Σελλασίας κλείνει η αυλαία της τραγωδίας του κλασικού κόσμου του Αιγαίου, που είχε αρχίσει με την ανατροπή της ηγεμονίας των Αχαιών από τους ντόπιους με την βοήθεια των Δωριέων-Ηρακλειδών. Το παράξενο της τραγωδίας αυτής είναι ότι η αυλαία κλείνει με νικητή την Αχαϊκή Συμπολιτεία ένα κακέκτυπο του αχαϊκού κόσμου. Η πόλη κράτος αφού σφάδαζε πάνω από έναν αιώνα, γονατίζει οριστικά με την μάχη της Σελλασίας. Η κίνηση του Κλεομένους για μία αναζωογόνησή της σε νέα επίπεδα είχε πνιγεί και είχε ταφεί μαζί με τα πτώματα των μαχητών της Σπάρτης. Ο τραγικός πολιτικός άνθρωπος παραμερίζεται οριστικά. Όλα τα κατοπινά γεγονότα στη Λακωνία και στην Πελοπόννησο είναι οι σπασμοί θανάτου αυτού του κόσμου που ηττημένος και θανάσιμα πληγωμένος δεν εννοεί να αφεθεί στο θάνατό του.

Στη μάχη της Σελλασίας δεν νίκησε ο Αντίγονος αλλά ο Άρατος. Και ο Άρατος ή καλύτερα οι τύποι του Άρατου που κατέστρεψαν την προσπάθεια του Κλεομένους θα σκάψουν τον λάκκο για να πέσει και η ίδια η Μακεδονία. Χωρίς να το καταλάβει ο Αντίγονος είχε καταστρέψει τη μοναδική δύναμη που θα μπορούσε να αντισταθεί στους Ρωμαίους. Με τους Ρωμαίους θα αναμετρηθούν σε λίγο που έρχονται να προστατέψουν τον κόσμο του Άρατου. Οι διάδοχοι του Αντίγονου, ο Φίλιππος Ε’ και Περσέας, θα αναζητήσουν δυνάμεις για να αντισταθούν. Και θα κατανοήσουν ότι οι μόνες δυνάμεις που μπορούσαν να αντισταθούν ήταν εκείνες που προσπαθούσε να αφυπνίσει ο Κλεομένης με την επανάστασή του. Και θα προσπαθήσουν και αυτοί να τις αφυπνίσουν αλλά θα είναι αργά. Τις δυνάμεις αυτές τις δολοφόνησαν οι ίδιοι οι Μακεδόνες στην Μαντινεία, στον Ορχομενό, στη Σελλασία.

(Από το περιοδικό «ΤΟΤΕ», τεύχος 7, Αθήναι 1983)

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Αλβανοί και Επανάσταση του 1821

Πέρα από την δήθεν «μεγάλη» και διαχρονική προσφορά κάθε είδους των Αλβανών στην Ελλάδα, μας έχουν ζαλίσει οι ίδιοι και οι εδώ φίλοι τους με την συνεισφορά τους στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Προφανώς εννοούν τους Αρβανίτες οπλαρχηγούς που μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες από την Βιέννη και την Τεργέστη μέχρι τη Βυρητό και από την Αλεξάνδρεια μέχρι την Οδησσό με άπειρες θυσίες και αγώνες έστησαν το νεοελληνικό κράτος. Προφανώς οι κύριοι δεν λένε να εννοήσουν με τίποτε ότι οι Αρβανίτες πρόγονοι μας, δικοί μας, δεν έχουν να κάνουν τίποτε με τους δικούς τους. Οι άνθρωποι αυτοί σε όλοι την ιστορία τους εντάχθηκαν οικιοθελώς και πλήρως με την ταυτότητά τους, όπως και πλήθος άλλοι, στο σώμα του νεοελληνικού έθνους αμετάκλητα και μόνο οι απόγονοι και συμπατριώτες τους έχουν το δικαίωμα να τους επικαλούνται. Μπορεί οι ιδρυτές του ελληνικού κράτους που πήραν τις αποφάσεις τους ελεύθεροι και με τα όπλα στα χέρια να είχαν άλλη εθνική συνείδηση και να μην μετακινούνταν λίγα μέτρα πιο πέρα, να ενωθούν με τους Τούρκους όπως έκαναν τότε οι περισσότεροι Αλβανοί; Οι οποίοι πέρα από αυτά που λένε πολλοί είχαν ξεκάθαρη από τότε αλβανική εθνική συνείδηση και επιλογή να ακολουθούν τους συμπατριώτες τους Οθωμανούς αξιωματούχους. Κάτι που εξηγεί τη μέχρι σήμερα τουρκολαγνεία τους. Δηλαδή τι ήταν η Ελληνική Επανάσταση αλβανικός εμφύλιος; Έχουμε φθάσει στο εξωφρενικό σημείο να επικαλούμαστε τα αυτονόητα πλέον. Οι αλβανομανείς αποθρασυνόμενοι φτάνουν σε απερίγραπτες αρλούμπες βαφτίζοντας Αλβανούς, πέρα από τους αρβανιτόφωνους Σουλιώτες και Υδραίους καπεταναίους, ακόμα και τον Καραϊσκάκη και τον Κολοκοτρώνη. Όπου δουν μουστάκα και φουστανέλα βλέπουν Αλβανούς, άσχετα που φουστανέλα δεν φορούσαν όλες οι αλβανικές φυλές αλλά μόνο οι νότιες, ενώ την φορούσαν και πολλοί Σλάβοι της βαλκανικής.Κατά τη λογική τους επειδή ο Σαρακατσάνος Καραϊσκάκης αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην Ρούμελη και ο Τούρκος της Κιουτάχειας Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς βεζίρης της Ρούμελης ήταν Αλβανοί επειδή στη συνάντηση τους μίλησαν αλβανικά τη μόνη κοινή γλώσσα που τσάτρα-πάτρα μπορούσαν να χειριστούν και οι δύο για να συνεννοηθούν. Ή ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης Αλβανός επειδή ο παππούς του Γιάννης Μπότσικας, γιος του Δήμου Τσεργίνη, μετονομάστηκε σε Κολοκοτρώνης λόγω των δυνατών του τετρακεφάλων από έναν Αρβανίτη που είπε γι’ αυτόν αστειευόμενος: «Βρε τι Μπιθεγκούρας είναι τούτος;» και τους έμεινε από τότε σαν οικογενειακό όνομα η ελληνική μετάφραση.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης χιλιάδες Αλβανοί έχασαν τη ζωή τους ντύνοντας στα μαύρα όλη την Αλβανία όπως και την Ελλάδα, αλλά για άσχετους με αυτούς που φαντάζονται οι σημερινοί λόγους. Υπερασπιζόμενοι τα αξιώματα τους στην Οθωμανική αυτοκρατορία, υπερασπίζοντας την πίστη τους μερικοί, αλλά το κυριότερο υπερασπίζοντας την τσέπη τους και ελπίζοντας να αυξήσουν την περιουσία τους. Τότε στην είδηση μόνο της στρατολόγησης λουφετζήδων (μισθοφόρων) και πιθανής λεηλασίας ελληνικών χωρών κινητοποιούνταν όλο το αλβανικό έθνος μουσουλμάνοι, ορθόδοξοι και καθολικοί, Γκέκηδες, Τσάμηδες, Τόσκηδες, Λιάπηδες οι καθολικοί Μιρδίτες και Μαλισόροι, χριστιανοί Σκοδράνοι, Γαρδικιώτες, Λακκιώτες και άλλοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνικής συνείδησης Αρβανίτες και Ηπειρώτες και αν ακόμα τύχαινε να βρεθούν κατά των Ελλήνων, πάντα ενώνονταν μαζί τους οριστικά. Για παράδειγμα ο Χιμαριώτης Σπύρο-Μήλιος με τους τρεις αδερφούς τους και 250 Χιμαραίους πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων, όπως και ο ηρωικός Χατζή-Μιχάλης Νταλιάνης που πολέμησε με το ιππικό και πεζικό σώμα των συμπατριωτών του Αργυροκαστριτών και Δελβινιωτών. Αντίθετα Αλβανοί μπέηδες, ντερβεναγάδες και φρούραρχοι υπήρχαν διάσπαρτοι σε όλη την Ελλάδα και τυρρανούσαν τον κόσμο υπηρετώντας τα αφεντικά τους. Το γεγονός αυτό δίνει στους σημερινούς απογόνους τους το δικαίωμα κατά την αρπαχτική κρίση τους να θεωρούν αλβανικές περιοχές την Άρτα, την Πρέβεζα, τα Γιάννενα και ότι άλλο τους κατέβει διεκδικώντας παλιά τσιφλίκια και ενδεχομένως και ραγιάδες να τα καλλιεργούν.

Οι Αλβανοί και οι Έλληνες πολεμιστές είχαν τότε φιλικές σχέσεις πολλές φορές ως συντοπίτες και κορόιδευαν τους ανατολίτες Τούρκους λέγοντάς τους Κονιάρους, Χαλδούπηδες ή Ντουντούμηδες, βέβαια στον πόλεμο ήταν αμίληκτοι μεταξύ τους, αλλά προστάτευαν κανένα παλιόφιλο αν έπεφτε στα χέρια τους. Στην αρχή οι επαναστάτες προσπάθησαν μάταια να προσεταιριστούν τους Αλβανούς για να αποδυναμώσουν τους Τούρκους παίζοντας το παιχνίδι του αρχηγού τους αποστάτη Αλή πασά, αλλά οι Αλβανοί γρήγορα τον παράτησαν συντασσόμενοι με το Σουλτάνο. Οι μισθοφόροι Αλβανοί πολλές φορές δεν ήταν πιστοί προδίδοντας τα αφεντικά τους παραδίδοντας κάστρα και τους εντός Τούρκους στους Έλληνες για να σώσουν το τομάρι τους. Σημασία έχει ότι κάθε χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης ξεκινούσαν 2 εκστρατείες σε Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα και μία επιπλέον από το 1825 στην Πελοπόννησο και 4 στόλοι Κωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας, Τύνιδας και Αλγερίου, σύμπας ο μουσουλμανικός οθωμανικός κόσμος της Μεσογείου με τους Αλβανούς να αποτελούν σημαντική μερίδα των στρατιών, θεωρούμενους ως επίλεκτο σώμα να αντιμετωπίσει τους ορεσίβιους και σκληροτράχηλους Έλληνες. Ειδικά τα πρώτα χρόνια οι Αλβανοί ήταν η συντριπτική πλειοψηφία των τουρκικών στρατιών που οδηγούσαν και Αλβανοί πασάδες. Πρώτη φορά στην εκστρατεία του Δράμαλη το 1822 είδαν οι Έλληνες στρατό σχεδόν αποκλειστικά ανατολιτών με διαφορετική ενδυμασία από του ίδιους και τους Αλβανούς. Όλες ανεξαιρέτως οι εκστρατείες αυτές οδήγησαν σε λουτρά αίματος και με μικρό ποσοστό των εκστρατευόντων να επιστρέφει, με τους περισσότερους να αφήνουν τα κοκκαλά τους στις ελληνικές κοιλάδες και πλαγιές ή να γίνονται τροφή των ψαριών στις ελληνικές θάλασσες.

Επειδή οι Αλβανοί φαίνεται βαριούνται να διαβάσουν την ελληνική ιστορία για να βρουν τους προγόνους τους και περιορίζονται στον να «κλέβουν» τους δικούς μας, στην συνέχεια παραθέτουμε μια σειρά, όχι πλήρη, των επίσημων Αλβανών που πολέμησαν κατά των Ελλήνων μεταξύ των ετών 1821-1829. Τα περισσότερα ονόματα προέρχονται από ένα βιαστικό «σκανάρισμα» των έξι τόμων του έργου «Η Ελληνική Επανάστασις» του Διον. Κοκκίνου, του βιβλίου «Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες» του Σαρ. Καργάκου, της «Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής» του Θ. Κολοκοτρώνη και άλλα από παλιά διαβάσματα που προστέθηκαν από μνήμης μετά από διασταύρωση. Ακολουθεί η λίστα:

Ιμπραήμ πασάς, ο γνωστός σχιζοφρενής που επιχείρησε ανεπιτυχώς με τους Γάλλους επιτελείς του να σβήσει την επανάσταση, γιος του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλυ που ήταν Αλβανός μπέης από την Καβάλα.
Ομέρ-πασάς Βρυώνης, παλιός στρατηγός του Αλή πασά Τεπελενλή, πασάς σε διάφορες πόλεις της Ηπείρου, εκστράτευσε κατά τα έτη 1821-22 επικεφαλής χιλιάδων εναντίων των Ελλήνων επαναστατών.
Μουσταή-πασάς Σκόδρας (Μουσταφάς), εκστράτευσε το 1823 με 16000 κυρίως Αλβανούς με την πλειοψηφία τους να είναι χριστιανοί και είχε σώματα ακόμα και Κροατών. Το στράτευμά του ήταν ειδικό για ορεινές μάχες και ξεκίνησε με πολλές ελπίδες που του της έκοψε ο Μάρκος Μπότσαρης κυρίως και οι άλλοι οπλαρχηγοί της Δυτικής Στερεάς που ανάγκασαν το στρατό του στη διάλυση και τον ίδιο στην εξευτελιστική φυγή και στο να μην επιχειρήσει νέα εκστρατεία.
Ισμαήλ-πασάς Πλιάσσας, Αλβανός πασάς που εκστράτευσε αρκετές φορές κατά των επαναστατημένων Ελλήνων (μέχρι και στα Ψαρά το 1824).
Αχμέτ-πασάς Βρυώνης, εκστράτευσε στις αρχές της επανάσταση κατά των Ελλήνων.
Ισούφ-πασάς Περκόφτσαλης, Αλβανός πασάς που εκστράτευσε αρκετές φορές κατά των επαναστατημένων Ελλήνων.
Μουστά-μπεης, στρατηγός του Κιουταχή (Μεχμέτ Ρεσίτ πασά, Ρούμελη Βαλεσι) είχε στήσει ενέδρα κατά την έξοδο των Μεσολογγιτών σκοτώνοντας 500, σκοτώθηκε από τον Καραϊσκάκη στην Αράχωβα το 1826 και το κεφάλι του καρφώθηκε σε παλούκι μαζί με του Κεχαγιάμπεη του Κιουταχή. Χαρακτηριστικά λέγαν γι’ αυτόν ότι ήταν τότε: «το μεγαλύτερο οτζάκι της Αλβανίας και η ψυχή του Κιουταχή και των Αλβανών». Μαζί του στην Αράχωβα σκοτώθηκαν και 1300 επίλεκτοι Αλβανοί «ο ανθός της Αλβανίας», μόνο 100 γλύτωσαν από την ενέδρα των Ελλήνων του Καραϊσκάκη. Οι τότε Αλβανοί θρήνησαν το θάνατό του με τραγούδι που σώθηκε:
«Τσσε ντ’ Αθίνe ντ’ Αλαμάνe σούμε καπετάνeρ γιάνε
σσούμε καπετάνeρ γιάνe πο, Μουσταμπεΐ ε βράνe
Κουσσ ε βράου Μουσταμπεΐν τσσ’ ισσ νιε ιλλ γκα γκιάκου ίνε;
Πο εβράου Καραϊσκάκη φακιεζίου, μουστάκ; ιγκλιάτε.
«...μπερτeκόσα Λιβαδίσe βράου, ασσλάν é σσκιπeρίσe».
Στα ελληνικά:
«Απ’ την Αθήνα ως την Αλαμάνα πολλοί είναι καπεταναίοι
Πολλοί είναι καπεταναίοι μα, σκοτώσαν τον Μουσταμπέη!
Ποιος σκότωσε το Μουσταμπέη που απ’ το αίμα μας ήταν ένα αστέρι;
Μα τον σκότωσε ο Καραϊσκάκης ο μαυροπρόσωπος, ο μακρυμουστάκης.
«..ο βάτραχος της Λειβαδιάς σκότωσε το λιοντάρι της Αρβανιτιάς!...»
Καρεφίλ-μπέης, αδερφός του Μουστά-μπεη σκοτώθηκε και αυτός στην Αράχωβα
Αδερφός του Μπανούζη Σέβλιανη: σκοτώθηκε μαζί με τους υπόλοιπους στην Αράχωβα
Ταχήρ Αμπάζης, στρατηγός του Αλή πασά Τεπελενλή πολέμησε από το 1821 τους Έλληνες. Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης ήταν πολύ σημαντικός Αλβανός και για κάποιο διάστημα κατά την ανταρσία του Αλή είχε συνεργασία με τους Έλληνες.
Άγο Βασιάρης, σημαντικό στέλεχος του Αλή Πασά και του Ομέρ Βρυώνη στη συνέχεια, τον συνέλαβαν αιχμάλωτο οι Σουλιώτες του Μάρκου Μπότσαρη και τον έσφαξαν μετά για να εκδικηθούν το θάνατο του Μάρκου στο Καρπενήσι το 1823.
Μελεκ-πασάς Γκέκας, έδρασε στη Λαμία το 1821.
Τελεχά-μπέης Φέζον, αρχηγός Γκέκηδων ιππέων του Ομέρ Βρυώνη στην Αλαμάνα και τη Γραβιά το 1821.
Μουσταφά-μπεης Καφεζέζης, αρχηγός Τσάμηδων ιππέων του Ομέρ Βρυώνη στην Αλαμάνα και τη Γραβιά το 1821.
Σιλιχτάρ Μπόδας, σημαντικός Αλβανός στρατηγός των Τούρκων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.
Άγο Μουχουρδάρης, Αλβανός στρατηγός των Τούρκων πολέμησε στη μάχη του Πέτα το 1821.
Νούρκας Σέρβανης, ντερβέναγας και μουτασελίμης Καρλελίου στο Βραχώρι το 1821, φρούραρχος Άρτας μετά, σκοτώθηκε στο Τρίκερι Μαγνησίας το 1827.
Ταχήρ Παπούλιας, ντερβέναγας Κραβάρων και Αποκούρου το 1821.
Μουσταφά-μπεης, Κεχαγιάμπεης (επιτελάρχης του Χουρσίτ πασά), αρχηγός των πολιορκημένων Τούρκων και Αλβανών στην Τριπολιτσά το 1821
Αλή-μπεης, αδελφός του Μουσταφάμπεη, σκοτώθηκε στη μάχη της Γράνας το 1821, έξω από την Τριπολιτσά
Ισμαήλ-μπεης Βλιόρης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Βελή-μπεης Γιάτζης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Τζάνε Μαρτολάτζης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Μουσταφά Μαρτίνης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Ασλάν Ντέμτζης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Χασάν Μπιλούσης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Μπανούζ Σέβρανης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Γιος Σούλτζε Κόρτσα, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Κεχριμάν-μπεης Γάτζης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Ζαβαλιάνη Πρόκος, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Λιούλιο Τζαπάρης, τουρκαλβανός μπίμπασης (χιλίαρχος) του Κιουταχή.
Χασάν-πασάς Γκέκας, σκοτώθηκε σε νυχτερινή επιδρομή στο στρατόπεδο του Κιουταχή το 1825.
Ελμάζ Μέτζος, έδρασε το 1821 στην Ήπειρο.
Μπεκήρ -αγας Τζογαδούρος, διοικητης Πρέβεζας το 1821, είχε και άλλες συμμετοχές.
Σούλτζε Κόρτζας, ντερβέναγας Τρικάλων το 1822 και αλλού έδρασε.
Σουλεϊμάν Μέτος, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Χασά-μπεης Βρυώνης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Μούρτο Τζάλιος, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Ισλάμ-μπέη Κόκκα, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Μωχάμετ Νταλιάνης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός από την Κονίσπολη, έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Ισλάμ Πρόνιος, τουρκαλβανός οπλαρχηγός από την Παραμυθιά, έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Μπάλιο Χούσος, τουρκαλβανός οπλαρχηγός από το Μαργαρίτι, έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Χασάν Χούσος, τουρκαλβανός οπλαρχηγός από το Μαργαρίτι, έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Ισμαήλ Μπένι Κόνιτζα, τουρκαλβανός μπέης έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Τζελαλεδίν μπέης, διοικητής Οχρίδος, έπεσε μαχόμενος το 1823 στο Κεφαλόβρυσο της Ευρυτανίας από τον Μάρκο Μπότσαρη.
Τζαφέρ-μπεης Φράσαρης, αρχηγός εμπροσθοφυλακής του Ισμαήλ-πασά Πλιάσσα έπεσε στο Κομπότι της Άρτας το 1821.
Φράσαρης (άλλος), αιχμαλωτίστηκε στα Βασιλικά για δεύτερη φορά ενώ είχε ορκιστεί ότι δεν θα ξαναπολεμήσει τους Έλληνες και εγδάρει ζωντανός από τους Αγοργιανίτες.
Ιμπραήμ Πρεμέτης, επιτέθηκε στους Καλαρρύτες της Ηπείρου το 1821.
Χουσεΐν-μπεης, γιος του Μουσταφά πασά του Δελβίνου, ήταν φρούραρχος Πάργας το 1821.
Ζενές Τσάπαρης, αλβανοτσάμης οπλαρχηγός έδρασε στην Πάργα το 1821.
Ντελή Χαβέζος, φρούραρχος Πατρατσικίου το1821.
Τζίνκο Χαμέτζης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός πολέμησε στη μάχη του Πέτα το 1821.
Βεκούτ Γαρδίκης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός πολέμησε στην Πλάκα της Ηπείρου το 1821.
Ταχήρ Μουρτοτζάλης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπερο το 1821.
Τσεγκό-μπεης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπειρο το 1821.
Ματός αγάς Λατίφης, τουρκαλβανός οπλαρχηγός έδρασε στην Ήπερο το 1821.
Μαξούτ Σρόπουλης, Αλβανός αξιωματικός του Αμπτούλ Αμπούδ πασά της Θεσσαλονίκης, επιτέθηκε κατά των κατοίκων του Ολύμπου το 1821.
Ταχήρ Τσαπάρης, οπλαρχηγός του Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στους Σουλιώτες το 1822.
Ιμπραήμ Ντέμος, οπλαρχηγός του Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στους Σουλιώτες το 1822.
Ισμαήλ Πρόνιος, οπλαρχηγός του Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στους Σουλιώτες το 1822.
Άγο Μπέντος, αξιωματικός του Ισμαήλ πασά Πλιάσσα.
Χατζή Μπέντος, αξιωματικός του Ισμαήλ πασά Πλιάσσα.
Ισούφ-μπέης, αξιωματικός του Μαχμούτ-πασά Δράμαλη διασώθηκε στην Ακράτα το 1822.
Ταμάζ Μπίμπασης, αξιωματικός του Μαχμούτ-πασά Δράμαλη διασώθηκε στην Ακράτα το 1822.
Αβδουλάχ-μπέης, αρχηγός Αλβανών στην επίθεση κατά του Αιτωλικού το 1823 όπου και τραυματίστηκε.
Πράχο Πρεβίστας, αρχηγός Αλβανών στη μάχη της Άμπλιανης το1824.
Τσέλιο Πίτσαρης, Αλβανός οπλαρχηγός ενίσχυσε τον Περκόφτσαλη πασά στη μάχη της Άμπλιανης το1824.
Μάνε Λουζάτης, Αλβανός οπλαρχηγός πολιορκήθηκε στην Γόστιτσα το 1824.
Καλέμ Τεπελένης, Αλβανός οπλαρχηγός πολιορκήθηκε στην Γόστιτσα το 1824.
Χασάν Τσάπαρης, αλβανοτσάμης οπλαρχηγός από το Φανάρι της Ηπείρου έδρασε το 1821.
Χότο Πρόνιος, αλβανοτσάμης οπλαρχηγός έδρασε το 1821.
Ασλανάκης, αρχηγός των Αλβανών του Μουσταφάμπεη όταν αυτός μπήκε στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά, όπου κλείστηκε και αυτός με τους υπόλοιπους
Αχμέτ-μπεης Δέμος, από τους Φιλιάτες, Αλβανός μισθοφόρος στην Τριπολιτσά το 1821 είχε στο σώμα του και 800 χριστιανούς Αλβανούς, πέθανε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας
Λιμά-μπεης Κογιάτσας, αρχηγός Αλβανών στην πολιορκία της Τριπολιτσάς το 1821
Βελή-μπεης Κογιάτσας, αρχηγός Αλβανών στην πολιορκία της Τριπολιτσάς το 1821
Καλιό-μπεης Μπόνος, ο γιος του Μήτσα Μπόνου, αρχηγός Αλβανών στην πολιορκία της Τριπολιτσάς το 1821
Ιμπραήμ Λαλαίος, πελοποννήσιος τουρκαλβανός έδρασε στο Λάλα και την Πάτρα
Χάντζος Λαλαίος, πελοποννήσιος τουρκαλβανός έδρασε στο Λάλα την Πάτρα
Τζαφέρ Φειδάς, Λαλαίος τουρκαλβανός έδρασε το 1821.
Ρουμπής Βαρδουνιώτης, πελοποννήσιος τουρκαλβανός έδρασε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.
Αβδούλ-μπέης Αρναούτογλου, σημαίνων Τούρκος της Τριπολιτσάς το 1821.
Ιμπραήμ Αρναούτογλου, διοικητής Καλαβρύτων μεταξύ των ετών 1820-1821.
Σουλεϊμάν Αρναούτογλου, βοεβόδας της Καλαμάτας κατά το 1821.
Νεφέζης Καραχούσος, Λαλαίος τουρκαλβανός σκοτώθηκε το 1821.
Μουσταφάς Χάτζος, Λαλαίος τουρκαλβανός σκοτώθηκε το 1821.
Μπέικος Κεχαγιάς, τουρκαλβανός διαπραγματευτής των Λαλαίων.
Κουτσοραίπ-αγας, λαλαιος τουρκαλβανός έδρασε το 1821.
Μουστά-μπεης Κιάφα Ζέζας, τουρκαλβανός αξιωματικός του Αμπάζ πασά κατά την εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά το 1825 (ίσως έχει προαναφερθεί).
Χοτά-μπεης Αργυροκάστρης, τουρκαλβανός αξιωματικός του Αμπάζ πασά κατά την εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά το 1825.
Βελή-αγας Γρεβενού, τουρκαλβανός αξιωματικός του Αμπάζ πασά κατά την εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά το 1825.
Μαχμούτ-μπεης Κοστούρι, τουρκαλβανός αξιωματικός του Αμπάζ πασά κατά την εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά το 1825.
Ιμπραήμ Κοστρέτζης, τουρκαλβανός αξιωματικός του Αμπάζ πασά κατά την εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά το 1825.
Μουχτάρ-μπεης Κιαφτίσης, τουρκαλβανός αξιωματικός του Κιουταχή στην Αθήνα το 1827.
Ισούφ Διβένης, Αλβανός διοικητής Λιδορικίου πριν την επανάσταση, ήταν ήπιος και αγαθός, αλλά βασανίστηκε και κρεμάστηκε από τα τείχη της ακρόπολης των Αθηνών το 1827 με άλλους 17, για αντεκδίκηση όταν σούβλισαν οι πολιορκητές Τούρκοι 2 Έλληνες αιχμαλώτους.
Μουσταφ-άγας Σουγκαρίνης, στρατηγός Γκέγκηδων του Κιουταχή κατά την πολιορκία της ακρόπολης των Αθηνών το 1827.
Μαγδαρής, αρχηγός Αλβανών στην Χίο το 1828 αιχμαλωτίστηκε από το στράτευμα του Φαβιέρου.
Μουσά-μπεης, αρχηγός τουρκαλβανών της φρουράς της Κορώνης που συνθηκολόγησε το 1828.
Μουσταφά-μπεης, αρχηγός τουρκαλβανών της φρουράς της Κορώνης που συνθηκολόγησε το 1828.
Βελή-μπεης, αρχηγός τουρκαλβανών της φρουράς της Κορώνης που συνθηκολόγησε το 1828.
Μεχμέτ Δεβόλης, φρούραρχος Σαλώνων το1828.
Ορχάν Κιαφαξίσης, αρχηγός τουρκαλβανών στην Κορακόβρυση Βοιωτίας το1828 όπου και συνελήφθει.
Κιορ Ιμπραήμ, φρούραρχος που παρέδωσε τη Ναύπακτο το 1828.
Φετά Τούκοφλης, συνυπέγραψε παράδοση Μεσολογγίου το 1829.
Νουρή Τζόπης, συνυπέγραψε παράδοση Μεσολογγίου το 1829
Μάρτζο Τσουριγούνης, συνυπέγραψε παράδοση Μεσολογγίου το 1829
Αχμέτ Πρεβίστας ή Ντεπριβιστάνη: ντερβέναγας των Κραβάρων το 1828, είχε ενδιαφέρουσα αλληλογραφία με τον Κίτσο Τζαβέλα περί αλβανικής καταγωγής, ο οποίος μόλις τον συνέλαβε τον στάμπαρε μαζί με τους άντρες του με πυρωμένη σφραγίδα σχηματίζωντας στο σώμα τους τον φοίνικα, ελληνικό εθνόσημο επί Καποδίστρια, για να τον θυμούνται.
Νουρεδίν-αγας Μπελούκμπασης, πολέμησε στην Πέτρα Βοιωτίας.
Ασλά-μπεης Μουχουρδάρης, πολέμησε με 1500 τουρκαλβανούς στη τελευταία μάχη του αγώνα στην Πέτρα Βοιωτίας. Οπότε οι Αλβανοί ήταν παρόντες και συνεπείς σε όλη τη διάρκεια και τις φάσεις της Ελληνικής Επανάστασης.

Η τύχη των τουρκαλβανών μπέηδων, αγάδων και οπλαρχηγών όταν πήγαν να ζητήσουν τους μισθούς τους από τον Κιουταχή:

«Ο Μέγας Βεζύρης Ρεσίτ Πασάς εκάλεσεν εις Μοναστήριον της Πελαγονίας τους αρχηγούς
των πολεμησάντων κατά της Ελλάδος Αλβανών διά να πληρώσει εις αυτούς μισθούς και
έξοδα. Προσήλθαν περίπου 400-500 φύλαρχοι και άλλοι Αλβανοί πρόκριτοι. Αφού τους
υπεδέχθη ο Ρεσίτ καλώς και προσέφερεν εις αυτούς γεύμα, διέταξε κατά τινα παράταξιν
του στρατού να τουφεκίσωσι τους θεωμένους Αλβανούς. Τοιαύτη περίπου ήτο πάντοτε η
αμοιβή των Αλβανών διά τας υπηρεσίας προς τους Τούρκους».

Κλείνουμε την λίστα με τους Αλβανούς συμπρωταγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με τον Αλβανό ανέκδοτο τον Ταφίλ Πούζη.

… το τέλος του Ταφήλ Μπούζ. Αυτός ήταν Αλβανός οπλαρχηγός στην
υπηρεσία του Αλή πασά. Όταν όμως ο Αλής κυκλώθηκε από τον Χουρσίτ, ο Ταφήλ δεν είχε
κανένα δισταγμό να τον προδώσει και να μπει στην υπηρεσία του Ομέρ Βρυώνη. Στη
διάρκεια του Ελληνικού Αγώνα αυτομόλησε και προσεχώρησε στους Έλληνες. Μετά την
απελευθέρωση διοικούσε σώμα Αλβανών που το μισθοδοτούσε η ελληνική κυβέρνηση. Το
σώμα αυτό διαλύθηκε, με εισήγηση του Θεοδ. Κολοκοτρώνη. Ο Ταφήλ τότε πήγε να
συναντήσει τον Κιουταχή, ο οποίος τον σκότωσε το 1832.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης για τον Ταφιλπούζη:

…τὸν Ταφιλπούζη μὲ τὸ τάγμα του τὸν ἀπεφάσισαν νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Καρύταινα καὶ νὰ πάει στὴν Γαστούνη μὲ σημαία Ὀθωμανική, μὲ παντιέρες Ὀθωμανικές, μὲ τὴν χέρα τοῦ Μωάμεθ. Ἀκούοντας ἐγώ ἔστειλα καὶ τὸν ἔβγαλα μὲ καταισχύνη, καὶ ἂν εἶχα τὴν ἔχθρα ποὺ ἔλαβα ἔπειτα, θὰ τοὺς σκοτώναμε. Καὶ τοῦ ἔστειλα (τοῦ Ταφιλπούζη) καὶ ἐμάζωξε τὲς μπαντιέρες, καὶ τοῦ εἶπα ἂν περάσει καμμιὰ φορὰ μὲ ἀνοικτὲς μπαντιέρες, οἱ γυναῖκες οἱ χηρευάμενες θὰ τὸν σκοτώσουν: «Ποῦ ἀνοίγεις τὴν σημαία τὴν Τούρκικη, εἰς τὰ χώματα τὰ Ἑλληνικά;». - «Τί φταῖμε ἐμεῖς;» Ὁ Κωλέττης μᾶς εἶπε: «Δουλειὰ νὰ κάμετε καὶ ὅ,τι σημαία θέλετε. Μᾶς ἔδωσεν ὀφίκια, ἐγέλασε Τούρκους καὶ Ρωμαίους».

Τώρα ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του, όπου βλέπει πασάς ας σκεφτεί άλλους 3-4 χιλιάδες, όπου μπέης 1-2 χιλιάδες και από 500-1000 για τους υπόλοιπους για να δει τη συνεισφορά των Αλβανών στην Ελληνική Επανάσταση. Αν είχαν προσφέρει όπως λένε οι Αλβανοί θα υπήρχε ελληνικό αλλά και αλβανικό κράτος από το 1822-23.


Οθωμανοί στρατιώτες το 1821


Τουρκαλβανοί στρατιώτες το 1821


Τουρκαλβανός αγάς


Αλβανοί μισθοφόροι στην υπηρεσία των Τούρκων



Σκηνή από χορό σπαθιών στην Αλβανία


Αλβανοί άτακτοι του Οθωμανικού στρατού των Βαλκανικών πολέμων το 1912-13. Η συνεισφορά τους στην ευημερία του ελληνικού και των άλλων βαλκανικών λαών συνεχίζεται.

ΠΗΓΗ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...